Supreme Court dismisses appeal on ownership of non-navigable riverbanks under Greek Civil Code and Ottoman Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling regarding the ownership of riverbank properties. The State argued that the land was public domain, but the court found it belonged to private owners based on long-term possession and lack of navigable status. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 967 A.C.; Art. 3 Ottoman Law 7 Ramadan 1274: Non-navigable riverbanks are not public domain but private property acquired through acquisitive prescription via continuous thirty-year possession with good faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 733 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 733/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στελιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Ζ. του Γ., συζ. Σ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καλαβρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 967 ΑΚ, κοινόχρηστες είναι μόνο οι όχθες των πλεύσιμων ποταμών και ανήκουν στο Δημόσιο, ενώ οι όχθες των μη πλεύσιμων ποταμών δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων και ανήκουν στους παρόχθιους ιδιοκτήτες. Συνακόλουθα και τα παρόχθια των μη πλεύσιμων ποταμών κτήματα δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν κοινόχρηστα.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2. παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, ως τέτοιας νοουμένης της άσκησης σε αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα συνεχούς τριακονταετίας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/13.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά (εκτός από εκείνα που διαλαμβάνονται στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ/τος προϋποθέσεις), εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων ''περί δικαιοστασίου'' που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τις 16-5-1926 ''περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.'' που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 ''περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων'' και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και χρησικτησία πάνω σ' αυτά (ΑΠ 501/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, περί έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρονται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 221/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Με τη με αριθμό 1/2005 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού της Διεύθυνσης ΧΠ Νομαρχίας …, η οποία κυρώθηκε με την απόφαση του Νομάρχη …. με αριθμό ...37/2005, έχει καταστεί τελεσίδικη και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη και κατασκευή της παραποτάμιας οδού, εντός της πόλης των …, από τη γέφυρα της … μέχρι την οδό ..., μια εδαφική έκταση, η οποία απεικονίζεται στα κτηματολογικά διαγράμματα και στους κτηματολογικούς πίνακες που συντάχθηκαν από τον τοπογράφο μηχανικό Γ.
Γ. και θεωρήθηκαν το έτος 2005. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων είναι και δύο ιδιοκτησίες με αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακος 26α, με περιμετρικά στοιχεία 191-201-202-203-204-205-206-208-575-577-578-579-580-574-191, συνολικού εμβαδού 2.316,91 τ.μ. από την οποία ρυμοτομούνται τμήματά της (στήλη 10 κτηματολογικού πίνακα) και 26β, με περιμετρικά στοιχεία 206-205-209-210-211-212-583-584-5576-575-208-206, συνολικού εμβαδού 1.563,64 τ.μ.
από την οποία ρυμοτομούνται δύο τμήματά της (στήλη 10 κτηματολογικού πίνακα). Στον κτηματολογικό πίνακα ως εικαζόμενη ιδιοκτήτρια φέρεται η ενάγουσα. Οι ως άνω ιδιοκτησίες περιήλθαν στην κυριότητα της ενάγουσας δυνάμει του με αριθμό …21/15.12.1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. (τ. 1038, αρ. 7) λόγω δωρεάς εν ζωή από τη γιαγιά της Σ.
χήρα Κ. Ζ.. Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τρόπο μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα η κυριότητα ενός οικοπέδου, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της κωμοπόλεως ..., εμβαδού 3.629,78 τ.μ., το οποίο κατά τον τίτλο κτήσης συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.
Κ., κληρονόμων Σούκου και ιδιοκτησία Ν. Δ., νότια με (αναφερόμενο ως) χείμαρο …. και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Γεωργίου και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Κ., ρυμοτομείται δε υπό του σχεδίου πόλεως σε ολόκληρη τη νότια πλευρά του και στο μέσο του υπολοίπου κατά 1,702,41 τ.μ. και έτσι μετά τη ρυμοτόμηση απομένουν δύο τμήματα μη ρυμοτομούμενα εμβαδού 835,33 τ.μ.
στο ΟΤ 8 και εμβαδού 1.092,04 τ.μ. στο ΟΤ 9. Τα τμήματα αυτά ταυτίζονται με τις με αριθμούς 26α και 26β ιδιοκτησίες του κτηματολογικού πίνακα. Στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Σ. χήρα Κ. Ζ., μοναδικό τέκνο του Ν. αι της Ε. Ρ., το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του πατέρα της που απεβίωσε το 1920 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου δυνάμει της υπ' αριθμ.
…20/1984 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομίας του ιδίου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 1038, αρ. 6), με την οποία αποδέχθηκε την εξ αδιαθέτου κληρονομία που περιήλθε σε αυτή από τη μητέρα της Ε. χήρα Ν. Ρ., η οποία απεβίωσε στις 5-11-1946 και στην οποία είχε περιέλθει το ακίνητο κατά το παραπάνω ποσοστό από κληρονομιά του κατά τα ανωτέρω αποβιώσαντος συζύγου της, την οποία αποδέχθηκε σιωπηρά, αναμιχθείσα σε αυτή με πρόθεση κληρονόμου.
Η δικαιοπάροχος της ενάγουσας και εν συνεχεία η ενάγουσα από την περιέλευση του ακινήτου σε αυτές με τον παραπάνω τρόπο ασκούσαν επ' αυτού πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας αυτό και συλλέγοντας τους καρπούς του. Επί της ιδιοκτησίας αυτής υφίστανται ήδη από 30 ετών 85 ελαιόδενδρα (κατά τον κτηματολογικό πίνακα 45 στην υπ' αριθμ ΑΚΠ 26α ιδιοκτησία και 40 στην υπ' αριθμ. 26β ιδιοκτησία) που φρόντιζαν και εκμεταλλεύονταν αρχικά η δικαιοπάροχος της ενάγουσας και στη συνέχεια η ίδια, ενώ και πριν τη φύτευση των ελαιοδένδρων, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας καλλιεργούσε επί 30 έτη το ακίνητο με διάφορες καλλιέργειες.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση είναι παρόχθια του …. Ο … πηγάζει από την οροσειρά ..., ... και ... και εκβάλλει στο βόρειο .... Τα νερά του έχουν φυσική και αέναη ροή, ρέουν δηλαδή ελεύθερα καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Πρόκειται επομένως για ποταμό και όχι για χείμαρρο, διακριτικό γνώρισμα του οποίου είναι η μη συνεχής αλλά παροδική ή περιοδική ροή των υδάτων και μόνο μετά από βροχή, τήξη πάγων ή κατά τη διάρκεια του χειμώνα...
Ο ... είναι μη πλεύσιμος ποταμός. Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 967 ΑΚ, πράγματα κοινής χρήσης είναι οι όχθες μόνο των πλευσίμων ποταμών, αντίθετα οι όχθες ποταμών που δεν είναι πλεύσιμοι ανήκουν στους παρόχθιους και δεν αποτελούν κατ' αρχήν κοινόχρηστα, εκτός αν με άλλο νόμιμο τρόπο έχουν αποκτήσει την ιδιότητα αυτή.
Συνακόλουθα και τα παρόχθια των μη πλευσίμων ποταμών, όπως η επίδικη έκταση, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν κοινόχρηστα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, προβάλλοντας δικαιώματα επί της εκτάσεως λόγω του επικαλούμενου κοινόχρηστου χαρακτήρα του... Περαιτέρω ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του, διότι από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους καταλήφθηκε βάσει πολεμικού δικαιώματος και εν συνεχεία δημεύθηκε ως ανήκον προηγουμένως στο Οθωμανικό Δημόσιο δεν ευσταθεί, διότι, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, η ...
δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου με δικαίωμα πολέμου, αφού δεν καταλήφθηκε με τα όπλα από τον Ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην Ελληνική Κυβέρνηση με την υποχρέωση να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το ελληνικό κράτος και επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Επιπλέον από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε βαλτώδη έκταση, δασική έκταση, λιβάδι ή βοσκότοπο, ότι είχε καταστεί αδέσποτη ή εγκαταλελειμμένη ώστε να περιέλθει στο εκκαλούν σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 21-6/10-7-1837, ούτε ότι το εκκαλούν κατείχε και νεμόταν την επίδικη έκταση με διάνοια κυρίου καθ' οιοδήποτε χρονικό διάστημα.
Άλλωστε η επίδικη έκταση δεν είναι καταγεγραμμένη ως δημόσιο κτήμα... Εφόσον κατά τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν απέκτησε με οποιοδήποτε τρόπο εμπράγματο δικαίωμα στην επίδικη έκταση, μόνη η έλλειψη τίτλων της εφεσίβλητης που να ανατρέχουν στο χρόνο περιέλευσης της ...ς στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος και η ανυπαρξία απόφασης της μικτής επιτροπής του διατάγματος της 26-6-1836 περί της επίδικης έκτασης δεν αρκούν να προσπορίσουν δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επ' αυτής, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθεί περαιτέρω σε ποιόν οθωμανό ιδιοκτήτη ανήκε η έκταση αυτή κατά την απελευθέρωση και από ποιόν την απέκτησαν οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας...
Τέλος, αφού κατά τα ανωτέρω το επίδικο αποτελεί ιδιωτική έκταση και όχι δημόσιο κτήμα, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους το εκκαλούν επικαλείται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων για το δικαιοστάσιο που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού, του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 ν.δ. ''περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης'', των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938 ''περί προστασίας δημοσίων κτημάτων'' σε συνδυασμό με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου [ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14) ν. 2 παρ. 20 πανδ. (332.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3]), που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία θα έπρεπε η τριακοντετής νομή που απαιτούνταν κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου να έχει συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 2 και 4 ν. 1539/1938, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες δημιουργείται πλάσμα νομής του Δημοσίου επί των δημοσίων κτημάτων, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι διατάξεις αυτές αφορούν δημόσια κτήματα και δεν εφαρμόζονται επί ιδιωτικών εκτάσεων, όπως η επίδικη.
Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα είναι κυρία των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών, επί των οποίων δεν υφίστανται βάρη και δικαιούχος της αποζημίωσης που ορίσθηκε προσωρινά με την υπ' αριθμ. 73/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, όπως έκρινε η εκκαλουμένη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της κωμοπόλεως ..., αποτελούσε πάντοτε καλλιεργήσιμη αγροτική έκταση και ότι είναι παρόχθια έκταση του ...
ποταμού. Ότι τα νερά του ... ποταμού ρέουν ελεύθερα καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, πλην όμως αυτός δεν είναι πλεύσιμος και ότι το επίδικο ακίνητο που είναι παρόχθια έκταση του εν λόγω ποταμού, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κοινής χρήσεως πράγμα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενό της, διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα του μη χαρακτηρισμού του επιδίκου ακινήτου ως κοινοχρήστου και επομένως ως μη προστατευόμενου κτήματος, ανήκοντος στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, περί έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, με τον ίδιο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση για παραβίαση των διατάξεων του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων για το δικαιοστάσιο που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού, του άρθρου 21 του από 22.4/16.5.1926 ν.δ/τος, των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου {ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3)}, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες για την κτήση της κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία θα έπρεπε η τριακονταετής νομή να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 2 και 4 του ν. 1539/1938, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες δημιουργείται πλάσμα νομής του δημοσίου επί των δημοσίων κτημάτων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά τις μη πληττόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε αποκτήσει ποτέ εμπράγματο δικαίωμα στο επίδικο ακίνητο και ότι το τελευταίο αποτελούσε πάντοτε ιδιωτική έκταση και όχι δημόσιο κτήμα και επομένως οι παραπάνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην επίδικη ιδιωτική έκταση.
Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λπ., οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) οι νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει του από 1.2.1830 Πρωτοκόλλου ''περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος'', των από 3/22-2-1830 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 26-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης ''περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος'' μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και της Υψηλής Οθωμανικής Πύλης, και του άρθρου 16 του ν. 21-6/10-7-1837 ''περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου: 1) οι δημόσιες γαίες (μιριγιέ), η κυριότητα των οποίων πριν από την απελευθέρωση ανήκε στο Σουλτάνο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) και όσες άλλες γαίες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, 2) με ''πολεμικό δικαίωμα'', τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) των οθωμανών ιδιωτών, τα οποία κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα (δηλαδή έως τις 3-2-1830) είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το δημόσιο είτε δεσμεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν ήδη αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών κατά το οθωμανικό δίκαιο. Περαιτέρω, όσον αφορά τα οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα, κατά το χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830), εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά παραχωρηθέντων, εν συνεχεία, βάσει της συνθήκης της Κωνσταντινούπολης στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες.
Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια, αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα, ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους (ΑΠ 856/2007).
Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι, προκειμένου για αμφισβητούμενα μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια της νήσου Εύβοιας, το τελευταίο μπορεί να προτείνει δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει των ανωτέρω πρωτοκόλλων και διεθνούς συμβάσεως, όχι όμως και δυνάμει καταλήψεως αυτών ως πολεμικής λείας, με άσκηση δικαιώματος πολέμου και, εν συνεχεία, δημεύσεως (ΑΠ 368/2015, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 268/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τους δεύτερο και τέταρτο (κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος) λόγους αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφασή την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του διότι από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους καταλήφθηκε βάσει πολεμικού δικαιώματος και εν συνεχεία δημεύθηκε ως ανήκον προηγουμένως στο Οθωμανικό Δημόσιο.
Σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι, ενόψει του ότι η νήσος Εύβοια, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου με δικαίωμα πολέμου, αφού δεν καταλήφθηκε με τα όπλα από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το ελληνικό κράτος, και τελικά αγοράσθηκαν από Έλληνες και ξένους κεφαλαιούχους, το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε την κυριότητα των κτημάτων αυτών.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου 7 Ραμαζάν 1274 (1856), και τις διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830, 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε.
Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος (κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τους τρίτο και τέταρτο (κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος) λόγους αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ''από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε βαλτώδη έκταση, δασική έκταση, λιβάδι ή βοσκότοπο, ότι έχει καταστεί αδέσποτη ή εγκαταλελειμμένη ώστε να περιέλθει στο εκκαλούν σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 21-6/10-7-1837, ούτε ότι το εκκαλούν κατείχε και νεμόταν την επίδικη έκταση με διάνοια κυρίου καθ' οιοδήποτε διάστημα'', παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 21-6/10-7-1837, του α.ν. 1539/1938, του ν.δ. 86/1969 και του ν.δ. 4173/1929, σύμφωνα με τις οποίες επί των δημόσιων κτημάτων το Δημόσιο θεωρείται νομέας των δασικών, των χορτολιβαδικών και γενικώς των δημόσιων εκτάσεων, έστω και αν δεν ενήργησε σ' αυτές καμία πράξη νομής.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο εντάσσεται στην κατηγορία των δημοσίων εκτάσεων και ότι έχει δασικό ή χορτολιβαδικό χαρακτήρα, ή ότι αποτελούσε βαλτώδη έκταση, ενώ, όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αυτό δεν έχει δασικό ή χορτολιβαδικό χαρακτήρα, ούτε αποτελούσε βαλτώδη έκταση, και δεν είναι δημόσιο κτήμα, ούτε μνημονεύεται ότι αυτό ανήκει στην κατηγορία των δημόσιων οθωμανικών γαιών.
Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραπάνω νόμων και οι εξεταζόμενοι τρίτος και τέταρτος (κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος) λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένης, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 11/2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 67/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ