Legislator Case Law & Legislation
733/2013 AI generated

Supreme Court quashes insurance liability judgment due to insufficient reasoning on driver fault and causation.

Case Number 733/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the lower court's insurance liability judgment because it failed to provide adequate reasoning regarding driver fault and causation. The plaintiffs argued that the appellate court's vague assessment of the 60/40 liability split ignored critical facts about the collision's density and reaction times. Consequently, the court remanded the case for retrial by a different panel to properly establish the necessary causal link between the drivers' negligence and the accident.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Law 733/1911; Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; Article 495(4) of the Code of Civil Procedure; Article 12(2) of Law 4055/2012: A judgment is quashed if the appellate court fails to provide sufficient reasoning on the essential issue of fault and causation in a traffic accident case, rendering appellate review impossible.

Keywords

AI generated
traffic accident liability causal link requirement insufficient reasoning appellate review standards joint and several liability remand for retrial insurance coverage dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 733/1911
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 733 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 733 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικόλαο Ζουπάνο βάσει δηλώσεως κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Μ. Β., 2. Ε. Μ. Β. και 3. Α. Μ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνο Ματσαγγό και κατέθεσαν προτάσεις.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ στους: 1. Μ. Σ., κάτοικο ..., 2. Ανώνυμη ασφαλισιτκή εταιρεία με την επωνυμία N.P.INSURANCE ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ, που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία Β. Π. και ΣΙΑ Ο.Ε., που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 29-12-2008 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, την από 27-2-2009 ανακοίνωση δίκης προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1206/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4293/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/10/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 13/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου των λόγων της και την απόρριψη ως προς τον τρίτο λόγο, της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ,μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από το εδάφιο 19 του ίδιου άρθρου και Κώδικα γιατί περιέχει σιωπηρά και παραπάνω για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 393/1999, ΑΠ 823/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση'το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 27-11-2007 και περί ώρα 12.55'ο Β. Β. του Μ. υιός της πρώτης και αδελφός του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων, οδηγούσε την υπ' αριθ. Κυκλ. ... δίκυκλη μοτ/τα κυριότητας της εταιρείας με την επωνυμία "Β.Π.

ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" (α' εναγόμενη των υπό στοιχεία Β' και Γ' αγωγών) ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΡ INSURANCE-ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕ ΑΕ" (β' εναγομένη της υπό στοιχείο Β' αγωγής και ενάγουσα της υπό στοιχεία Γ' παρεμπίπτουσας αγωγής) με κατεύθυνση από οδό Δωδεκανήσου, η οποία είναι οδός διπλής κατεύθυνσης συνολικού πλάτους 17 μέτρων, προς οδό Γρηγορίου Λαμπράκη, αφού διέσχιζε την οδό Αθηνών-Πειραιώς συνολικού πλάτους 23,50 μέτρων , με την οποία διασταυρώνονται οι πιο πάνω οδοί και της οποίας τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με νησίδα ασφαλείας.

Στις πιο πάνω οδούς η ρύθμιση της κίνησης οχημάτων και πεζών πραγματοποιείται από φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι τη προαναφερόμενη ώρα ήσαν σε λειτουργία. Το ανωτέρω επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 40 χιλ/ώρα ενώ η κίνηση των οχημάτων ήταν πυκνή και η ορατότητα και οι συνθήκες της οδού καλές (βλ.

προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας). Ο προαναφερόμενος οδηγός της μοτ/τας αφού παρεβίασε τον ερυθρό σηματοδότη επί της οδού Δωδεκανήσου στην οποία εκινείτο και διέσχισε το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Αθηνών Πειραιώς με κατεύθυνση προς Πειραιά ακινητοποίησε το όχημά του δίπλα στη διαχωριστική νησίδα περιμένοντας να ακινητοποιηθούν τα κινούμενα επί της οδού Αθηνών-Πειραιώς οχήματα με κατεύθυνση προς Αθήνα, όταν ο φωτεινός σηματοδότης για αυτά θα έδειχνε σταθερό ερυθρό φως, προκειμένου να διασχίσει το ως άνω ρεύμα και να κατευθυνθεί προς την οδό Γρ.

Λαμπράκη. Κατά το χρόνο αναμονής του οδηγού της δίκυκλης μοτ/τας ακούστηκε ηχητικό όργανο προειδοποίησης το οποίο ο τελευταίος λανθασμένα εξέλαβε, ότι προερχόταν από τα κινούμενα επί της οδού Δωδεκανήσου οχήματα για να τον ειδοποιήσουν για την αλλαγή της ένδειξης του φωτεινού σηματοδότη σε πράσινο, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει τη δίκυκλη μοτ/τα και να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Αθηνών - Πειραιώς με κατεύθυνση προς Αθήνα, η οποία είχε τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στο οποίο ο φωτεινός σηματοδότης συνέχιζε να δείχνει πράσινο φως με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί στην αρχή, μετά το διάκενο των διαχωριστικών νησίδων με την οδό Δωδεκανήσου με το υπ' αριθ.

κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. όχημα που οδηγούσε ο οδηγός Μ. Σ. και εκινείτο στην εσωτερική αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ως άνω ρεύματος και στη συνέχεια να επιπέσει στο παρμπρίζ αυτού, να εκτιναχθεί στο μέσο της διασταύρωσης και λόγω της σφοδρότητος της σύγκρουσης να τραυματισθεί θανάσιμα, να καταστραφεί ολικά η μοτ/τα και να προκληθούν μεγάλες υλικές ζημιές στο αυτοκίνητο.

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία το Δικαστήριο κρίνει ότι για το δυσάρεστο επελθόν αποτέλεσμα ευθύνεται πρώτιστα ο οδηγός της δίκυκλης μοτ/τας ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη τη προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός οδηγός θα κατέβαλε, εάν βρισκόταν στην ίδια κατάσταση και θα μπορούσε ο ίδιος να καταβάλει.

Ειδικότερα προκειμένου να επιτύχει λιγότερο χρόνο αναμονής στους φωτεινούς σηματοδότες επί της οδού Δωδεκανήσου, διέσχισε πρώτα το ρεύμα της οδού Αθηνών-Πειραιώς προς Πειραιά και ακινητοποίησε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα στην διαχωριστική της οδού νησίδα προκειμένου να διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας της παραπάνω οδού με κατεύθυνση προς Αθήνα, όταν θα του το επέτρεπε η κίνηση των οχημάτων.

Δεν συμμορφώθηκε δηλ. με την ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη ρύθμισης της κυκλοφορίας, ο οποίος έδειχνε σταθερό ερυθρό φως επί της οδού Δωδεκανήσου και δεν ακινητοποίησε το όχημα του στην παραπάνω οδό, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει (άρθρο 6 ΚΟΚ). Ο οδηγός του υπ' αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, πρώτος εναγόμενος, επίσης δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή το όχημα του και δεν ασκούσε τον έλεγχο σε αυτό ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορεί να εκτελεί τους κατάλληλου χειρισμούς, όταν οι περιστάσεις θα το απαιτούσαν, ούτε είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του ανάλογα με τις συνθήκες της οδού (διασταύρωση Πειραιώς- Δωδεκανήσου- Λαμπράκη, αυξημένη κίνηση οχημάτων) αλλά εκινείτο με ανεπτυγμένη ταχύτητα των 60 χιλμ (μεγαλυτέρα δηλ.

του επιτρεπτού ορίου των 40 χιλμ). Αποτέλεσμα της ως άνω οδηγικής συμπεριφοράς του ήταν να συγκρουσθεί πλαγιομετωπικά με τη μοτ/τα δηλ. η εμπρόσθια προς το κέντρο πλευρά (μέτωπο του αυτ/του) με τη δεξιά προς τα εμπρός πλευρά της μοτ/τας στο ύψος του οδηγού, όταν ο οδηγός της είχε εισέλθει στο κόμβο, τον οποίο (οδηγό)δεν μπόρεσε να αποφύγει πραγματοποιώντας τον κατάλληλο ελιγμό (τροχοπέδηση κινδύνου ή ελιγμό προς τα δεξιά) που είχε υποχρέωση με βάση τους κανόνες της συνετής οδήγησης λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει από απόσταση 15 μ από τις διαβάσεις και τους ιστούς των Φ.Σ.

της πορείας του πριν συγκρουσθεί με την μοτ/τα στο παραπάνω κόμβο. Την ως άνω κρίση του το Δικαστήριο στηρίζει στις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων Α. Τ. και Σ. Α. οι οποίοι ανευρέθησαν στο σημείο σύγκρουσης, όπως αναγράφεται στην έκθεση αυτοψίας και περιγράφουν το συμβάν με σαφήνεια, από την με ημερ. 21.11.2009 τεχνική έκθεση ανάλυσης τροχαίου ατυχήματος, τη σφοδρότητα της ένδικης σύγκρουσης και των εξαιτίας αυτής ακαριαίο θάνατο παρά την ύπαρξη κράνους του οδηγού της μοτ/τας, του είδους και του ύψους των ειδικών ζημιών και στα δύο οχήματα.

Με βάση τα παραπάνω το επελθόν θλιβερό ζημιογόνο αποτέλεσμα συνδέεται αιτιωδώς με την συγκλίνουσα παραβατική οδηγική συμπεριφορά (αμέλεια) και των δύο οδηγών εκ των οποίων κατά τη κρίση του Δικαστηρίου ο μεν πρώτος οδηγός της μοτ/τας ευθύνεται κατά ποσοστό 60%, ο δε δεύτερος οδηγός του οχήματος κατά ποσοστό 40% δεκτών γενομένων εν μέρει ως ουσία βασίμων των εκατέρωθεν ενστάσεων συνυπαιτιότητος 95% που προβάλλουν οι διάδικοι.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών σύγκρουσης των οχημάτων και ιδιαίτερα στο κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας (ή συνυπαιτιότητας) των παραπάνω οδηγών που έχουν εμπλακεί στο θανατηφόρο ατύχημα, καθώς και της ύπαρξης του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παραλείψεων των οδηγών και της σύγκρουσης που επακολούθησε.

Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλόμενη δεν αναφέρει σε ποια απόσταση ο οδηγός του Ι.Χ. αυτοκινήτου αντιλήφθηκε την αιφνίδια είσοδο της μοτοσικλέτας στο ρεύμα πορείας του και αν υπήρχαν και άλλα οχήματα που κινούταν στο ίδιο ρεύμα πορείας από δεξιά του, ενόψει του ότι δέχεται ότι κίνηση των οχημάτων κατά τη στιγμή του ατυχήματος ήταν πυκνή, ώστε να κριθεί αν μπορούσε να τροχοπεδήσει ο οδηγός του Ι.Χ.

αυτοκινήτου εγκαίρως ή να κινηθεί με ελιγμό προς τα δεξιά, προς αποφυγή της συγκρούσεως των οχημάτων. Με τις ελλιπείς αυτές αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητας των ως άνω οδηγών στο θανατηφόρο αυτό ατύχημα και ιδίως της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων των παραπάνω οδηγών και της σύγκρουσης των οχημάτων τους.

Τα ζητήματα αυτά ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν είναι έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που εκτιμώνται κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε και προτάσεις.

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4293/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, για το οποίο εκδόθηκε το διπλότυπο με αριθμό 13240032 σειρά VI της ΙΓ ΔΥΟ Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ