Legislator Case Law & Legislation
733/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against lawyer fee ruling, remanding case for retrial due to erroneous statutory interpretation.

Case Number 733/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a first-instance court's dismissal of a lawyer's fee claim, finding the lower court erred in its statutory interpretation. The plaintiff argued that post-2011 regulations did not apply to pre-2011 work, while the opposing party contended the new rules strictly governed all proceedings. The court ruled that the lower court misapplied the Code of Lawyers, necessitating a retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Art. 91, 92 of the Code of Lawyers; The lower court's dismissal of a lawyer's fee claim based on a new statutory regime is erroneous if it fails to recognize that the new rules do not retroactively invalidate claims for services rendered prior to their enactment, requiring a retrial.

Keywords

AI generated
lawyer fee dispute retroactive application statutory interpretation Code of Lawyers remand for retrial legal professional fees civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 91 of the Code of Lawyers (Law 3026/1954)
Art. 92 of the Code of Lawyers (Law 3026/1954)
Law 3919/2011
Art. 5 of Law 3919/2011
Circular 1117864/2297/A0012/7-12-2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 733 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 733/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..., δικηγόρου, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Κλειώς Αρπαζοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 174/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 30/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...6-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη αυτής, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 5-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...6-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 30/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης κατά της 174/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, επί της από 17-9-2014 (με αριθμό κατάθεσης ...-9-2014) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Κατά το άρθρο 91 παρ.1 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα Δικηγόρων", που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω λόγω του χρόνου γένεσης της ένδικης απαίτησης, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη.

Με το άρθρο 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.6 του ν. 3919/2011 και, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 αυτού, άρχισε η ισχύς του από 3-7-2011, ορίζεται ότι: "1. Τα της αμοιβής του δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου αυτού, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή κατ’ ιδίαν πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες. [Οι] οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς και για τη διενέργεια εξωδικαστικών νομικών εργασιών, παύουν να ισχύουν.

Στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης, έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, ισχύουν οι οριζόμενες σύμφωνα με τα κατωτέρω νόμιμες αμοιβές. Με βάση τις νόμιμες αμοιβές διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκ-καθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών στην περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 178 παρ.1 [...].

Όπου στις διατάξεις των άρθρων 98-102, 104-123, 125-134, 139-156, 167 και 169 του παρόντος Κώδικα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή δια-δικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε "ελάχιστα όρια αμοιβών" ή "ελάχιστες αμοιβές" ή "αμοιβές", νοούνται εφεξής οι "νόμιμες αμοιβές" κατά την έννοια των προηγούμενων εδαφίων.

Από τις οριζόμενες στην ΚΥΑ υπ’ αριθμό 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 (ΦΕΚ 2422 Β’ ) ως υποχρεωτικές "ελάχιστες αμοιβές", εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά εφεξής ως "νόμιμες αμοιβές" κατά τη ρύθμιση των προηγούμενων εδαφίων, μόνον εκείνες (του Κεφαλαίου Ι "Παραστάσεις σε Δικαστήρια"), οι οποίες αναφέρονται στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, είναι δυνατή επαναρρύθμιση των νομίμων αμοιβών για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών [...]. Όπου στον παρόντα Κώδικα ή σε οποιονδήποτε άλλο νόμο προβλέπονται νόμιμες αμοιβές, σύμφωνα με τη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου, που υπολογίζονται ως ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, με το προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει της εξουσιοδοτήσεως των δύο προηγούμενων εδαφίων, αυτές καθορίζονται σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά, κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά καθοριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή επαύξηση της εκφραζόμενης ή αποτιμώμενης σε χρήμα αξίας, επί της οποίας αυτά υπολογίζονται".

Εξάλλου, με το άρθρο 178 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.14 του ν. 3919/ 2011, ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, τα δικαστήρια κατά την εκδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, που διενεργείται στην περίπτωση κατά την οποία δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής του δικηγόρου και του εντολέως του ή αντιπροσώπου αυτού, εφαρμόζουν τις περί νομίμων αμοιβών διατάξεις του κώδικα τούτου [...]".

Περαιτέρω, µε το άρθρο 7 παρ.2 του ν. 2753/1999, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 5 παρ.15 του ν. 3919/2011, παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση για να ορισθεί µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ελάχιστη δικηγορική αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους, για τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι δικηγόροι στους εντολείς τους, εκτός των άλλων, και όταν αυτές αφορούν παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων.

Δυνάμει της εν λόγω νομοθετικής εξουσιοδότησης, εκδόθηκε η πιο πάνω ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012/7-12-2007. Δεδομένου ότι η ελάχιστη αμοιβή, που ορίζεται στην τελευταία αυτή υπουργική απόφαση, προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αυτή αναφέρεται στις προεισπραττόμενες και μόνο αμοιβές (οι οποίες ορίζονται πάντα με ένα κατ’ αποκοπή ποσό και ταυτίζονται κατά κανόνα με τις ελάχιστες νόμιμες αμοιβές), οι δε προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων ελάχιστες ποσοστιαίες αμοιβές εξακολουθούν να ισχύουν.

Με την παραπάνω διάταξη του ν. 2753/1999 και την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα ΚΥΑ δεν θίγονται, δηλαδή, οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, που προβλέπουν καταβολή δικηγορικής αμοιβής βάσει ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης, οι οποίες και εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά τροποποιήθηκε ο εν λόγω Κώδικας μόνο όσον αφορά στο ύψος των προεισπραττόμενων ελαχίστων αμοιβών.

Συνεπώς, µε βάση τις ανωτέρω παραδοχές και διακρίσεις, το ελάχιστο όριο της αμοιβής ενός δικηγόρου επί υποθέσεων µε αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα προσδιορίζεται ποσοστιαία, εφόσον ο ποσοστιαίος αυτός προσδιορισμός είναι ανώτερος του ποσού που ορίζεται ως αμοιβή για τη συγκεκριμένη νομική υπηρεσία µε την προαναφερόμενη ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012/7-12-2007.

Αντιθέτως, η αμοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων που δεν έχουν αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα και ειδικότερα, επί υποθέσεων που δεν έχουν αίτημα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, αλλά μόνο διαπλαστικό, εφαρμοστέες είναι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω Κώδικα περί κατ’ αποκοπή καθορισμού του ύψους της αμοιβής (άρθρα 110 παρ.3, 107 παρ.1 και 100 παρ.4 του Κώδικα Δικηγόρων), όπως ο συντελεστής υπολογισμού των αμοιβών ορίστηκε με διαδοχικές αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και τελευταία ανακαθορίστηκε με την ΥΑ 12398/9-2-1989 σε 140 μονάδες (ΑΠ 1112/2017, ΑΠ 390/2015).

Εξ αυτών παρέπεται ότι, με τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις του άρθρου 5 του ν. 3919/2011, δεν καταργούνται ούτε τροποποιούνται οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, που προβλέπουν ελάχιστες ποσοστιαίες αμοιβές και συνεπώς, σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής, αυτή καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθρα 100 επ.

αυτού ελάχιστα όρια. Εάν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αμοιβές, τις υπολογιζόμενες βάσει ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης, να μην ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, δεν θα περιελάμβανε στην τελευταία υποπαράγραφο του τροποποιημένου άρθρου 92 πρόβλεψη, με την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού έκδοση προεδρικού διατάγματος περί επανακαθορισμού σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά των αμοιβών που υπολογίζονται σε ποσοστά επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης.

Η θέση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο νέο Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013), με το άρθρο 166 παρ.2 του οποίου καταργήθηκε ο προϊσχύων κώδικας (ν.δ. 3026/1954), προβλέπεται ο καθορισμός δικηγορικής αμοιβής βάσει διαδοχικώς φθίνοντος ποσοστού επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης (άρθρο 63 αυτού), πράγμα που σημαίνει ότι, αν ο νομοθέτης, με την τροποποίηση του άρθρου 92 του προϊσχύσαντος κώδικα, δυνάμει του άρθρου 5 παρ.6 του ν. 3919/2011, ήθελε την κατάργηση του ως άνω τρόπου καθορισμού της αμοιβής, δεν θα τον επανέφερε με το νέο Κώδικα Δικηγόρων.

Τέλος, κατά τα άρθρα 100 παρ. 1 εδ. α’ και 107 παρ.1 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, ενώ για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης, ενώπιον του πρωτοδικείου, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσον προς το οριζόμενο στο άρθρο 100 για τη σύνταξη της αγωγής ποσοστό, δηλαδή 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής.

3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), με την από 17-9-2014 (αριθμός κατάθεσης ...-9-2014) αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, εξέθεσε ότι, τυγχάνουσα δικηγόρος διορισμένη στο Πρωτοδικείο Αγρινίου, τον Ιούλιο του 2011, με προφορική εντολή του εναγομένου (αναιρεσίβλητου) συνεταιρισμού, ορίσθηκε πληρεξούσια δικηγόρος του για την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου παράσταση και εκπροσώπησή του, κατά τη δικάσιμο της 14-12-2011 ή σε οποιαδήποτε μετ’ αναβολή δικάσιμο, για την αντίκρουση της με αριθμό κατάθεσης ...-7-2011 αγωγής των Β.

χήρας Β. Τ. και λοιπών, με την οποία αυτοί ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εκεί εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσίβλητος, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 680.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, λόγω του επελθόντος θανάτου του συγγενή τους Β.

Τ., συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, στο οποίο ενεπλάκη και το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο, που ήταν ενταγμένο στον εναγόμενο συνεταιρισμό. Ότι, σε εκτέλεση της ανατεθείσης σε αυτήν εντολής, παραστάθηκε ενώπιον του προαναφερομένου δικαστηρίου κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 14-12-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης και τελικά συζητήθηκε την 20-3-2013, κατά την οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.

Ότι επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε η 350/2013 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον εντολέα της. Ότι η αμοιβή της για την προσφερθείσα εργασία, ελλείψει ειδικής συμφωνίας, ανέρχεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, στο ποσό των 13.600 ευρώ (680.000 € X 2%) για τη σύνταξη και κατάθεση των προτάσεων και στο ποσό των 402 ευρώ για τρεις παραστάσεις (134 € Χ 3).

Ότι έναντι της πιο πάνω οφειλής το εναγόμενο της κατέβαλε το ποσό των 1.011 ευρώ και της οφείλει το υπόλοιπο, ανερχόμενο σε 12.991 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 174/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.

Μετά την άσκηση έφεσης κατ’ αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 30/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία το τελευταίο δέχθηκε τα εξής: Ότι οι απαιτήσεις της ενάγουσας αφορούσαν νομικές πράξεις που αυτή διεξήγαγε μετά την 2-7-2011 και γι’ αυτό, με βάση τον ισχύοντα κατά τον κρίσιμο χρόνο Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το ν. 3919/2011, είναι μη νόμιμες, διότι, λόγω μη ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης, δεν ισχύουν πλέον τα οριζόμενα με τα άρθρα 100 και 107 του Κώδικα ελάχιστα όρια αμοιβών, καθοριζόμενων με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, αλλά οι μόνες εν ισχύ "ελάχιστες αμοιβές" είναι πλέον οι "νόμιμες αμοιβές", οι οποίες προκειμένου για τη διεξαγωγή δίκης προσδιορίζονται στην ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012/7-12-2007.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη και έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της έφεσης, την προσβαλλόμενη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 5 παρ.6 του ν. 3919/2011, καθώς και αυτές της 1117864/2297/Α0012/ 7-12-2007 ΚΥΑ, των οποίων η αληθινή έννοια έχει προεκτεθεί (βλ.

παραπάνω, αρ.2). Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 (και όχι του άρθρου 559 αρ.1) ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν υπήρξε δυσχερής (ΚΠολΔ 179, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 30/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ