Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's rejection of overtime claims based on collective agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute regarding unpaid overtime. The appellant argued that the employer failed to pay statutory overtime allowances calculated according to specific collective agreements for electrical engineers and electricians. The court found the employer's calculations correct, noting that the employee's actual salary exceeded the legally mandated minimums for the relevant periods. Consequently, the court ruled that the employer did not err in interpreting the collective agreements and rejected the appeal, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 2 of Law 435/1976; Article 6 of the 1984 EGSSE: Overtime exceeding statutory limits constitutes illegal overtime unless specific exemptions apply; the Supreme Court upheld the lower court's finding that the employer correctly calculated overtime based on collective agreements, rejecting the claim that the employer failed to pay the legally required minimums.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 732 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 732/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Καραγιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2011 αγωγή των αρχικώς δύο εναγόντων, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 97/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 77/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-4-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 6-4-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-5-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 77/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 97/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 20-12-2011 (με αριθμό κατάθεσης ...-12-2011) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 435/1976, συνάγεται ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ν.δ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.2 του ως άνω ν. 435/1976.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11770/20-2-1984 (ΦΕΚ Β’ 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέραν από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.
Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν.δ. 515/1970, αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Για τους ίδιους εργαζομένους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως (ΑΠ 684/2017, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 534/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 1-10-2005) και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15-7-2010), ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση και πέραν των 48 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε εξαήμερη βάση.
Ο νόμιμος χρόνος ημερήσιας απασχόλησης και μετά τη νέα ρύθμιση, παραμένει η κύρια βάση του υπολογισμού των υπερωριών, αφού στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο (8ωρο για εξαήμερη και 9ωρο για πενθήμερη απασχόληση) διατηρούνται σε ισχύ.
Συνεπώς, η απασχόληση πέραν των 9 ή 8 ωρών ημερησίως (υπό το σύστημα του πενθημέρου ή εξαημέρου, αντίστοιχα) είναι πάντα υπερωρία, είτε νόμιμη είτε παράνομη, διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας του νομίμου ημερήσιου ωραρίου. Το ύψος της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση προσδιορίστηκε αρχικά, με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 2874/2000, στο 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου και, στη συνέχεια, καθορίστηκε η αποζημίωση για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (άρθρο 1 ν. 3385/2005) και από 15-7-2010 κατά 80% (άρθρο 74 παρ.10 ν. 3863/2010). Με τις τελευταίες αυτές διατάξεις, για το μετά την 1-10-2005 χρονικό διάστημα, καθορίζεται και η αμοιβή που δικαιούται ο εργαζόμενος για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας, η οποία είναι ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, με προσαύξηση που κλιμακώνεται, ανάλογα με τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, σε ετήσια βάση, κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ.4 και 216 παρ.1α’ ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, μεταξύ των άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η δε έλλειψη ή ανεπαρκής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη.
Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή αν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αν, τυχόν, το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Αν όμως το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολουμένου με σύμβαση εργασίας μισθωτού, με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερωριακή απασχόληση, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου συντρέχει, ενόψει και του ως άνω διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών υπέρβασης (ΑΠ 53/2015, ΑΠ 441/2014).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων Ν. Λ. (ως προς τον οποίο και μόνο ερευνάται η υπόθεση) και ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη, από 20-12-2011 (αριθμός κατάθεσης ...-12-2011) αγωγή, εξέθεσε τα εξής: Ότι, την 24-1-2000, προσλήφθηκε από την εναγομένη ναυτιλιακή εταιρία, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στην επιχείρησή της με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη- ηλεκτρολόγου και ότι ήταν εφοδιασμένος με σχετική άδεια ηλεκτροτεχνίτη.
Ότι συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως και επί σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, αντί του προβλεπομένου από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας μηνιαίου μισθού, στις οποίες υπαγόταν. Ότι απασχολήθηκε στα ναυπηγεία της εναγομένης μέχρι την 31-5-2011, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, λόγω της συνταξιοδότησής του.
Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 μέχρι και 31-5-2011, εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου, πραγματοποιώντας κάθε μήνα τις εκεί αναφερόμενες ώρες υπερωρίας, απασχολούμενος πέραν των 45 ωρών κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και ότι οι υπερωρίες αυτές είναι παράνομες, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του άρθρου 3 παρ.1 του ν.δ. 515/1970.
Ότι η εναγομένη, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν του κατέβαλε το επίδομα επικίνδυνης εργασίας, μέρος δεδουλευμένων αποδοχών και αμοιβή για παράνομες υπερωρίες. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζήτησε, αφενός να του επιδικασθεί αναγνωριστικά το συνολικό ποσό των 34.850,61 ευρώ για επίδομα επικίνδυνης εργασίας, διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και παράνομες υπερωρίες (ήτοι 22.482,57 € + 10.239,13 € + 2.128,91 €, αντίστοιχα), κυρίως από τη σύμβαση εργασίας, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφετέρου δε να του επιδικασθεί καταψηφιστικά το ποσό των 2.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άρνηση της εναγομένης να του καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά.
Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, όσον αφορά το κεφάλαιο των παρανόμων υπερωριών, ήταν απορριπτέα ως αόριστη, δεδομένου ότι ο ενάγων παρέθεσε σε αυτή μόνο το σύνολο των κατά μήνα ωρών απασχόλησής του στην εναγομένη πέραν του νομίμου ωραρίου, χωρίς να προσδιορίζει τη διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησής του κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα έως και Παρασκευή), ήτοι τις ώρες που αυτός εργαζόταν καθημερινά με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, ούτε τις ώρες εργασίας εβδομαδιαίως, προκειμένου να μπορεί να διαπιστωθεί αν η ημερήσια απασχόλησή του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, υπερέβαινε ή όχι και σε καταφατική περίπτωση κατά πόσο το νόμιμο ωράριό του, ώστε να κριθεί αν αυτός πραγματοποιούσε υπερωριακή απασχόληση.
Συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αόριστη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, ως προς το εν λόγω κεφάλαιο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, κατ’ ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων απάγγειλε το απαράδεκτο αυτής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Οι εκάστοτε συλλογικές ρυθμίσεις (συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας, προβλέπουν τη χορήγηση σε όλους τους ηλεκτροτεχνίτες, οι οποίοι εργάζονται σε εναέρια δίκτυα ή σε δίκτυα υπό τάση, επιδόματος επικίνδυνης εργασίας σε ποσοστό 20%, υπολογιζόμενου επί του συνόλου των αποδοχών τους.
Το σύνολο των αποδοχών πάνω στις οποίες πρέπει να υπολογίζεται το επίδομα επικίνδυνης εργασίας αποτελείται αποκλειστικά από α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο, β) το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (τριετιών), γ) το επίδομα γάμου (συζύγου), δ) το επίδομα τέκνων και ε) το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (ανθυγιεινό ή ειδικών συνθηκών), όταν αυτό παρέχεται και στο λοιπό προσωπικό, σύμφωνα με την παράγραφο 3 (ΣΣΕ 31-5-1996).
Ουδεμία άλλη προσαύξηση που συμμετέχει στο σύνολο των αποδοχών (...) λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας. Το επίδομα αυτό συμψηφίζεται με τυχόν ανώτερες καταβαλλόμενες αποδοχές από τον εργοδότη (ΣΣΕ 31-5-1996). Βασική προϋπόθεση για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος στους ηλεκτροτεχνίτες είναι ότι αυτοί εργάζονται σε εναέρια δίκτυα ή σε δίκτυα υπό τάση.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δίκτυο είναι το σύνολο των αγωγών, που χρησιμεύουν στη διοχέτευση της ηλεκτρικής ενέργειας από τον τόπο παραγωγής στους τόπους κατανάλωσης, ενώ δίκτυο υπό τάση είναι εκείνο, δια του οποίου διοχετεύεται η ηλεκτρική ενέργεια υπό πίεση (ΑΠ 967/2015). Οι ισχύουσες (κατά το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω) συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ), που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας, στους όρους των οποίων υπάγονται όλοι οι ηλεκτροτεχνίτες- περιελιγκτές, ήτοι μαθητευόμενοι, βοηθοί, τεχνίτες, αρχιτεχνίτες, εργοδηγοί και πτυχιούχοι επίβλεψης, καθώς και οι αδειούχοι ραδιοηλεκτρολόγοι Α’ και Β’ και οι αδειούχοι ραδιοτεχνίτες και οι βοηθοί ραδιοτεχνίτες με πτυχίο αναγνωρισμένης σχολής, που εργάζονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στα βιομηχανικά εργοστάσια όλης της χώρας (ΣΕΕ 30-5-2006), είναι οι εξής: 1) η από 25-6-2004 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5-7-2004 με την 12744/7-9-2004 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β’ 1442/21-9-2004), η οποία ισχύει και για το έτος 2005, 2) η από 30-5-2006 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 19-6-2006 με την 12524/16-8-2006 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β’ 1335/14-9-2006), η οποία ισχύει και για το έτος 2007, 3) η από 1-7-2008 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 29-7-2008 με την 4126/355/29-1-2009 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β’ 207/9-2-2009), η οποία ισχύει και για το έτος 2009 και 4) η από 21-2-2011 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 21-3-2011 με την 11340/695/15-6-2011 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β’ 1449/17-6-2011), η οποία ισχύει και για το έτος 2010.
Στις ανωτέρω ΣΣΕ ορίζεται ρητά ότι, κατά τα λοιπά, διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις και οι όροι προηγουμένων συλλογικών ρυθμίσεων (ΣΣΕ ή ΔΑ), για τους ηλεκτροτεχνίτες, περιελιγκτές κλπ, που απασχολούνται στη βιομηχανία όλης της χώρας και δεν καταργούνται ή τροποποιούνται με τις πιο πάνω αναφερόμενες ΣΣΕ.
6. Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 315/2017, AΠ 95/2014). Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 315/2017, ΑΠ 82/2013).
7. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 77/2015 απόφασή του, δέχθηκε (κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο ενάγοντα, ως προς τον οποίο και μόνο ερευνάται η υπόθεση), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία είναι ναυτιλιακή εταιρία με αντικείμενο δραστηριότητας τη ναυπήγηση και επισκευή πλοίων, προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, την 24-1-2000, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη.
Ότι με την πιο πάνω σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του στην επιχείρηση της εναγομένης επί πενθήμερο, εφαρμοζομένων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ), που διέπουν την ειδικότητά του. Ότι συμφωνήθηκε, ως ειδικός όρος, ότι ο καταβαλλόμενος μισθός του, ως υπέρτερος του συμβατικού, να δύναται να συμψηφισθεί με κάθε είδους επιδόματα.
Ότι ο ενάγων διέθετε την 4861/1976 άδεια ηλεκτροτεχνίτη Α’ ειδικότητας εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων της Περιφερειακής Διοίκησης Αττικής και Νήσων (Επιθεώρηση Βιομηχανίας) και την .../27-5-1980 άδεια βοηθητικού προσωπικού ηλεκτρικών εγκαταστάσεων του ηλεκτρολογικού τμήματος του Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενέργειας.
Ότι εργάσθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από 7-5-1973 έως 1-11-1976 ως μαθητευόμενος ηλεκτροτεχνίτης στην εναγομένη, από 7-9-1979 έως 24-6-1981 ως βοηθός ηλεκτροτεχνίτη στην επιχείρηση "... ΑΕ", από 3-7-1981 έως 31-10-1986 ως ηλεκτροτεχνίτης Γ’ ειδικότητας στην επιχείρηση της εναγομένης και εργάστηκε εκ νέου στην τελευταία από 24-1-2000 έως 31-5-2011, οπότε απολύθηκε λόγω συνταξιοδότησης.
Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.9 της ΥΑ 118/1991 "ΣΕΕ ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, πλοίων, οικοδομών κλπ", καταβάλλεται επίδομα επικίνδυνης εργασίας, χορηγούμενο σε όλους τους βοηθούς, ηλεκτροτεχνίτες, αρχιτεχνίτες, εργοδηγούς, πτυχιούχους επίβλεψης, συντηρητές ή εγκαταστάτες και γενικά στις κατηγορίες και ειδικότητες που αναφέρει ο ν. 6422/1934, εκ ποσοστού 20%, υπολογιζόμενο επί του συνόλου των αποδοχών.
Ότι για τη λήψη του εν λόγω επιδόματος πρέπει οι εργαζόμενοι να λειτουργούν σε πράγματι επικίνδυνες συνθήκες, να εργάζονται σε εναέρια και υπόγεια δίκτυα ή σε δίκτυο υπό τάση και αυτό υπολογίζεται στο σύνολο των αποδοχών τους, ενώ δίκτυο είναι το σύνολο των αγωγών, που χρησιμεύουν στη διοχέτευση της ηλεκτρικής ενέργειας από τους τόπους της παραγωγής στους τόπους κατανάλωσης.
Ότι ο ενάγων εργαζόταν με την ως άνω ειδικότητα στην εναγομένη και σε τάση που δεν υπερέβαινε τα 380- 220 V, ενώ η ισχύς του υποσταθμού που ανερχόταν σε 20.000 V περίπου, δεν τον αφορούσε, αφού ουδέποτε ασχολήθηκε με τον υποσταθμό, ούτε άλλωστε θα μπορούσε, αφού δεν είχε τα κατάλληλα προσόντα. Ότι για οποιαδήποτε επέμβαση στον υποσταθμό, η εναγομένη καλούσε ειδικό εξωτερικό συνεργείο, καθώς και συνεργείο της ΔΕΗ, προκειμένου να αντιμετωπίσει την τυχόν προκληθείσα βλάβη.
Ότι ο ενάγων εργαζόταν ενίοτε σε δίκτυα με υψηλές τάσεις (380 V), πλην όμως όταν το κύκλωμα ήταν κλειστό, χωρίς να έχει στην ουσία επαφή με το ηλεκτρικό ρεύμα, η δε παροχέτευση ηλεκτρικού ρεύματος για να γίνουν εργασίες επισκευής στα πλοία, δεν δικαιολογεί τη λήψη εκ μέρους αυτού του συγκεκριμένου επιδόματος, αφού πάντα τελούσε υπό την επίβλεψη άλλου προσώπου, ενώ όταν παρείχε την εργασία του κατά τη νυκτερινή βάρδια, δεν εκτελούνταν τέτοιου είδους εργασίες.
Ότι οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση της εναγομένης, για να ανταμειφθούν για τις αντίξοες συνθήκες που παρείχαν την εργασία τους, αμείβονταν με μισθό πλέον του νομίμου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων δεν δικαιούταν το επίδομα επικίνδυνης εργασίας, διότι ούτε εργαζόταν σε τέτοια εργασία ούτε είχε τα προσόντα για να εργασθεί και, ακολούθως, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, με τον οποίο προβαλλόταν το παράπονο για την απόρριψη του κονδυλίου της αγωγής για το επίδομα επικίνδυνης εργασίας και έτσι επικύρωσε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο το σχετικό με το επίδομα επικίνδυνης εργασίας κεφάλαιο της αγωγής.
Με βάση τα ανωτέρω, το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, σε σχέση με το εν λόγω κεφάλαιο, έχει εφαρμογή η από 20-12-1990 ΣΣΕ των εργαζομένων στα ηλεκτρολογικά καταστήματα, ηλεκτροτεχνουργεία, πλοία, οικοδομές, εγκατάσταση και συντήρηση ανελκυστήρων, ξενοδοχεία, ηλεκτρομηχανολογικά έργα, τεχνικά γραφεία κλπ όλης της χώρας για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του κλάδου, που αφορά αυτή, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11875/ 1991 (ΦΕΚ Β’ 223/1991), η οποία δεν είχε εφαρμογή.
Όμως, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα, που συνδέεται αιτιωδώς με το διατακτικό, είναι ορθό, διότι περιέχει όλα τα περιστατικά που είναι νομικώς αναγκαία για την υπαγωγή στις διατάξεις των αναφερομένων ανωτέρω (αρ.5) ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών- περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", που έπρεπε να εφαρμόσει και, συνεπώς, το αιτιολογικό (μείζων πρόταση του νομικού συλλογισμού), το οποίο είναι εσφαλμένο, πρέπει να αντικατασταθεί με τις διατάξεις αυτές, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις της από 20-12-1990 ΣΕΕ, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την 11875/ 1991 ΥΑ, καθώς και αυτές του ν. 6422/1934 και ότι, βάσει των παραδοχών, δικαιούται το προβλεπόμενο από την εν λόγω ΣΣΕ επίδομα επικίνδυνης εργασίας, οι διατάξεις της οποίας δεν θέτουν άλλες προϋποθέσεις, αφού και μόνο να εργάζεται κανείς, ερχόμενος σε επαφή, λόγω της φύσης της εργασίας του, με ηλεκτρικό ρεύμα, οποιασδήποτε τάσης, τελεί υπό διαρκή κίνδυνο και απειλή για τη ζωή του, είναι αβάσιμος.
Άλλωστε, η επίκληση από τον αναιρεσείοντα ότι έπρεπε να λάβει το εν λόγω επίδομα με βάση την επικαλούμενη από 20-12-1990 ΣΣΕ ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ενώ ο ίδιος με τον τρίτο λόγο αναίρεσης επικαλείται, για τον υπολογισμό των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών, την εφαρμογή των ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών- περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", που αναφέρονται ανωτέρω, καθιστά τον ισχυρισμό του μη νόμιμο, διότι δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, καθόσον δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών (ΟλΑΠ 5/ 2011), προσέτι δε κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας, διότι οι πρώτες εξασφαλίζουν ομοιομορφία και τάξη στις επιχειρήσεις (άρθρο 10 παρ.2 του ν. 1876/1990, ΑΠ 56/2012).
8. Σε συνέχεια των ανωτέρω παραδοχών, το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας δέχθηκε και τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με το κεφάλαιο των μισθολογικών διαφορών: Ότι ο ενάγων, ο οποίος εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη, ήταν έγγαμος, πατέρας δύο τέκνων και, κατά το χρόνο πρόσληψής του, διέθετε προϋπηρεσία 33 ετών, πλην όμως δεν δικαιούται να λαμβάνει επίδομα υπευθύνου βάρδιας, αφού ούτε η θέση ούτε η επιμόρφωσή του δικαιολογούσαν τη λήψη αυτού, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πάντα εργαζόταν υπό την επίβλεψη άλλου εργαζομένου.
Ότι κατά τα χρονικά διαστήματα α) από 1-1-2006 έως 13-3-2006 (οπότε το πρώτο τέκνο του συμπλήρωσε το 25ο έτος της ηλικίας του και ως εκ τούτου δεν δικαιούταν πλέον σχετικό επίδομα), έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.318,25 ευρώ (ήτοι 1.244,19 € + 74,06 €) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.380,05 ευρώ, β) από 14-3-2006 έως 31-8-2006, έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.266,41 ευρώ (ήτοι 1.192,35 € + 74,06 €) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.380,05 ευρώ, γ) από 1-9-2006 έως 31-12-2006, έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.304,40 ευρώ (ήτοι 1.228,12 € + 76,28 €) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.431,11 ευρώ, δ) από 1-1-2007 έως 30-4-2007, έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.304,40 ευρώ (ήτοι 1.228,12 € + 76,28 €) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.431,11 ευρώ, ε) από 1-5-2007 έως 31-12-2007, έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.370,29 ευρώ (ήτοι 1.290,75 € + 80,17 €) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.509,82 ευρώ, στ) από 1-1-2008 έως 3-4-2008 (οπότε το δεύτερο τέκνο του συμπλήρωσε το 25ο έτος της ηλικίας του και ως εκ τούτου δεν δικαιούταν πλέον σχετικό επίδομα), έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.432,73 ευρώ (ήτοι 1.335,92 € + 82,98 € + 13,83 € τεχνικό επίδομα ) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.562,66 ευρώ, ζ) από 4-4-2008 έως 30-6-2008, έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.374,65 ευρώ (ήτοι 1.277,84 € + 82,97 € + 13,83 € τεχνικό επίδομα) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.562,66 ευρώ, η) από 1-7-2008 έως 31-8-2008, έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.420,69 ευρώ (ήτοι 1.320,64 € + 85,76 € + 14,29 € τεχνικό επίδομα) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.562,66 ευρώ, θ) από 1-9-2008 έως 31-12-2008, έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.420,69 ευρώ (ήτοι 1.320,64 € + 85,76 € + 14,29 € τεχνικό επίδομα) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.625,17 ευρώ, ι) από 1-1-2009 έως 30-4-2009, έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.420,69 ευρώ (ήτοι 1.320,64 € + 85,76 € + 14,29 € τεχνικό επίδομα) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.625,17 ευρώ και ια) από 1-5-2009 έως 31-5-2011, έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.500,69 ευρώ (ήτοι 1.395,26 € + 90,60 € + 15,10 € τεχνικό επίδομα) και αυτός ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1.714,55 ευρώ.
Ότι ο ενάγων καθ’ όλο το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-5-2011 έλαβε πλέον των δικαιουμένων και ως εκ τούτου δεν δικαιούται τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές. Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης και έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της έφεσης, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως σε σχέση με το πιο πάνω κονδύλιο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", που ήταν εφαρμοστές στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, διότι δήθεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις από 30-5-2006 και από 1-7-2008 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας", οι οποίες ρυθμίζουν τα περί των αποδοχών που έπρεπε να του καταβληθούν, είναι αβάσιμος.
9.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (ΚΠολΔ 176,183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2017 αίτηση για αναίρεση της 77/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ