Supreme Court dismisses appeal on medical contract costs, ruling no substantive law violation occurred regarding material usage disclosure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding medical expenses. The appellant argued that the defendant failed to disclose specific surgical materials before the operation, violating substantive law on contract interpretation. The court found no violation because the defendant informed the patient post-operatively and the specific materials were not predetermined due to potential complications, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 288 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a failure to disclose specific medical materials prior to surgery does not constitute a violation of substantive law if the patient was informed afterward and the materials were necessary due to unforeseen complications.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 733 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 733/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ορέστη Γεωργιάδη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κόντη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7766/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6895/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/9/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 24/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 22-9-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6895/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης κατά της 7766/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου, έγινε στη συνέχεια δεκτή κατ’ ουσίαν η αγωγή και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εντόκως το ποσό των 3.647,35 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί επί μικροδιαφορών". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών αρχών που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και δη την εξειδίκευση των περιεχομένων σ’ αυτούς αορίστων νομικών εννοιών, καθώς και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας κάποιου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, και όχι όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ εκτίμηση πραγμάτων και επομένως λόγος αναίρεσης με τέτοιο περιεχόμενο είναι απαράδεκτος (ΑΠ 662/2012, ΑΠ 208/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 298/2011).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτη και του δανειστή κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπλήρωσης της παροχής, συνακόλουθα και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλομένη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη.
Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών νομοθετικών μεταβολών, που επήλθαν μετά την υπογραφή της σύμβασης, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ’ απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1738/2014, ΑΠ 466/2013).
Παραβίαση δε των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση ευθέως ή εμμέσως κενού ή ασάφειας ως προς τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων (ΑΠ 1909/2013).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η ενάγουσα διατηρεί στην ... Θεσσαλονίκης Γενική Κλινική με την επωνυμία "... ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", όπου ο εναγόμενος εισήλθε για νοσηλεία την 05/10/2008, πάσχοντας από αυχενική δισκοκήλη Α6/Α7.
Αφού του έγιναν όλες οι ενδεδειγμένες εξετάσεις, υποβλήθηκε την 6-10-2008 σε επέμβαση αυχενικής μικροδισκεκτομής Α6/Α7 και εξήλθε από την κλινική της ενάγουσας στις 07/10/2008. Κατά την είσοδό του στην κλινική ο εναγόμενος δήλωσε ως ασφαλιστικό του φορέα το ΤΣΜΕΔΕ και έλαβε γνώση των όρων νοσηλείας και του τιμολογίου της κλινικής, τους αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, θέτοντας την υπογραφή του στο πληροφοριακό δελτίο ασθενούς κάτω από τα εξής κείμενα: "Ο υπογράφων Γ.
Δ.ασφαλισμένος του ΤΣΜΕΔΕ δηλώνω ότι πέραν από όσα θα καταβάλει ο άνω ασφαλιστικός οργανισμός, αναγνωρίζω και αποδέχομαι να επιβαρυνθώ βάσει του τιμολογίου της κλινικής σας, το οποίο μου γνωστοποιήθηκε και να καταβάλω εγώ προσωπικά Α) τη δαπάνη για υγειονομικό υλικό, Β) τη διαφορά θέσης νοσηλείας, Γ) τις εξετάσεις που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό μου οργανισμό, Δ) την πρόσθετη επιβάρυνση λόγω διαφοράς θέσης, για μικροβιολογικές, ακτινολογικές και άλλες εξετάσεις, έξοδα χειρουργείου και έξοδα νάρκωσης, Ε) κάθε ποσό το οποίο δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστικό μου οργανισμό, όπως π.χ.
ξενοδοχειακή εξυπηρέτηση. Εισερχόμενος στην κλινική σας δηλώνω την πλήρη ενημέρωσή μου για τις συνθήκες παροχής υπηρεσιών και την ενημέρωσή μου επί του ιατρικού περιστατικού. Σε περίπτωση που δεν με καλύψει η ιδιωτική μου ασφάλεια, η δαπάνη νοσηλείας μου και ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως μου με βαρύνει προσωπικά και υπόσχομαι να εξοφλήσω εξ ιδίων κατά την έξοδο μου ολοσχερώς τον σχετικό λογαριασμό της νοσηλείας μου" και ακολούθως στο τέλος του δελτίου "Έλαβα γνώση των όρων νοσηλείας της κλινικής καθώς και του ισχύοντος τιμολογίου".
Επίσης υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση, ότι επιθυμεί ως θεράποντα ιατρό τον Ν. Μ., την αμοιβή του οποίου, πέραν αυτής που καταβάλει το ασφαλιστικό ταμείο, θα καταβάλει ο ίδιος. Κατά τη νοσηλεία και παραμονή του εναγόμενου στην κλινική για το χρονικό διάστημα 05-07/10/2008 σε μονόκλινο δωμάτιο, κατόπιν επιθυμίας του, το κόστος της νοσηλείας του ανήλθε στο ποσό των 12.610,87 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και το κόστος ειδικών υλικών που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη χειρουργική επέμβαση, η ενάγουσα δε εξέδωσε το με αριθμ. ...15-11-2008 παραστατικό ταμείου ποσού 9.824,91 €, το οποίο απέστειλε προς εξόφληση στον ασφαλιστικό φορέα του εναγόμενου (ΤΣΜΕΔΕ).
Με τον τρόπο αυτό απέμεινε ως δαπάνη νοσηλείας, που βαρύνει τον εναγόμενο, το ποσό των 2.785,96 €. Ήδη, έναντι του παραπάνω οφειλόμενου ποσού, ο εναγόμενος, κατά την έξοδό του από την κλινική της ενάγουσας, της κατέβαλε το ποσό των 1.054,51 € και έτσι η απομένουσα οφειλή του εναγομένου διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.731,45 €.
Κατά το χρόνο εκείνο (της εξόδου του από την κλινική) ο εναγόμενος ενημερώθηκε ότι υπάρχουν και επιπλέον χρεώσεις από ειδικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, οι οποίες δεν ήταν εκκαθαρισμένες καθώς το λογιστήριο της ενάγουσας δεν είχε παραλάβει από τις προμηθεύτριες εταιρίες τα σχετικά τιμολόγια και συνεπώς δεν μπορούσε να προχωρήσει στις σχετικές χρεώσεις.
Για το παραπάνω οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό των 1.731,45 ευρώ, που βάρυνε τον ίδιο τον εναγόμενο, η ενάγουσα εξέδωσε την με αριθμ. ...15-11-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, που αφορά τις κάτωθι χρεώσεις: Α) τη διαφορά χρέωσης δωματίου από το τρίκλινο που καλύπτει ο ασφαλιστικός φορέας του εναγόμενου σε μονόκλινο στο οποίο αυτός νοσηλεύθηκε, Β) τα έξοδα αποστολής του βιβλιαρίου υγείας του ασφαλισμένου στην οικία του και Γ) τη συμμετοχή σε ποσοστό 30% επί των ειδικών υλικών (4 νευροδιεγέρτες και μία φρέζα κοπής) που χρησιμοποιήθηκαν για την επέμβαση της μικροδισκεκτομής, συνολικού ποσού 5.771,51€.
Για τα ειδικά αυτά υλικά εκδόθηκαν σχετικά τα τιμολόγια με αρ. ...7-10-2008 της εταιρίας "... Α.Ε" ποσού 5.474, 01 €, που αφορά τους 4 νευροδιεγέρτες και με αρ ...7-10-2008 της εταιρίας "... Ε.Ε" ποσού 297,50 €, που αφορά τη φρέζα κοπής. Η συμμετοχή του εναγόμενου στη δαπάνη των ειδικών αυτών υλικών ανέρχεται στο ποσό των 1.731,45 € ...
Στη συνέχεια, μετά από διενέργεια σχετικού ελέγχου και επανελέγχου, ο ασφαλιστικός φορέας του εναγόμενου (ΤΣΜΕΔΕ) κάλυψε κατά το ποσοστό συμμετοχής του (70%) μεταξύ των άλλων δαπανών και δύο από τους τέσσερεις νευροδιεγέρτες, ... ενώ απέρριψε το κονδύλι, που αφορά τη συμμετοχή του κατά ποσοστό 70% για τους άλλους δυο νευροδιεγέρτες που χρησιμοποιήθηκαν.
Επομένως η δαπάνη για αυτούς, που δεν καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό φορέα, μετακυλείεται στον ασφαλισμένο -εναγόμενο και ανέρχεται σε ποσό 1.915,90 ευρώ ...
Συνεπώς η συνολική απομένουσα οφειλή του εναγόμενου, για τη νοσηλεία του και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε, ανέρχονται σε 3.647,35 ευρώ ... Ο εναγόμενος αμφισβητεί τις δαπάνες που αφορούν τους νευροδιεγέρτες και τη φρέζα κοπής και ισχυρίζεται ότι δεν ενημερώθηκε για την αναγκαιότητα χρήσης ειδικών υλικών και συγκεκριμένα των νευροδιεγερτών και της φρέζας κοπής, συνολικής αξίας 5.771,51 ευρώ, ούτε πριν ούτε μετά από την επέμβαση.
Ο ισχυρισμός αυτός ωστόσο είναι απορριπτέος σαν ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο διότι, πριν από την επέμβαση δεν μπορεί κανείς να προβλέψει ακριβώς ποια υλικά θα απαιτηθούν για την αντιμετώπιση κάθε περιστατικού, ούτε τυχόν επιπλοκές που θα προκύψουν και επομένως δεν μπορούσε εκ των προτέρων να του γνωστοποιηθεί η χρήση τέτοιων ειδικών υλικών και για το λόγο αυτό άλλωστε ο εναγόμενος είχε συμφωνήσει, έγγραφα, την καταβολή των εξόδων του χειρουργείου χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, καθώς τέτοιος δεν μπορούσε να γίνει πριν την πραγματοποίηση του χειρουργείου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το πρακτικό χειρουργείου, που συνέταξε ο θεράπων ιατρός του εναγόμενου και προσκομίζει η ενάγουσα, κατόπιν αιτήματος του εναγόμενου, κατά τη διάρκεια της επέμβασης και κατά την κρίση του χειρουργού ιατρού χρησιμοποιήθηκαν νευροδιεγέρτες, τέσσερις στον αριθμό, όπως βεβαιώνει ο ίδιος ο ιατρός, και συνεπώς ο εναγόμενος ενημερώθηκε από τον ιατρό του για τη χρήση των ειδικών υλικών μετά την επέμβαση.
Εξάλλου, το γεγονός ότι πρόκειται για απλή επέμβαση, που δεν απαίτησε μακρό χρόνο νοσηλείας, δεν αποκλείει τη χρήση των ειδικών υλικών κατά την επέμβαση, απορριπτομένου σαν αβάσιμου του σχετικού περί αυτού ισχυρισμού του εναγόμενου. Ομοίως ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η χρήση των νευροδιεγερτών δεν ήταν απαραίτητη και ότι για το λόγο αυτό απορρίφθηκε το σχετικό κονδύλι από το ασφαλιστικό του ταμείο, είναι απορριπτέος σαν ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι το ταμείο κρίνει με βάση οικονομικά κριτήρια και όχι με βάση τα επιστημονικά - πραγματικά δεδομένα.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος ενημερωνόταν από την ενάγουσα για την οφειλή του, προφορικά αλλά και με συστημένη επιστολή που του απέστειλε αυτή (η ενάγουσα) στις 23/1/2009 ενώ, όπως προκύπτει από την από 7-10-2008 απόδειξη της ενάγουσας, η καταβολή των 1.054 ευρώ εκ μέρους του εναγόμενου έγινε έναντι λογαριασμού και όχι σε εξόφληση λογαριασμού.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι με την καταβολή των 1.054 ευρώ κατά την έξοδό του από την κλινική θεωρούσε πως εξόφλησε κάθε οφειλή του προς την ενάγουσα, συνιστάμενη στη διαφορά χρέωσης μονόκλινου δωματίου, στο κόστος των εξετάσεων που υποβλήθηκε προεγχειρητικά και στο κόστος του υγειονομικού υλικού που χρησιμοποιήθηκε και ότι ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε η άνω απαίτηση της ενάγουσας, που περιλαμβάνει τη χρήση ειδικών υλικών, παρά για πρώτη φορά ενημερώθηκε για αυτήν με την επίδοση της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέος σαν ουσιαστικά αβάσιμος.
Επομένως και ο ισχυρισμός του εναγόμενου, που συνιστά τη νόμιμη ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά επειδή η ενάγουσα ουδέποτε τον ενημέρωσε εκ των προτέρων για την ανάγκη χρήσης ειδικών υλικών, ούτε εκ των υστέρων για την πράγματι χρησιμοποίηση τέτοιων υλικών ενώ αντίθετα του δημιούργησε την πεποίθηση ότι με την καταβολή του ποσού των 1.504 ευρώ, κατά την έξοδό του από την κλινική, είχε εξοφλήσει κάθε της απαίτηση, είναι απορριπτέος σαν ουσιαστικά αβάσιμος.
Ομοίως, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η ενάγουσα, αν και γνώριζε στις 7-10-2008, οπότε αυτός εξήλθε από την κλινική, το κόστος των άνω ειδικών υλικών, καθώς οι προμηθεύτριές της εταιρίες είχαν ήδη εκδώσει τα σχετικά τους τιμολόγια εν τούτοις δεν τον ενημέρωσε για το κόστος τους και την οικονομική του επιβάρυνση και συνεπώς δεν εκπλήρωσε καλόπιστα την παροχή της, κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, είναι απορριπτέος σαν ουσιαστικά αβάσιμος καθώς, όπως ανωτέρω σημειώθηκε, η ενάγουσα είχε ενημερώσει τον εναγόμενο για την απαίτησή της κατά την έξοδό του από την κλινική, το συνολικό δε ύψος της απαίτησής της διαμορφώθηκε μετά την λήψη στα χέρια της των τιμολογίων που εξέδωσαν οι προμηθεύτριές της εταιρίες και μετά την απόρριψη των άνω κονδυλίων εκ μέρους του ασφαλιστικού ταμείου του εναγόμενου.
Επομένως, εφόσον ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, το ποσό των 3.647,35 ευρώ, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό αυτό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως". IV) Υπό τις ως άνω παραδοχές, ο μοναδικός εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Δικαστήριο για την απόρριψη των ερειδομένων στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ ενστάσεών του, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και για μη προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ως προς την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και αυτό διότι το Δικαστήριο, με βάση τα αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, περιστατικά, ορθά δέχθηκε, ότι δεν υπάρχει καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος ή παραβίαση της καλόπιστης εκτέλεσης της παροχής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας με το να ζητήσει αυτή την δαπάνη των ένδικων ειδικών υλικών (τεσσάρων νευροδιεγερτών και μίας φρέζας κοπής), που χρησιμοποιήθηκαν κατά την επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε ο αναιρεσείων, εφόσον η χρησιμοποίηση των ειδικών αυτών υλικών κρίθηκε απαραίτητη κατά την διενέργεια της επέμβασης από τον χειρουργό ιατρό, ο αναιρεσείων ενημερώθηκε μετά την επέμβαση από τον θεράποντα ιατρό του για την χρησιμοποίηση αυτών, δεν υπήρχε δέσμευση ως προς το ύψος των εξόδων του χειρουργείου πριν την πραγματοποίηση της επέμβασης και κατά την έξοδο από την κλινική του αναιρεσείοντος γνωστοποιήθηκε σ’ αυτόν ότι το ποσό που κατέβαλε ήταν έναντι λογαριασμού και όχι λόγω εξόφλησης, ο δε προσδιορισμός του τελικού ποσού οφειλής, έγινε μεν αργότερα, αλλά λόγω της απόρριψης στο μεταξύ ορισμένων κονδυλίων εκ μέρους του ασφαλιστικού ταμείου του αναιρεσείοντος και της αναμονής των τιμολογίων των προμηθευτριών της εταιρειών.
Ουδεμία ως εκ τούτου παραβίαση ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ υπάρχει. Το δε γενόμενο δεκτό από το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων ενημερώθηκε για το κόστος των ως άνω ειδικών υλικών όπως και για την χρησιμοποίησή τους μετά και όχι πριν την χειρουργική επέμβαση δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης όπως συμπεριλάβει και αυτά στα έξοδα του χειρουργείου καταχρηστική ούτε τον προσδιορισμό του κόστους των εξόδων του χειρουργείου μη σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε διδάγματα κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας κάποιου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, ώστε να υπάρχει παραβίαση αυτών. Το δε γενόμενο δεκτό από το Δικαστήριο ότι "πριν από την επέμβαση δεν μπορεί κανείς να προβλέψει ποια υλικά θα απαιτηθούν για την αντιμετώπιση κάθε περιστατικού ούτε τυχόν επιπλοκές που θα προκύψουν και επομένως δεν μπορούσε εκ των προτέρων να του γνωστοποιηθεί η χρήση τέτοιων ειδικών υλικών" αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Επίσης, το υποστηριζόμενο από τον αναιρεσείοντα, ότι από τις αποδείξεις προέκυψε, ότι τα συγκεκριμένα ειδικά υλικά δεν ήταν αναγκαία για το συγκεκριμένο είδος επέμβασης ή ότι χρησιμοποιήθηκαν εν αγνοία του μολονότι δεν υπήρξε καμία επιπλοκή κατά την επέμβαση, αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Τέλος, το Δικαστήριο ορθά δεν προσέφυγε στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφόσον δεν διαπίστωσε ύπαρξη κενού ή ασάφειας, έστω και εμμέσως, ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων. Κατόπιν αυτών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση του Δ. Γ. για αναίρεση της 6895/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ