Legislator Case Law & Legislation
733/2016 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision due to insufficient reasoning regarding property rights and evidence admissibility.

Case Number 733/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision because it failed to provide sufficient legal reasoning on two specific grounds. The appellant argued that the lower court ignored the lack of legal basis for certain property transfers and inadequately addressed the admissibility of specific documentary evidence. Consequently, the court ordered the case to be remanded to a newly constituted panel of the same Second Instance Court for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; A lower court decision lacking sufficient or contradictory reasoning on issues affecting the case outcome is voidable, and evidence submitted by the opposing party must be properly considered to form the basis of the finding.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure insufficient reasoning property rights transfer evidence admissibility remand for retrial legal basis requirement appellate annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 1033 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 177 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 733 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 733/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Σοφίας Βρακατσέλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Ι. του Δ., 2) Χ. Ι. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Γεωργάκη, που ανακάλεσε την από με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-208 αγωγή της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 145/2013 Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-2-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο δεύτερος λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το μεν άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η δε συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή, με το δε άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία).

Περαιτέρω, όπως υπό το ισχύον (άρθρο 177 ΑΚ), έτσι και υπό το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 61, Π. 2.14, ν.3 Κωδ. 4,6, ν. 75, Π. 18.1, ν. 21 παρ. 5, Π. 19.1, Ν. 135 παρ.3, Π. 45.1), δικαιοπραξία που περιορίζει ή, κατά μείζονα λόγο, απαγορεύει την εξουσία διάθεσης απαλλοτριωτικού δικαιώματος έχει ενοχική μόνο ενέργεια, όπως την καταβολή ποινικής ρήτρας ή αποζημίωσης, και όχι εμπράγματη, με εξαίρεση την περίπτωση απαγόρευσης της εκ μέρους του οφειλέτη εκποίησης ενεχύρου (ν. 7 παρ.3, Β. 25.7).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Επίσης, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμος αν, παρά τη βεβαίωση του τελευταίου, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο, αλλ’ αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες περί του εάν, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 2/2008).

Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία που αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος διαδίκου, είναι μόνον η προφορικώς ή εγγράφως γενομένη ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ εκείνη που έγινε ενώπιον άλλου δικαστηρίου όπως και εκείνη που περιέχεται σε άλλα έγγραφα εκδιδόμενα από τον διάδικο, αποτελεί εξώδικη ομολογία που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Τέλος, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002). Mε τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα κάτωθι νομίμως με επίκληση προσαχθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα, ήτοι Α.- Την .../7-5-2009 ένορκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Καζνέση, βεβαίωση των Α.

Ν. Κ. και Ν. Β. Β., οι οποίοι επιβεβαιώνουν, κατ’ αυτήν, τους αγωγικούς ισχυρισμούς της για την εκ μέρους εκείνης και των δικαιοπαρόχων της αποκλειστική άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου (εγκατοίκηση, εκμετάλλευση κήπου, συντήρηση, καθαρισμούς κλπ), Β.- Τα ακόλουθα έγγραφα, κατά τη σειρά επίκλησής τους ήτοι: "...Την από 14.11.1946 εξώδικη γνωστοποίηση μετά διαμαρτυρίας του Δ.

Τ. Π., δικολάβου, κατοίκου ... κατά της Β. χήρας Σ. Α. το γένος Β., 27.- Το υπ’ αριθ. μητρώου .../27.11.1946 αποδεικτικό δικαστικού κλητήρα του Πρωτοδικείου Λευκάδας, στο οποίο περιέχεται η από 26.11.1946 απάντηση της ανωτέρω Β. Α. - Β. προς τον Δ. Π., στην οποία γράφεται κατά λέξη ότι "...είμαι κυρία, κάτοχος και νομεύς της εν τη από 14.11.1946 γνωστοποιήσεώς σας περιγραφομένης οικίας.

Τα εν τη γνωστοποιήσει σας αναφερόμενα απέχουν της νομίμου οδού, την οποίαν εις το εξής να ακολουθήσητε", ... Την από 07.05.1969 εξώδικη γνωστοποίηση μετά διαμαρτυρίας του Δ. Π. προς τον Α. Κ., με σημείωση περί επιδόσεως, ...Την από 21.06.1973 εξώδικη γνωστοποίηση μετά διαμαρτυρίας του Δ. Π. προς τον Α. Κ., με σημείωση περί επιδόσεως, ...Την από 05.03.1976 εξώδικη καταγγελία μισθώσεως ακινήτου του Δ.

Π. προς τον Α. Κ., με σημείωση περί επιδόσεως, 49.- Την από 24.08.1976 εξώδικη πρόσκληση του Δ. Π. προς τον Α. Κ., με σημείωση περί επιδόσεως, ... Την από 15.12.1978 (αρ. εκθ. καταθ. ...1978) έκθεση αγωγής μικροδιαφοράς ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., ... Τα υπ’ αριθ. 1/24.01.1979 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου ..., ...Το από 30.03.1980 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως μεταξύ του Δ.

Π. και Μ. χήρας Α. Κ. και ... Οκτώ αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων με λαβόντα τον Δ. Π., με ημερομηνίες 03.04.1976 (δρχ. 20.000), 29.08.1977 (δρχ. 5.000), 26.02.1979 (δρχ. 1.500), 26.03.1979 (δρχ. 500), 05.10.1979 (δρχ. 700), 29.09.1980 (δρχ. 2.700), 09.01.1981 (δρχ. 3.600) και 07.01.1982 (δρχ. 3.600), από τα οποία αποδεικνύονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί της ως προς την άσκηση της επί του επιδίκου νομής από τους δικαιοπαρόχους της Τ.

συζύγου Τ. Π. και όχι από τον Κ. Α. και τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων" και Γ.- Το από μηνός Μαϊου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Φ. Ψ.-Φ., το οποίο έχει συνταχθεί με εντολή των αντιδίκων της (αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι υπέδειξαν τα όρια και αφορά την ιδιοκτησία τους, η οποία συνορεύει με το επίδικο, το οποίο στο εν λόγω τοπογραφικό ως "ιδιοκτησία κληρ.

Α. Κ.", που αποτελεί, κατά την αναιρεσείουσα, εξώδικη ομολογία τους αναφορικά με την αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου της Α. Κ. επί του επιδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας: "Με το υπ’ αριθ. ...8.5.1906 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ...

Κ.Α. Τ., που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών (τόμος ...) Υποθηκοφυλακείου ..., ο δωρητής Κ. Ν. Σ., μεταβίβασε στους Σ. Α. και Κ. Α., αιτία δωρεάς εν ζωή αμετακλήτου, την κυριότητα επί μιας ανωγείου οικίας με το προαύλιο της, στη συνοικία "..." της ..., συνορευομένη γύρω γύρω με ιδιοκτησίες Χ. Ρ., αδελφών Ζ. και θάλασσα.

Καθ’ ομολογία της ενάγουσας το ακίνητο αυτό ταυτίζεται με το ακίνητο του τίτλου των εναγομένων, ενώ σ’ αυτό (δωρητήριο συμβόλαιο) περιλήφθηκε όρος δεσμεύων τους δωρεοδόχους, να μην εκποιήσουν αυτό για όλη τους τη ζωή. Ακολούθησαν πράξεις διάθεσης του δικαιώματος του Κ. Α. (αρχικώς προς τη μητέρα του και από αυτή, στη συνέχεια στην Τ.

σύζυγο Τ. Π.), οι οποίες δεν παράβλαψαν τα δικαιώματα των συγκληρονόμων Κ. Α. (ο οποίος απεβίωσε το έτος 1944 αδιάθετος). Στο μεταξύ συνετάγη η .../28.6.1913 δωρεά αιτία θανάτου του συμ/φου ... Κ. Τ. (τόμος ... ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου) που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία, ο έτερος δωρεοδόχος (απώτατος της ενάγουσας δικαιοπάροχος) διέθεσε το κατά τα ανωτέρω δικαίωμά του επί του επιδίκου στη σύζυγό του Β.

Κ. Β.. Το έτος 1923 επήλθε ο θάνατος του Σ. Α., έτσι περιήλθε η κυριότητα (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου) στη χήρα αυτού Β. το γένος Κ. Β.. Η ανωτέρω συγκυρία κατέλειπε την από 4.12.1950 δημόσια διαθήκη της, που συνετάγη ενώπιον του συμ/φου ... Δ. Β. Π., με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο της τον Α. Μ. Κ., (συγκυριότητα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου) στο επίδικο ακίνητο.

Ο τελευταίος αποδέχθηκε με την .../16.11.1965 πράξη αποδοχής κληρονομιάς (συμ/φου ... Δ. Β. Π.) την ανωτέρω επαχθείσα κληρονομιά (ανωτέρω βιβλία μεταγραφών τόμος ...) γενόμενος έτσι συγκύριος κατά το πιο πάνω ποσοστό. Στη συνέχεια, μετά το θάνατο του ανωτέρω Α. Κ., που απεβίωσε αδιάθετος, επακολούθησαν σε διάφορους χρόνους, οι αποδοχές κληρονομιάς των νόμιμων κληρονόμων του (κληρονομήθηκε κατά το 1/2 από τη μεταποβιώσασα το έτος 1983 σύζυγό του Μ.

και κατά το υπόλοιπο από τα τρία αδέλφια του Ν., Α. και Δ.). Όλοι οι κληρονόμοι αυτού με διαθετικές πράξεις, εκτεινόμενες από 5ης Απριλίου 1983 με τις αντίστοιχες αποδοχές (από 18.7.1985), προσπόρισαν τα δικαιώματά τους συνολικού ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω επίδικου ακινήτου στην ενάγουσα-εκκαλούσα.

Εξάλλου, οι εναγόμενοι με αντίστοιχες διαθετικές πράξεις των ιδίων δικαιοπαρόχων απέκτησαν τα δικαιώματά τους στο επίδικο ανερχόμενα συνολικώς στο 1/2 εξ αδιαιρέτου. Ισχυρίζεται η εκκαλούσα- ενάγουσα ότι η απώτατη δικαιοπάροχός της Β. Β., ο ενδιάμεσος Α. Μ. Κ. και οι άμεσοι Μ., Ν., Α. και Δ. (που προαναφέρθηκαν) και σε κάθε περίπτωση η ίδια, από το έτος 1978 και μετά, παρέγραψαν οποιαδήποτε δικαιώματα τρίτου (συγκυριότητα) επί του επιδίκου, ενασκούντες επ’ αυτού και έναντι των συνδικαιούχων-συγκοινωνών τους τις προσήκουσες προς τούτο πράξεις νομής.

Πλην όμως, από αυτές τις πράξεις διαθέσεως των δικαιοπαρόχων της εκκαλούσας ρητά δηλώνεται και αποδεικνύεται ότι η διάνοια συγκυριότητας εκτείνονταν, σε κάθε περίπτωση και σε κάθε διαδοχική διάθεση ή απαλλοτρίωση μόνον επί του 1/2 αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου. Άλλωστε ως γνωστόν, ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, που κατέχει το κοινό πράγμα, δεν μπορεί να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκοινωνών την έκτακτη χρησικτησία ή την αποσβεστική παραγραφή πριν γνωστοποιήσει σ’ αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται αποκλειστικά στο όνομά του ολόκληρο το κοινό πράγμα ή μέρος τούτου μεγαλύτερο από την μερίδα του, που δεν αποδείχθηκε στην προκειμένη υπόθεση.

Εξάλλου, οι δικαιοπάροχες των εναγομένων- εφεσίβλητων αδελφές Κ., Μ. και Ε. Κ. Α. ασκούσαν εμφανείς διακατοχικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο με διάνοια συγκυριών, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, μέχρι το 2006, που μεταβίβασαν το μερίδιό τους στους εφεσιβλήτους (βλ. ...2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμ/φου Πρέβεζας Γ.

Κακούρη), είχαν ασκήσει δε και αγωγή διανομής, το έτος 1990. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αγωγή, είτε ως θετική αναγνωριστική αγωγή, είτε ως αρνητική αναγνωριστική αγωγή, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτή ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του τρόπου κτήσης συγκυριότητας από τους αναιρεσίβλητους-εναγομένους επί του επιδίκου, αλλά και της εγκυρότητας ή μη των αποκαλουμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση "πράξεων διάθεσης του δικαιώματος (κυριότητας)" του επιδίκου από τον φερόμενο ως απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Κ.

Α. προς την μητέρα του και από την τελευταία στην Τ. συζύγου Τ. Π., με αποτέλεσμα να καθίσταται έτσι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής ή μη των σχετικών διατάξεων ως προς τη νομότυπη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα στην απόφαση α) δεν γίνεται καμία αναφορά στα στοιχεία του παράγωγου τρόπου κτήσης (συμβολαιογραφικό έγγραφο, νόμιμη αιτία, μεταγραφή) και στο ποσοστό της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, β) ενώ αρχικά γίνεται δεκτό ότι "οι εναγόμενοι με αντίστοιχες διαθετικές πράξεις των ιδίων (με την ενάγουσα) δικαιοπαρόχων απέκτησαν τα δικαιώματά τους στο επίδικο ανερχόμενα συνολικώς στο 1/2 εξ αδιαιρέτου", στη συνέχεια αναφέρεται ότι "οι δικαιοπάροχες των εναγομένων-εφεσιβλήτων αδελφές Κ., Μ.

και Ε. Κ. Α. ασκούσαν διαφανείς διακατοχικές πράξεις...", χωρίς οι τελευταίες να υπήρξαν και δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, η οποία φέρεται να αντλεί το αμφισβητούμενο δικαίωμά της από τον Σ. Α. και όχι από τον Κ. Α. και γ) ενώ αναφέρεται ότι, μετά τη νομοτύπως γενομένη δωρεά, "ακολούθησαν πράξεις διάθεσης του δικαιώματος (κυριότητας) του Κ.

Α. (δωρεοδόχου), αρχικώς προς τη μητέρα του και από αυτή, στη συνέχεια, στην Τ. σύζυγο Τ. Π., οι οποίες δεν παράβλαψαν τα δικαιώματα των συγκληρονόμων Κ. Α., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1944 αδιάθετος", δεν αιτιολογεί γιατί οι (μη ειδικότερα καθοριζόμενες) πράξεις διάθεσης του δωρεοδόχου Κ. Α. και της Τ. Π., δεν είχαν εμπράγματη ενέργεια έναντι των δικαιοδόχων τους και άφησαν αλώβητο το κληρονομικό δικαίωμα των κληρονόμων του πρώτου.

Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθίσταται κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν από το Εφετείο υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αν και προσκομίσθηκαν νομοτύπως με επίκληση από την αναιρεσείουσα ως αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών, τόσο η υπ’ αριθ. .../2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνα Καζνέση, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι τούτο (Εφετείο) ρητώς μνημονεύει τις από την πλευρά των αναιρεσιβλήτων προσκομισθείσες υπ’ αριθ. ...2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Γ.

Κακούρη, όσο και όλα τα υπόλοιπα προαναφερόμενα έγγραφα υπό τα στοιχεία Β και Γ, εκ των οποίων το τελευταίο, υπό στοιχείο Γ (τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Φ. Ψ.-Φ.) προκειμένου να εκτιμηθεί ως έγγραφο και όχι ως εξώδικη ομολογία, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, αυτό δεν συντάχθηκε από τους αναιρεσίβλητους.

Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αυτά πρώτος από τον αριθμό 11 και δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι. Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 145/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ