Supreme Court annuls lower court judgment and orders restitution of funds paid under voluntary execution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the final judgment of the Peace Court of Thessaloniki regarding a minor civil dispute. The appellant had voluntarily paid the respondent 736.98 euros based on the annulled decision. Consequently, the Court ordered the respondent to return this sum with interest and covered the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; If a judgment is annulled, parties revert to the pre-judgment status, and the court must order restitution of funds paid under voluntary execution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 733 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 733/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. Π. του Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Μεγκούσογλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κλησιάρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 1824/2016 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/2/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων 1824/2016 ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, τροποποιούμενη από τις διατάξεις για τις μικροδιαφορές (άρθρα 466-472 ΚΠολΔ), δέχτηκε την από 25-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου εναντίον της αναιρεσείουσας και υποχρέωσε την τελευταία ως πρωτοφειλέτρια, να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα το ποσό των 585,71 ευρώ, που αναλογεί στο ποσοστό συμμετοχής της επί του οφειλόμενου υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής του συνολικού ποσού 40.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 23%, απορρίπτοντας την περί εξόφλησης ένστασή της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 1/1998, ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πορισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Συνακόλουθα τούτων, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ(ΑΠ 892/2011).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι, παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.
Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτισθεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει, μπορεί δε να αφορά και μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νοουμένου, τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη, (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής, ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.
Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ 481), δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ' επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 306/2009, ΑΠ 230/2014).
Η σύμβαση δε αυτή της σωρευτικής αναδοχής χρέους, στην οποία ο σωρευτικώς αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος ενεργεί και ευθύνεται αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως, διαφέρει από την προβλεπόμενη στο άρθρο 847 ΑΚ σύμβαση εγγύησης, δυνάμει της οποίας ο εγγυητής αναλαμβάνει εγγράφως (ΑΚ 849) απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή (ΑΠ 1791/2007).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου.
Δηλαδή, ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει, όταν ορίστηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009).
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση, ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς ή και να μείνει ακαθόριστη.
Εξάλλου, οι τυχόν εργασίες, τις οποίες ο εργολάβος δεν εκτέλεσε βάσει των συμφωνηθέντων και τις οποίες εκτέλεσε εκ των υστέρων για την ολοκλήρωση του συμφωνηθέντος έργου, δεν θεωρούνται πρόσθετες, για τις οποίες δικαιούται μεγαλύτερη αμοιβή, αλλά ως αμοιβή αυτού θεωρείται η αρχικώς συμφωνηθείσα με τη σύμβαση των συμβαλλομένων μερών, εκτός αν οι εργασίες αυτές δεν είχαν προβλεφθεί ή καθορισθεί με την αρχική σύμβαση, αλλά προέκυψαν εκ των υστέρων και εκτελέστηκαν από τον εργολάβο μετά από συμφωνία των μερών, οπότε αυτές θεωρούνται πρόσθετες και ο εργολάβος δικαιούται διαφορετικής αμοιβής, που είτε καθορίζεται με συμφωνία των συμβαλλομένων, είτε προκύπτει εκ των πραγμάτων, αναλόγως του είδους και του κόστους τους, η αμοιβή δε αυτή είναι ανεξάρτητη της ορισθείσας αρχικής τοιαύτης, η οποία δεν αφορούσε τις εργασίες αυτές (ΑΠ 728/2017).
Συνακόλουθα, τούτων, ο εργολάβος που ενάγει τον εργοδότη προς καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, ενόψει του ότι είναι υποχρεωμένος σε προεκπλήρωση, αρκεί να επικαλεσθεί και, στην περίπτωση αμφισβητήσεως, αποδείξει την σύναψη της εργολαβικής συμβάσεως, το συμφωνημένο έργο, την εκτέλεση του έργου, την παράδοση και παραλαβή του ή τουλάχιστον την πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη, το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής που συμφωνήθηκε και αν αυτή έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα των εργασιών που θα εκτελεσθούν, ποιά είναι αυτή κατά μονάδα εργασίας και ποιές ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέσθηκαν (ΑΠ 1336/2008, ΑΠ 1539/2008, ΑΠ 314/2009, ΑΠ 883/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, που έκρινε νόμιμη την ένδικη περί καταβολής υπολοίπου συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 681 επ., 477, 480, 345, 346 ΑΚ, ερευνώντας στη συνέχεια την ουσιαστική βασιμότητα αυτής και της προβληθείσας από την ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη ένστασης εξοφλήσεως, δέχτηκε, μετ' εκτίμηση των από τους διαδίκους προσκομισθεισών αποδείξεων, τα ακόλουθα: " Δυνάμει των από 30-12-2004 δέκα τεσσάρων συμφωνητικών εργολαβίας, που υπεγράφησαν στην … μεταξύ του ενάγοντος και των ιδιοκτητών 84 οικοδομηθέντων τελικά κατοικιών, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, ο ενάγων ανέλαβε να κατασκευάσει 14 συγκροτήματα παραθεριστικών κατοικιών, στα με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 22, 23, 27 και 28 αγροτεμάχια, που βρίσκονται στην θέση "...
της κτηματικής περιοχής του τέως Δήμου … και ήδη Δήμου … Νομού …. Τις εν λόγω συμβάσεις υπέγραψε η εδρεύουσα στην Θεσσαλονίκη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΙΝΟΣ Α.Ε., ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό όλων των ιδιοκτητών - αντισυμβαλλομένων, δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή ειδικών πληρεξουσίων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Ταβλαρίδου - Ζαχαριάδου, σε συνδυασμό με το με αριθ.
… πρακτικό του Δ.Σ. αυτής. Εξάλλου η προαναφερομένη εταιρεία υπέγραψε τις άνω συμβάσεις και ως εγγυήτρια των μελών αυτών και εγγυήθηκε την εξόφληση της αμοιβής του ενάγοντος για όλο το συμφωνηθέν έργο. Ο ενάγων, αφού εκτέλεσε κατά ένα μεγάλο μέρος το έργο, συμφώνησε με την άνω εταιρεία, ατομικά αλλά και ως εκπρόσωπο των ιδιοκτητών των κατοικιών, για τους οποίους αυτή είχε πληρεξουσιότητα εκπροσώπησης, με το από 30-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, να παραλάβει η τελευταία (ανωτέρω εταιρία) τις ημιτελείς κατοικίες και να αναλάβει η ίδια την ολοκλήρωση της κατασκευής τους.
Επίσης με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό η άνω εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα μέχρι τις 30-3-2009 το ποσό των 40.000 ευρώ, που αφορούσε στο υπόλοιπο του ποσού των 695,000,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στη συνολική αμοιβή του, για τις έως τότε οικοδομικές εργασίες, κατά σωρευτική αναδοχή χρέους από την ανωτέρω εταιρεία, του χρέους των μελών της, δηλαδή και της εναγομένης, για την οποία ανηγέρθη μια από τις 84, κατοικίες και ειδικότερα η Κ5 στο αγροτεμάχιο με αριθ.
…. (Ο.Τ. 7… ). Η εναγομένη δε, είχε χορηγήσει στην ανωτέρω εταιρία την πληρεξουσιότητα να συμφωνεί τα ανωτέρω δυνάμει του προσκομιζόμενου με αριθ. …/…-6-2004 ειδικού πληρεξουσίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης. Παρά, όμως, την ως άνω συμφωνία η ανωτέρω εταιρεία αρνήθηκε την καταβολή των 40.000,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% (9.200,00 ευρώ) και εξ αυτού του λόγου ο ενάγων υποχρεώθηκε να ασκήσει κατ' αυτής την με αριθμ.
καταθ. 33181/2009 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Η ανωτέρω αγωγή του έγινε δεκτή με την αριθ. 29815/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με δύναμη δεδικασμένου, καθόσον η απόφαση αυτή επικυρώθηκε, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, από την με αριθ. 2012/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση η εταιρία ΑΙΝΟΣ Α.Ε. υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω συνολικό ποσό. Στη συνέχεια, μετά την τελεσιδικία, ο ενάγων εξέδωσε για την παραπάνω αμοιβή του το με αριθμό …/…-10-2013 τιμολόγιο παροχής τεχνικών έργων για ποσό 49.200 ευρώ συνολικά και επεδίωξε την καταβολή του υπόλοιπου αυτού της αμοιβής του με βάση την ανωτέρω απόφαση του Πρωτοδικείου, από την εταιρία ΑΙΝΟΣ.
Η τελευταία, όμως, βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης και λόγω οικονομικής αδυναμίας αρνείται την καταβολή της οφειλής της.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη, ως πρωτοφειλέτρια, να καταβάλει στον ενάγοντα το οφειλόμενο ποσό που αναλογεί στο ποσοστό της, δηλαδή στο 1/84 αυτού και συγκεκριμένα το ποσό των 585,71 ευρώ (49.200 δια 84). Οι επικαλούμενες από την εναγομένη (με τις προτάσεις της) καταβολές της, που έγιναν απ' αυτήν, κατά το ποσοστό συμμετοχής της, μέχρι την 31-12-2008: α) ύψους 34.066,42 ευρώ, με βάση τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα απ' αυτήν τιμολόγια έργων, β) ύψους 1.298,90 ευρώ με βάση το με αριθ. …/…-10-2005 Τιμολόγιο πρόσθετων εργασιών, και γ) συνολικού ύψους 1.500,00 ευρώ (500,00 ΕΥΡΩ χ 3) με καταθέσεις στον με αριθ. …/…-… τραπεζικό λογαριασμό (ΕΤΕ) του εναγομένου, αφορούν την εξόφληση εργασιών σχετικά με το κτίσμα της και μόνο. Οι ανωτέρω καταβολές της δεν αφορούν στο αιτούμενο από τον ενάγοντα συνολικό ποσό των 40.000,00 ευρώ, το οποίο ζητεί απ' όλους τους ιδιοκτήτες για την εκτέλεση εκ μέρους του υπερσυμβατικών εργασιών (δικτύων αποχέτευσης ομβρίων, διαμορφώσεως, γεφυρών, κρασπεδώσεων και οδοποιίας), οι οποίες εκτελέστηκαν προκειμένου να καταστούν λειτουργικές οι κατοικίες όλων των ιδιοκτητών, ήτοι και αυτή της εναγομένης.
Συνεπώς, η υποβληθείσα από την εναγομένη ένσταση εξόφλησης της επίδικης απαίτησης του ενάγοντα κρίνεται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω, απορριπτομένων των ενστάσεων και των εν γένει ισχυρισμών της εναγομένης, ως ουσιαστικά αβασίμων, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 585,71 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής".
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το κρίσιμο, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της συνδέουσας τους διαδίκους συμβατικής σχέσης, επί της οποίας στήριξε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας εναγομένης, ως πρωτοφειλέτριας, να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα το οφειλόμενο ποσό των 585,71 ευρώ, που αναλογεί στο 1/84 του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής αυτού των 40.000 ευρώ, για τις έως τότε οικοδομικές εργασίες ανέγερσης των 84 ημιτελών κατοικιών και, κατά τις παραδοχές του, είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα η εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Τεχνική και Τουριστική Εταιρεία ΑΙΝΟΣ Α.Ε.", δυνάμει του υπογραφέντος μεταξύ τους από 30-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού κατά σωρευτική αναδοχή του χρέους των μελών της, δηλαδή και της εναγομένης, για την οποία ανηγέρθη από τον ενάγοντα, σε εκτέλεση της καταρτισθείσας μεταξύ τους στις 30-12-2004 αντίστοιχης σύμβασης εργολαβίας, μία από τις 84 κατοικίες, ήτοι η Κ5 στο αγροτεμάχιο με αριθμό …, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α.
Τούτο δε διότι η απλή αναφορά στην περί σωρευτικής αναδοχής χρέους διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ δεν είναι ικανή από μόνη της να δικαιολογήσει την αυτοτελή και διακεκριμένη οφειλή της αναιρεσείουσας ως εναγομένης εργοδότριας, αλλά ούτε η ιδιότητα της τελευταίας ως συνοφειλέτριας της εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Τεχνική και Τουριστική Εταιρεία ΑΙΝΟΣ Α.Ε.", εξαιτίας της συναφθείσας μεταξύ αυτής (εταιρείας) και του ενάγοντα εργολάβου σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, δυνάμει του από 30-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, είναι ικανή, από άποψη ουσιαστικού δικαίου, να δικαιολογήσει την καταδίκη της στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, για την καταβολή του επίδικου υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής του ενάγοντα, χωρίς την περαιτέρω αναφορά των αναγκαίων κατά νόμο (ΑΚ 681, 694) περιστατικών από τη βασική έννομη σχέση της σύμβασης έργου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις 30-12-2004 και αφορά την ανέγερση της Κ5 κατοικίας της αναιρεσείουσας ή άλλη μεταγενέστερη σύμβαση εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών σε αυτή (ΑΠ 127/2018), κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχεται ότι δυνάμει των από 30-12-2004 δεκατεσσάρων συμφωνητικών εργολαβίας, που υπογράφηκαν μεταξύ του ενάγοντα αναιρεσιβλήτου και των ιδιοκτητών 84 υπό ανέγερση κατοικιών, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη αναιρεσείουσα, ο ενάγων ανέλαβε να κατασκευάσει 14 συγκροτήματα παραθεριστικών κατοικιών, στα αναφερόμενα 14 αγροτεμάχια, ότι ο ενάγων, αφού εκτέλεσε κατά ένα μεγάλο μέρος το έργο, συμφώνησε με την άνω εταιρεία, ατομικά και ως εκπρόσωπος των ιδιοκτητών των κατοικιών, με το από 30-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, να παραλάβει η τελευταία τις ημιτελείς κατοικίες, αναλαμβάνοντας, πλην άλλων, την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα μέχρι την 30-3-2009, το ποσό των 40.000 ευρώ που αφορούσε στο υπόλοιπο του ποσού των 695.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στη συνολική αμοιβή του για τις έως τότε οικοδομικές εργασίες, κατά σωρευτική αναδοχή χρέους από την ίδια εταιρεία του χρέους των μελών της, δηλαδή και της εναγομένης, για την οποία ανηγέρθη μία από τις 84 κατοικίες, ήτοι η Κ5 στο αγροτεμάχιο με αριθμό … (Ο.Τ….) και ότι, παρά τη συμφωνία αυτή, η προαναφερόμενη εταιρεία αρνήθηκε την καταβολή των 40.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 23% (9.200 ευρώ) στον ενάγοντα, υποχρέωσε την εναγομένη ως πρωτοφειλέτρια να καταβάλει σε αυτόν (ενάγοντα) το οφειλόμενο ποσό που αναλογεί στο ποσοστό της, δηλαδή 1/84 τούτου και συγκεκριμένα το ποσό των 585,71 ευρώ (49.200 δια 84), χωρίς να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του οποιαδήποτε αιτιολογία σχετικά με α) ποιό ήταν το συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα για την κατασκευή της δικής της κατοικίας, αλλά και των λοιπών ιδιοκτητών των 83 κατοικιών, πλήρως αποπερατωμένων, β) σε ποίο στάδιο κατασκευής παρέδωσε ο αναιρεσίβλητος τόσο τη δική της ημιτελή, όσο και τις υπόλοιπες 83 κατοικίες, γ) σε ποιό ποσό ανερχόταν το οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα για την μέχρι τότε ημιτελή κατασκευή καθεμίας από τις 84 κατοικίες, δ) ποιό ποσό είχε λάβει ο αναιρεσίβλητος μέχρι την παράδοση τόσο από την ίδια όσο και από τους ιδιοκτήτες των άλλων 83 κατοικιών, ώστε να εξευρεθεί, με τους προσήκοντες αριθμητικούς υπολογισμούς από την αναιρεσείουσα εναγομένη, το οφειλόμενο τελικώς στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα για την ένδικη αιτία χρηματικό ποσό και να δικαιολογείται η παραδοχή της προβαλλόμενης απόφασης περί της ισομερούς κατανομής (1/84) της συνολικής αξίωσης του αναιρεσιβλήτου από 49.200 ευρώ, καθώς και ότι η επίδικη οφειλή αφορούσε περισσότερους, δυναμένη να είναι διαιρετή μεταξύ τούτων.
Επίσης, όσον αφορά την απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης εξόφλησης του επίδικου υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι επικαλούμενες καταβολές που έγιναν απ' αυτήν, κατά το ποσοστό συμμετοχής της, μέχρι την 31-12-2008:
α) ύψους 34.066,42 ευρώ, με βάση τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα απ' αυτήν τιμολόγια έργων, β) ύψους 1.298,90 ευρώ με βάση το με αριθ. …/…-10-2005 Τιμολόγιο πρόσθετων εργασιών και γ) συνολικού ύψους 1.500,00 ευρώ (500,00 ΕΥΡΩ χ 3) με καταθέσεις στον με αριθ. …/…-… τραπεζικό λογαριασμό (ΕΤΕ) του εναγομένου, αφορούν την εξόφληση εργασιών σχετικά με το κτίσμα της και μόνο
και δεν αφορούν στο αιτούμενο από τον ενάγοντα συνολικό ποσό των 40.000,00 ευρώ, το οποίο ζητεί απ' όλους τους ιδιοκτήτες για την εκτέλεση εκ μέρους του υπερσυμβατικών εργασιών (δικτύων αποχέτευσης ομβρίων, διαμορφώσεως, γεφυρών, κρασπεδώσεων και οδοποιίας), οι οποίες εκτελέστηκαν προκειμένου να καταστούν λειτουργικές οι κατοικίες όλων των ιδιοκτητών, ήτοι και αυτή της εναγομένης, χωρίς να αναφέρεται στην ίδια απόφαση ο τρόπος με τον οποίο ανατέθηκαν στον αναιρεσίβλητο οι ως άνω "υπερσυμβατικές εργασίες", το είδος, η ποσότητα και το εργολαβικό αντάλλαγμα, οι όροι και οι συμφωνίες κατασκευής τούτων, εάν ανατέθηκαν σε αυτόν μόνο από την αναιρεσείουσα ή από κοινού με άλλους ιδιοκτήτες και ποίους, εάν αυτές κατασκευάστηκαν και παραδόθηκαν ή παραλήφθηκαν ημιτελείς, όπως οι κατοικίες, το στάδιο κατασκευής που παραδόθηκαν και σε ποιο ποσό ανερχόταν η μέχρι εκείνο το στάδιο κατασκευής αμοιβή του, εάν κατασκευάστηκαν οι ίδιες ακριβώς εργασίες για όλες τις κατοικίες, εάν η διαμόρφωση των γεφυρών και των λοιπών αναφερόμενων έργων αφορούσε όλες τις κατοικίες, εάν η ένδικη αξίωση αφορούσε τη συνολική αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ή υπόλοιπο αυτής, ποιο ποσό είχε καταβληθεί από την αναιρεσείουσα και ποιο από τους λοιπούς ιδιοκτήτες και εάν όλοι οι ιδιοκτήτες του όφειλαν το ίδιο ποσό αμοιβής του, ώστε ισομερώς να αξιώνει ο αναιρεσίβλητος και να δικαιολογείται η υποχρέωση της ίδιας να του καταβάλει το 1/84 του ποσού των 40.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. ...
Εκ τούτων, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 477 και 681 ΑΚ, τις οποίες, εντεύθεν, το Ειρηνοδικείο εκ πλαγίου παραβίασε, όπως βασίμως μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το οικείο μέρος τους, λόγους της κρινόμενης αίτησής της.
Η αναιρετική δε εμβέλεια των λόγων αυτών στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα τούτων, πρέπει, κατ' παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου συντιθέμενου από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει.
Τέλος, υπό τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.
ΑΠ 5/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υποβάλει αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της επιστρέψει το ποσό των 739,98 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα κατέβαλε σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, νομιμοτόκως από την προς αυτόν επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί επί της ένδικης αίτησης αναίρεσης και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Η αίτηση αυτή επαναφοράς, παραδεκτώς υποβληθείσα, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ και σύμφωνα με την από 11-4-2016 απόδειξη, την οποία προσκομίζει προαποδεικτικώς, με επίκληση, η αναιρεσείουσα, χωρίς να αμφισβητηθεί από τον αναιρεσίβλητο, αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε πράγματι στον τελευταίο, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν με αυτή, το αιτούμενο ποσό των 736,98 ευρώ.
Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ως άνω ποσό των 736,98 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την εξόφληση, κατά παραδοχή της περί επαναφοράς αίτησής της ως ουσιαστικά βάσιμης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1824/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των επτακοσίων τριάντα έξι ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (736,98 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ