Supreme Court dismisses appeal due to respondent's failure to appear and lack of valid declaration of non-appearance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The respondents failed to appear at the hearing without submitting a formal declaration under Article 242 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the Court ruled that the proceedings were inadmissible and the appeal was rejected in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 573 of the Code of Civil Procedure; If a respondent fails to appear or does not submit a declaration of non-appearance as required by law, the Supreme Court declares the hearing inadmissible and remands the case for a new summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 732 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 732/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Τ. του Φ., και 2)Φ. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/4/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε είχε κατατεθεί κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Από τις προσκομιζόμενες, μετ'επικλήσεως, από τον αναιρεσείοντα υπ'αριθμ. 5404ΣΤ/1.12.2021 και 5403ΣΤ/1.12.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης Β. Β., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 6.4.2021 με αριθμ. κατάθεσης 21/8.4.2021 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 11/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, αντίστοιχα.
Κατόπιν τούτου, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 6 Απριλίου 2021 με αριθμ. κατάθεσης 21/8.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με αριθ. 11/16.2.2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 29.10.2018 με αριθμ.
κατάθεσης 49/31.10.2018 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 304/28.9.2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 5.12.2016 με αριθ. καταθ. 345/15.12.2016 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δικηγόρου Ξάνθης, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, για υπολειπόμενες δικηγορικές αμοιβές και δαπάνες στα πλαίσια χειρισμού των αναγραφομένων σ'αυτή υποθέσεων που του ανέθεσαν, το συνολικό ποσό 14.267,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το Ειρηνοδικείο Ξάνθης με την ως άνω με αριθ. 304/2018 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους, ευθυνόμενους εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 14.267,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επί της από 29.10.2018 με αριθμ.
κατάθεσης 49/31.10.2018 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 11/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ'ουσία την από 5.12.2016 αγωγή δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 14.267,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο α) ως προς το επί μέρους ποσό των 10.754,34 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση και β) ως προς το επί μέρους ποσό των 3.513,1 ευρώ (επί του αναλογούντος στις επί μέρους δικηγορικές αμοιβές Φ.Π.Α) από το χρόνο έκδοσης των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών από τον ενάγοντα και παράδοσης των σχετικών αποδείξεων στους εναγόμενους.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" (ΦΕΚ Α 248), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο το Ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α 125) που εισήγαγε τον ανωτέρω φόρο στη χώρα, με τις επελθούσες αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του, οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 του ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", σαφώς προκύπτει, ότι ο υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση προς το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α. (ο οποίος, σημειωτέον, επιρρίπτεται στον αντισυμβαλλόμενο, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του), εφόσον προβεί, μέσα στα χρονικά όρια που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ` αυτά Φ.Π.Α.
στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον οφειλέτη, δικαιούται να τον αναζητήσει απ` αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικά, κατ` εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 170/2021, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 659/2014), εκτός αν ο οφειλέτης επικαλεσθεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του υπόχρεου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του (ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 1598/2011).
Σε περίπτωση, όμως, που κατά το χρόνο εκδίκασης της διαφοράς δεν έχει εκδοθεί το σχετικό τιμολόγιο ή η απόδειξη παροχής υπηρεσιών από τον δικαιούχο της απαίτησης και υπόχρεο προς καταβολή του Φ.Π.Α,, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο φόρος γίνεται απαιτητός κατά το χρόνο είσπραξης της αμοιβής του δικαιούχου της απαίτησης ύστερα από επιταγή δημοσίας αρχής (όπως δικαστικής απόφασης), αυτός οφείλει να εκδώσει κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής (ήτοι στο μέλλον) τιμολόγιο ή απόδειξη ή άλλο στοιχείο που προβλέπεται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο οποίο θα αναγράψει τη φορολογική αξία (την ως άνω επιδικασθείσα αμοιβή) και το ποσό του φόρου χωριστά (ΑΠ 164/2020, ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 80/1999).
Η εν λόγω απαίτηση του δικαιούχου έναντι του οφειλέτη για την οφειλή του φόρου προστιθέμενης αξίας μπορεί να καταστεί αντικείμενο δίκης, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε του ΚΠολΔ (ΑΠ 164/2020, ΑΠ 1113/2017). Επομένως για την κατά τα ανωτέρω αναγνώριση της ως άνω οφειλής δεν αρκεί η στο μέλλον εξόφληση της σχετικής οφειλής από τον οφειλέτη, αλλά απαιτείται επί πλέον και η έκδοση από το δικαιούχο της απαίτησης και υπόχρεο προς καταβολή του ΦΠΑ, κατά το χρόνο είσπραξης της αμοιβής, του κατά τη φορολογική νομοθεσία απαραίτητου φορολογικού στοιχείου (ΑΠ 164/2020, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1113/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους προσθέτους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπάγγελτα το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 916/2020, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 727/2017).
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.
Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτίμησης του δικογράφου της έφεσης, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων (ΑΠ 15/2020).
Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" [που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης (ΚΠολΔ 520 § 2) και αντέφεσης (ΚΠολΔ 523)] δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 579/2018, 207/2017).
Στην περίπτωση, δε, που με την έφεση πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στο εφετήριο τα επί μέρους σφάλματα αυτής ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι εξ αιτίας της κακής εκτίμησης αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση τη καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος (ΑΠ 291/2020, ΑΠ 1284/2019, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1003/2017).
Εξάλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπάγγελτα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 916/2020, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 782/2019).
Τέλος με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται κατά απόφασης ειρηνοδικείου ή κατά απόφασης του πρωτοδικείου που εκδίδεται σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 194/2020).
Στοιχείο, δε, ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 1557/2018). "Πράγματα" αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010).
Στον ως άνω λόγο αναίρεσης εμπίπτει και η παράβαση του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, ή επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής (ΑΠ 916/2020, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 207/2017), εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 916/2020, ΑΠ 248/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "....Εξακολουθούν συνεπώς οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) να οφείλουν στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) το συνολικό ποσό των (18.357,70 - 4.090,26) 14.267,44 ευρώ, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμού των ιδίων (εκκαλούντων) το οποίο πρέπει να του καταβάλουν, όπως ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Στο τελευταίο αυτό ποσό ωστόσο συμπεριλαμβάνεται, εκτός του ποσού της αμοιβής και των εξόδων καταβολής του δικαστικού ενσήμου, που κατέβαλε ο ενάγων, κατά τα προρρηθέντα και ο αναλογούν ΦΠΑ ύψους 3.513,1 ευρώ, τον οποίο οφείλουν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη της παρούσης νομιμοτόκως, όχι όμως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, όπως εσφαλμένα εκτιμώντας τις αποδείξεις, διέταξε η εκκαλουμένη, αλλά από την επομένη της ημερομηνίας εκδόσεως εκάστης απόδειξης παροχής υπηρεσιών προς τους αντιδίκους του, από τον ενάγοντα για τις επιμέρους αμοιβές και παράδοσης αυτών (αποδείξεων) στους τελευταίους.
Συγκεκριμένα, όπως εκτίθεται ανωτέρω, από την ισχύ του Ν. 3842/2010, την 1-7-2010 καταργήθηκε η απαλλαγή από το φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) των υπηρεσιών των δικηγόρων και υπάγονται αυτές σε Φ.Π.Α. με συντελεστή 24% επί της φορολογητέας αξίας (άρθρο 62 παρ.3). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων δικηγόρος δεν αποδεικνύεται ότι έχει εκδώσει απόδειξη παροχής υπηρεσιών για τις ως άνω υπηρεσίες που παρέσχε από το έτος 2011 έως και το έτος 2016, δικαιούται όμως να αιτείται από τους εναγόμενους την καταβολή του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας επί της αμοιβής του διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του Π.Δ/τος 180/1992 (ενν. 186/1992) "Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων" αυτός, ως ασκών ελεύθερο επάγγελμα, δεν είχε υποχρέωση να εκδώσει την παραπάνω απόδειξη κατά το χρόνο που πραγματοποίησε την ανωτέρω δικηγορική υπηρεσία, αλλά κατά το χρόνο είσπραξης της αμοιβής του.
Επομένως εφόσον αυτός δεν έχει λάβει ακόμα την αμοιβή του, δικαιούται για την ως άνω αιτία το ποσό των 3.513,1 ευρώ που αντιστοιχεί στον Φ.Π.Α. επ'αυτής (της αμοιβής). Το ποσό αυτό υποχρεούνται να καταβάλλουν οι εναγόμενοι με το νόμιμο τόκο από την ημέρα εκδόσεως από τον ενάγοντα των σχετικών αποδείξεων παροχής υπηρεσιών και παραδόσεων αυτών στους εναγόμενους μέχρι την πλήρη εξόφληση και όχι από της επιδόσεως της αγωγής που αβάσιμα αιτείται ο ενάγων, διότι η ως άνω έναρξη τοκοδοσίας προσκρούει στον σκοπό των προαναφερομένων διατάξεων, που είναι η διασφάλιση του φόρου προστιθέμενης αξίας στο Δημόσιο από την έκδοση από τον προαναφερόμενο της σχετικής απόδειξης και της παράδοσής της στους εναγόμενους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε το συγκεκριμένο παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ως κατ'ουσία βάσιμο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτά τα όσα περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων διατείνονται οι εκκαλούντες και τούτο ανεξάρτητα αν οι τελευταίοι δεν αναφέρουν το συγκεκριμένο σφάλμα της εκκαλουμένης, ρητά, ως ειδικό λόγο εφέσεως, αφού αρκεί στο ότι στο σχετικό της έφεσης δικόγραφο, μνημονεύεται ότι εξαιτίας της κακής εκτίμησης των αποδείξεων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτή μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος...".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση των εκκαλούντων εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και κατά τα μη προσβληθέντα με λόγο έφεσης μέρη αυτής για την ενότητα της εκτέλεσης, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ'ουσία την από 3.11.2010 αγωγή δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 14.267,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο α) ως προς το επί μέρους ποσό των 10.754,34 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση και β) ως προς το επί μέρους ποσό των 3.513,1 ευρώ με το νόμιμο τόκο από το χρόνο έκδοσης απόδειξης παροχής υπηρεσιών από τον ενάγοντα και παράδοσης των σχετικών αποδείξεων στους εναγόμενους.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το μοναδικό εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο έφεσης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, αφού με το δικόγραφο της έφεσής τους δεν προέβαλαν λόγο έφεσης περί παράβασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 13 παρ.3 του ΠΔ/τος 180/1992 (ενν. 186/1992) "Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων" και 16 παρ.2 παρ.α του Ν. 2859/2000 "Κώδικας ΦΠΑ", και δεδομένου ότι τέτοιος ισχυρισμός αφορά σε παράβαση ουσιαστικής διάταξης νόμου και όχι σε δήθεν κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 29.10.2018 έφεσης προκύπτει ότι οι εναγόμενοι-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με τους στους δύο πρώτους λόγους αυτής ισχυρίζονταν ότι εξ αιτίας της κακής εκτίμησης των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό και ζητούσαν με αυτή (έφεση) την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της από 5.12.2016 αγωγής του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος στο σύνολό της.
Συνεπώς και, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και το κεφάλαιο των τόκων επί της επιδικασθείσας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απαίτησης (δικηγορικής αμοιβής) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έστω και αν οι λόγοι έφεσης δεν αναφέρονταν ειδικά ως προς το κεφάλαιο των τόκων, αφού οι αναιρεσίβλητοι με την έφεσή τους ζητούσαν την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της (ΑΠ 15/2020).
Ειδικότερα με την ως άνω έφεση των εναγομένων η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο και κατά το μέρος που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στον ενάγοντα νόμιμους τόκους επί του επιδικασθέντος ποσού ύψους 14.267,44 ευρώ, από την επίδοση της αγωγής, στο οποίο (επιδικασθέν ποσό) συμπεριλαμβανόταν τόσο η δικηγορική αμοιβή του ενάγοντος όσο και ο αναλογούν σ'αυτή Φ.Π.Α. (3.513,10 ευρώ), ο οποίος (ΦΠΑ) είχε καταστεί αντικείμενο δίκης κατά τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ.
ε του ΚΠολΔ, λόγω της μη έκδοσης των σχετικών εκ μέρους του ενάγοντος παραστατικών της απαίτησης (τιμολόγιο ή απόδειξη παροχής υπηρεσιών) κατά την ανέλεγκτη ως προς τούτο παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτίμησε από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς και το κεφάλαιο των τόκων, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητα της επιδίκασης τόκων επί του ποσού των 3.513,10 ευρώ από την επίδοση της αγωγής, ως προαπαιτούμενο της κατ' ουσίαν έρευνας αυτής, και ορθά, επίσης, έκρινε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι από το ποσό των 14.267,44 ευρώ που υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, για το τμήμα αυτού ύψους 3.513,10 ευρώ που αναλογεί στο Φ.Π.Α.
επί του ποσού της οφειλόμενης δικηγορικής αμοιβής ύψους 10.754,34 ευρώ, δεν οφείλονται νόμιμοι τόκοι από την επίδοση της αγωγής, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε εκδώσει απόδειξη παροχής υπηρεσιών για τις υπηρεσίες που παρείχε στους εναγόμενους και δεν είχε λάβει ακόμα την αμοιβή του για αυτές, αλλά ότι οφείλονται (τόκοι) από το χρόνο έκδοσης από τον ενάγοντα της απόδειξης παροχής υπηρεσιών προς τους εναγομένους και με την ως άνω κρίση του δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν με λόγο έφεσης.
Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων δεν ανακύπτει στην ένδικη υπόθεση, λόγω της δικονομικής απουσίας των τελευταίων (ΑΠ 1446/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Απριλίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 21/8.4.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 11/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, δικάσαντος ως Εφετείου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ