Supreme Court dismisses appeal on handwritten will invalidity due to lack of full handwriting and signature. Appeal rejected as inadmissible and unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision to declare a handwritten will invalid. The appellants argued the will was invalid because it lacked the required full handwriting and signature by the testator, while the respondent maintained the lower court correctly assessed the evidence. The court ruled that the will was indeed invalid under the Civil Code and rejected the appeal's procedural arguments as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1718 and 1721 paragraph 1 letter a' of the Civil Code; A handwritten will is invalid if not written entirely by the testator's hand and not signed by them, requiring strict compliance to ensure authenticity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 732 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 732/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. συζ. Β. Γ. και 2) Α. θυγ. Β. Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Γιαμπουράνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Γ. Α. θυγ. Κ. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Βοργίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4793/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2015 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30-8-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την 22-4-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 189/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του αναιρεσειόντων, κατά της 4793/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η από 10-1-1999 ιδιόγραφη διαθήκη της Ε.
Γ., της οποίας ήταν μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος, γιατί δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 1718 και 1721 παρ. 1 εδ.
α’ ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη, εφόσον αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτόν. Ο νόμος απαίτησε την καθ’ ολοκληρία γραφή της ιδιόγραφης διαθήκης από το χέρι του ίδιου του διαθέτη προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησης του διαθέτη, μη επιτρέποντας την επέμβαση ξένης χειρός σ’ αυτή, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη η διαθήκη απ’ αρχής μέχρι τέλους, το οποίο επισημαίνεται με την επίσης ιδιοχείρως γραμμένη υπογραφή του διαθέτη.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση ή μη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο [ΟλΑΠ 10/2011]. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) [ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996)].
Όμως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που αντλούνται από το νόμο ή από το πραγματικό υλικό, για την ενίσχυση, την παραδοχή ή απόκρουση των αιτήσεων ή ενστάσεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή γι’ αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Η ενάγουσα Ε.
Α. είναι φυσικό τέκνο του Τ. και Β. Γ.. Αυτή, κατά το έτος 1958 και ενώ ήταν 8 ετών, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 13412/1958 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, υιοθετήθηκε από τον Κ. Γ. (θείο της) και τη σύζυγο αυτού, Ε. Γ., οι οποίοι δεν είχαν αποκτήσει τέκνα. Οι θετοί γονείς της ενάγουσας, που ήταν εκπαιδευτικοί και κατοικούσαν στον Πειραιά, την ανέθρεψαν με αγάπη και φροντίδα, μεριμνώντας για την επαγγελματική και οικογενειακή της αποκατάσταση, δεδομένου ότι ήταν ιδιαίτερα ευκατάστατοι, με μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία, προερχόμενη από την εκμετάλλευση ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου που ο θετός πατέρας της διατηρούσε στη ...
Αττικής από το έτος 1959 έως το έτος 1986, οπότε και το πώλησε, αντί υψηλού τιμήματος, σε τρίτο πρόσωπο. Η ενάγουσα τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Γ. Α. (μάρτυρα απόδειξης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και κατοικούσε πλέον μαζί του στην οικία του τελευταίου στο ... Αττικής, ενώ από τον γάμο αυτό απέκτησε δύο τέκνα, τον Σ.
και Κ. Α.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θετός πατέρας της ενάγουσας έπασχε από καρκίνο του παχέως εντέρου και τον Σεπτέμβριο του έτους 1995, όταν η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, εισήχθη στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "ΥΓΕΙΑ". Ταυτόχρονα, εισήχθη στο ως άνω θεραπευτήριο και η θετή μητέρα της, η οποία, εξαιτίας χειρουργηθέντων υποκεφαλικών καταγμάτων των κάτω άκρων της (ισχίων άμφω) καθώς και της καρδιακής ανεπάρκειας από την οποία έπασχε, εμφάνιζε μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 67 % και δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετείται.
Επειδή δε η ενάγουσα αδυνατούσε να φροντίσει τους θετούς γονείς της, οι οποίοι είχαν ανάγκη από εικοσιτετράωρη μέριμνα, αποφάσισαν από κοινού (η ενάγουσα με τους θετούς γονείς της) την πρόσληψη αρχικώς μίας και στη συνέχεια δύο αποκλειστικών νοσοκόμων, οι οποίες και τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ακόμη και στην οικία τους στον Πειραιά, μετά την έξοδό τους από το ως άνω θεραπευτήριο.
Τελικώς, την 7-2-1996 απεβίωσε ο θετός πατέρας της ενάγουσας, ο οποίος με την από 9-1-1992 διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθμ. 122/9-2-1996 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατέλιπε σ’ αυτήν (ενάγουσα) την αναφερόμενη στη διαθήκη ακίνητη περιουσία του κατά ψιλή κυριότητα, ενώ την επικαρπία της περιουσίας αυτής κατέλιπε στη σύζυγό του, Ε.
Γ.. Την τελευταία, μετά το θάνατο του συζύγου της, εξακολουθούσαν να φροντίζουν οι δύο προσληφθείσες αποκλειστικές νοσοκόμες, ενώ η ενάγουσα την επισκεπτόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του έτους 1996 η Ε. Γ. μεταφέρθηκε, με επιμέλεια της ενάγουσας, στην κλινική "..." (στον Πειραιά) για νοσηλεία, ενώ οι νοσοκόμες που την φρόντιζαν απολύθηκαν, αφού οι σχέσεις τους με την ασθενή διαταράχθηκαν για οικονομικούς λόγους.
Η θετή μητέρα της ενάγουσας, μετά την έξοδό της από την ως άνω κλινική, μεταφέρθηκε, με τη συναίνεσή της, στην εξοχική κατοικία της στην ... Αττικής, οπότε και προσλήφθηκαν δύο νέες αποκλειστικές νοσοκόμες, μία από τις οποίες ήταν η πρώτη εναγόμενη Α. Γ., προκειμένου να την φροντίζουν, δεδομένου ότι, λόγω της κατάστασης της υγείας της και της ηλικίας της (ήδη ήταν 83 ετών), είχε ανάγκη συνεχούς φροντίδας και παρακολούθησης.
Μέχρι το καλοκαίρι του έτους 1996 οι σχέσεις της ενάγουσας με τη θετή μητέρα της (Ε. Γ.) ήταν πολύ καλές, όπως αποδεικνύεται και από τα εξής γεγονότα: α) η τελευταία με την από 9-1-1992 ιδιόγραφη διαθήκη της, που είχε κατατεθεί στη συμβολαιογράφο Πειραιώς Αθηνά Βαλανιδά συνταχθείσης της υπ’ αριθμ. .../9-1-1992 πράξης κατάθεσης, εγκατέστησε κληρονόμο της τη θετή κόρη της (ενάγουσα) στην αναφερόμενη στη διαθήκη αυτή ακίνητη περιουσία της και β) η ίδια με το υπ’ αριθμ. .../3-5-1996 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που συντάχθηκε ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, διόρισε τον δικηγόρο Β.
Κ. ως ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπό της προκειμένου να προβεί σε δωρεά εν ζωή ή αιτία θανάτου της πλήρους ή ψιλής κυριότητας των αναφερόμενων (στο πληρεξούσιο) ακινήτων της προς την κόρη της Ε. Α. (ενάγουσα) και προς τα εγγόνια της Κ. και Σ. Α. (τέκνα της κόρης της). Ωστόσο, από τον Αύγουστο του έτους 1996 και εφεξής, οι σχέσεις μεταξύ της ενάγουσας και της θετής μητέρας της διαταράχθηκαν, καθόσον η τελευταία πίστευε ότι η ενάγουσα δεν ανταποκρινόταν στο ηθικό καθήκον της να την επισκέπτεται συχνά και να την φροντίζει, θεωρώντας ότι στην πραγματικότητα αδιαφορούσε για αυτήν και ότι ενδιαφερόταν μόνο να καρπωθεί την περιουσία της.
Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η θετή μητέρα της ενάγουσας το Δεκέμβριο του έτους 1996 αποφάσισε να μετακομίσει από την εξοχική της κατοικία στην ... Αττικής, στην οικία της αδελφής της και του γαμβρού της στον Πειραιά, όπου και παρέμεινε μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 1998, αρνούμενη να συγκατοικήσει μαζί με την οικογένεια της κόρης της στο ...
Αττικής, παρά την πρόσκληση της τελευταίας. Από δε τον Ιούλιο του έτους 1998 διέμενε σε οικία του γαμβρού της, Ι. Σ., στον Πειραιά (επί της οδού ...), την οποία μίσθωσε αντί ποσού 100.000 δραχμών μηνιαίως (βλ. το προσκομιζόμενο από τις εναγόμενες μισθωτήριο συμφωνητικό). Καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η Ε.
Γ. κατοικούσε στον Πειραιά, ήτοι έως και το έτος 1998, η πρώτη εναγομένη εξακολούθησε να εργάζεται σ’ αυτήν και να την φροντίζει καθημερινά αντί αμοιβής εκ ποσού 1.000.000 δραχμών. Έτσι, οι σχέσεις της πρώτης εναγομένης με την Ε. Γ. έγιναν ιδιαίτερα στενές, με αποτέλεσμα η πρώτη εναγομένη, η οποία είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη της, να καταφέρει, το Φεβρουάριο του έτους 1999, να την πείσει να συγκατοικήσουν στην οικία της στον ...
Αττικής (επί της οδού ...), όπου η τελευταία παρέμεινε κλινήρης έως και το θάνατό της, τον Φεβρουάριο του έτους 2005. Από τη μετακόμισή της στην οικία της πρώτης εναγομένης, η μητέρα της ενάγουσας απομακρύνθηκε εντελώς από αυτήν, αφού διέκοψε κάθε επαφή, ακόμη και τηλεφωνική, μαζί της αλλά και με τους λοιπούς συγγενείς της.
Χαρακτηριστικό δε στοιχείο της πλήρους αποξένωσής της από τη θετή κόρη της (ενάγουσα) ήταν η εκ μέρους της κατάθεση της από 18-5-1999 (με αριθ. έκθ. κατάθ. .../5-7-1999) αγωγής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε τη λύση της υιοθεσίας της ήδη ενάγουσας. Επί της αγωγής, όμως, αυτής δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση, καθόσον κατά τη διάρκεια διεξαγωγής αποδείξεων η θετή μητέρα (Ε.
Γ.) απεβίωσε. Συγκεκριμένα αυτή απεβίωσε την 21-2-2005 σε ηλικία 92 ετών, μετά δε το θάνατό της δημοσιεύθηκαν δύο ιδιόγραφες διαθήκες της με αντίθετο περιεχόμενο, ήτοι: α) με το υπ’ αριθμ. 885/6-10-2006 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δημοσιεύθηκε η προαναφερόμενη από 9-1-1992 ιδιόγραφη διαθήκη της, που είχε κατατεθεί στη συμβολαιογράφο Πειραιώς Αθηνά Βαλανιδά, με την οποία (διαθήκη) εγκατέστησε κληρονόμο της τη θετή κόρη της Ε.
Α. (ενάγουσα) στην αναφερόμενη ακίνητη περιουσία της και β) με το υπ’ αριθμ.938/18-11-2005 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δημοσιεύθηκε η (μεταγενέστερη) από 10-1-1999 ιδιόγραφη διαθήκη της, που είχε κατατεθεί στη συμβολαιογράφο Πειραιώς Μ. Ε.-Κ. συνταχθείσης της υπ’ αριθμ..../23-9-2002 πράξης κατάθεσης.
Η τελευταία αυτή διαθήκη έχει το κατωτέρω περιεχόμενο: "Η διαθήκη μου. Εγώ η Ε. χήρα Κ. Γ., το γένος Π. Β., έχουσα σώας τας φρένας μου και το μυαλό μου, αφήνω την Διαθήκη μου αυτή, για να τακτοποιήσω την περιουσία μου, για τον μετά το θάνατό μου χρόνο. Αφήνω κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία μου, στις Α. Γ., το γένος Κ.
και στη θυγατέρα της Α. Γ., εξ’ ημισίας κατά 50% στη κάθε μία, οι οποίες μου παραστάθηκαν για χρόνια, και με βοήθησαν σαν κόρες, άνθρωποι, σαν νοσοκόμες χωρίς να της πληρώνω για την προσφορά τους, για την εργασία τους σε μένα, γιατί τα εισοδήματά μου δεν επαρκούσαν. Την θετή κόρη Ε. Α. του Γ. την αποκληρώνω, γιατί παρόλο που της χάρησα και εγώ και ο σύζυγός μου τεράστια περιουσία ακίνητη αλλά και χρήματα, αυτή ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για μένα και παρόλο του ότι εγνώριζε ότι είχα την ανάγκη της και την φροντίδα της, με περιφρονούσε και με έβριζε όταν ζητούσε και δεν της έδινα άλλα.
Μας αποκαλούσε εμένα και το σύζυγό μου (Γαιδούρια). Με έσερνε στα Δικαστήρια με ψεύτικες αγωγές, για να μου αφερέση την περιουσία μου, να μην μπορώ να την διαθέσω για την αντιμετώπηση των γερατιών μου και τις αρρώστιες και να πεθάνω μιά ώρα αρχίτερα και από άγχος και ψυχικό πόνο και από έλλειψη χρημάτων.
Μου συμπεριφέρθηκε πολύ άσχημα στη ζωή μου και εάν προσπαθήση με Δικαστήρια να πάρη και άλλη περιουσία από αυτή που θα αφήσω κατά τον θάνατόν μου παρακαλώ τους κύριους ΔΙΚΑΣΤΕΣ, να σεβαστούν την τελευταία μου επιθυμία και να μη της δώσουν τίποτα. Αν αυτή η επιθυμία μου δεν γίνη δεκτή, να της δώσουν το πολύ το 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος της ...
και την περιορίζω στη νόμιμη μοίρα. Αυτά είχα να αφίσω σάν τελευταία μου επιθυμία και ευχαριστώ τις δύο κοπέλες που μου έδωσαν στην ζωή, όσα άλλοι που μου όφειλαν δεν μου τα έδωσαν, φροντίδα, περιποίηση, και αγάπη. Ας τις έχει ο Θεός καλά. Πειραιάς 10-1-99. Η Διαθέτιδα Ε. Β. - Γ.". Από το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής καθίσταται σαφές ότι βούληση της ως άνω διαθέτιδος ήταν να αφήσει όλη την περιουσία της στις εναγόμενες (δηλαδή στη νοσοκόμα της, πρώτη εναγομένη, και στην κόρη αυτής, δεύτερη εναγομένη), τις οποίες και εγκαθιστούσε αποκλειστικές κληρονόμους της, κατ’ ισομοιρία, αποκλείοντας παντελώς από την κληρονομιαία περιουσία της την ενάγουσα θετή κόρη της.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι με την υπ’ αριθμ. 3516/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που ήδη κατέστη τελεσίδικη, κατά παραδοχή σχετικής αγωγής της ενάγουσας, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της διάταξης περί αποκλήρωσης αυτής, που περιέχεται στην από 10-1-1999 ιδιόγραφη διαθήκη της Ε. Γ., γιατί, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, δεν συνέτρεχαν οι αναφερόμενοι στην ως άνω διαθήκη λόγοι αποκλήρωσης της ενάγουσας και συγκεκριμένα αυτοί που προβλέπουν οι περιπτώσεις 3 και 4 του άρθρου 1840ΑΚ, δεδομένου ότι:
α) παρά τη μεταξύ τους σχέση ως μητέρας και κόρης, η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να διατρέφει τη μητέρα της, καθόσον η τελευταία διέθετε τα απαιτούμενα εισοδήματα για την αυτοδιατροφή της από τη σύνταξή της, από τα μισθώματα που εισέπραττε από εκμισθωμένα ακίνητά της και από μετρητά που διέθετε στις Τράπεζες, β) η ενάγουσα, ενεργώντας από ηθικό καθήκον, επανειλημμένα επιχείρησε να αναλάβει τη φροντίδα της θετής μητέρας της, προσκαλώντας την να συγκατοικήσει στην οικία της στο ...
Αττικής, πλην όμως αυτή αρνείτο κατηγορηματικά και γ) ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα τέλεσε σοβαρό πλημμέλημα από πρόθεση σε βάρος της θετής μητέρας της και συγκεκριμένα το αδίκημα της εξύβρισης. Περαιτέρω, ως προς την ανωτέρω από 10-1-1999 επίδικη διαθήκη, πρέπει να αναφερθεί ότι στο πλαίσιο της προκειμένης δίκης διορίσθηκε, ως πραγματογνώμονας, ο δικαστικός γραφολόγος Κ.
Β. με την υπ’ αριθ. 4913/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, για να αποφανθεί αιτιολογημένα, μετά από γραφολογική πραγματογνωμοσύνη σχετικά με το ζήτημα "εάν η από 10-1- 1999 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθ. 938/2005 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από την αποθανούσα την 21-2-2005 φερόμενη ως διαθέτιδα, Ε.
Γ., το γένος Β.". Στη συνέχεια ο ως άνω διορισθείς πραγματογνώμονας, αφού ορκίσθηκε νομίμως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και αφού έλαβε υπόψη του το συγκριτικό γραφολογικό υλικό και συγκεκριμένα: α) το πρωτότυπο της υπό έλεγχο ιδιόγραφης διαθήκης, που εξέτασε στο Αρχείο Διαθηκών του Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπου βρίσκεται, λαμβάνοντας και φωτογραφίες του προς περαιτέρω μελέτη και β) το δειγματικό υλικό με έγγραφα (ιδιωτικά και δημόσια) που περιέχουν γνήσια γραφή και υπογραφή της Ε.
Γ., το οποίο εκείνος (γραφολόγος) θεώρησε κατάλληλο και πρόσφορο και ιδίως τα συλλεχθέντα από τον ίδιο έγγραφα [συμβολαιογραφικές πράξεις με ολόγραφες υπογραφές της] κατά τις μεταβάσεις του στα γραφεία των συμβολαιογράφων Α. Β. και Μ. Ε. - Κ., διενήργησε την ανατεθείσα σ’ αυτόν γραφολογική πραγματογνωμοσύνη σύμφωνα με τους κανόνες της Δικαστικής Γραφολογίας και συνέταξε την από 9-4-2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, μέ την οποία κατάληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα (επί λέξει): "I.
Η από 10-1-1999 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία αποδίδεται στην Ε. Γ.-Β. γράφηκε, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από διαφορετικό πρόσωπο και είναι πλαστή. Οι ανομοιότητες των γραφολογικών γνωρισμάτων είναι πολλές και χαρακτηριστικές και συνεπώς το συμπέρασμα διατυπώνεται με βαθμό βεβαιότητας. II. Το κείμενο της "διαθήκης" και η υπογραφή γραμματικού τύπου (με αρκετά ευδιάκριτα γράμματα) στη "Διαθήκη" έχουν μεταξύ τους πολλά κοινά γραφολογικά γνωρίσματα από τα οποία προκύπτει η προέλευσή τους από το ίδιο πρόσωπο που δεν είναι η Ε.
Γ.. III. Η χάραξη του κειμένου και της υπογραφής της ως άνω διαθήκης με βεβαιότητα έγινε με τη μέθοδο της ελεύθερης απομίμησης πράγμα που συναντάται συχνά σε πλαστές ιδιόγραφες διαθήκες. IV. Η χρονολογία της διαθήκης δε συμβαδίζει με το χρόνο χάραξης της διαθήκης. Πρόκειται για βεβαία προχρονολόγηση από τον πραγματικό χρόνο χάραξης του κειμένου.
Η χάραξη της χρονολογίας δεν έγινε από το χέρι της Ε. Γ. και η χρονολογία είναι πλαστή. Επισημαίνεται ότι η γραφή του κειμένου και η χάραξη της υπογραφής της διαθήκης δεν περιέχουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ατομικότητας της γνήσιας γραφής της Ε. Γ. και δεν περιλαμβάνονται στην ποικιλομορφία στη δομή των γραμμάτων της.
Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι του πλαστογράφου λαμβανομένου υπόψη της παρουσίας αντικειμενικών ευρημάτων πλαστότητας στη χρονολογία και τη γραφή του κειμένου (πχ. αφύσικες γραφικές διακοπές, συμπληρώσεις, επιδιορθώσεις γραμμάτων, έλλειψη αγκίστρων κλπ)". Ειδικότερα, ο ανωτέρω γραφολόγος-πραγματογνώμονας, πριν από τη βασική συγκριτική γραφολογική ανάλυση, προέβη σε φυσικοτεχνική εξέταση της υπό έλεγχο γραφής και υπογραφής της διαθέτιδος καθώς και της χρονολογίας του υπό εξέταση εγγράφου (διαθήκης), κατά την οποία (εξέταση) εντόπισε αντικειμενικά ίχνη πλαστογραφίας στη χρονολογία και τη γραφή και συγκεκριμένα διαπίστωσε τα εξής:
α) η χρονολογία (10-1-1999) στον 11° στίχο της δεύτερης σελίδας της διαθήκης φέρει επιγραφήσεις με στυλό διαρκείας μαύρου χρώματος επί προηγούμενης γραφής (10-1-1999) με στυλό διαρκείας χρώματος κυανού και β) σε όλο το κείμενο της διαθήκης υπάρχουν επαναλήψεις, διπλοεγγραφές και επιχαράξεις γραμμάτων. Επίσης, κατά τη συγκριτική αντιπαραβολή της χρονολογίας της γραφής και υπογραφής της υπό εξέταση διαθήκης με τη γνήσια γραφή και υπογραφή της διαθέτιδος, διαπιστώθηκε από τον ως άνω πραγματογνώμονα ότι η επιγράφηση με χρώμα μελάνης μαύρο ολόκληρης της αριθμητικής χρονολογίας έγινε με προφανή σκοπό να καλυφθεί το κυανό χρώμα που έφερε η αρχικώς γραφείσα αριθμητική χρονολογία, προκειμένου έτσι να εξαλειφθεί είτε η διαφορετικότητα της γραφής των αριθμών στη χρονολογία από τη γνήσια γραφή των αριθμών της διαθέτιδος, είτε η διαφορετικότητα της γραφής του χρησιμοποιηθέντος- οργάνου γραφής από τον χρησιμοποιηθέντα στυλό διαρκείας για να γραφεί ολόκληρο το κείμενο της διαθήκης.
Εξάλλου, από την αντιπαραβολή των αριθμών της χρονολογίας με τους αριθμούς που βρίσκονται μέσα στο κείμενο της διαθήκης διαπιστώθηκε από τον ίδιο πραγματογνώμονα γραφολογική διαφορετικότητα της δομής, πίεσης, ταχύτητας, κλίσης μεγέθους, κίνησης και μορφής τους και ιδιαίτερα του αριθμού "1", γεγονός που, κατ’ αυτόν, αποδεικνύει τη διαφορετικότητα του γραφέα που χάραξε τους αριθμούς στο κείμενο και τη χρονολογία, ενώ η διαφορετικότητα των χεριών που χάραξαν τους συγκρινόμένους αριθμούς σε συνδυασμό με τις επιχαράξεις στην χρονολογία με άλλο στυλό διαρκείας με διαφορετικό μελάνι χρώματος μαύρου, αποδεικνύει, κατ’ αυτόν, διαφορετικό χρόνο σύνταξης και χάραξης του κειμένου της αμφισβητούμενης διαθήκης από τον αναφερόμενο στη διαθήκη ως χρόνο σύνταξης (10-1-1999).
Με βάση δε τις ανωτέρω διαπιστώσεις του ο πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "ο πλαστογράφος χάραξε το κείμενο της διαθήκης και την υπογραφή της Ε. Γ. πιθανώς χρονολογικά κοντά στο χρόνο της ημερομηνίας καταθέσεώς της στη συμβολαιογράφο Πειραιώς Μ. Κ. (23-9-2002), την προχρονολόγησε (10-1-1999) και ενώπιον μαρτύρων σε κλειστό φάκελο κατατέθηκε στον ...
στην άνω Συμβολαιογράφο..." (βλ. φύλλο 25° της ως άνω πραγματογνωμοσύνης). Σημειώνεται, ότι το γεγονός της προχρονολόγησης της διαθήκης αποδεικνύεται και από τις εσωτερικές ενδείξεις του κειμένου αυτής. Συγκεκριμένα, με τη διαθήκη αυτή, η διαθέτιδα, μεταξύ άλλων, δηλώνει "... Αφήνω κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία μου, στις Α.
Γ., το γένος Κ. και στη θυγατέρα της Α. Γ., εξ’ ημισίας κατά 50% στη κάθε μία, οι οποίες μου παραστάθηκαν για χρόνια, και με βοήθησαν σαν κόρες, άνθρωποι, σαν νοσοκόμες χωρίς να της πληρώνω για την προσφορά τους, για την εργασία τους σε μένα...", πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, η Ε. Γ. εγκαταστάθηκε στην οικία της πρώτης εναγομένης το Φεβρουάριο του 1999, δηλαδή ένα μήνα μετά τον χρόνο κατά τον οποίο φέρεται να έχει γραφεί η εν λόγω διαθήκη (10-1-1999) και παρέμεινε εκεί μέχρι το θάνατό της (21-2-2005), με συνέπεια να συνάγεται το ασφαλές συμπέρασμα ότι η διαθήκη αυτή εγράφη αρκετά χρόνια μετά την εγκατάσταση της διαθέτιδος στην οικία των εναγομένων στο ....
Επίσης, η Ε. Γ., όπως προαναφέρθηκε, είχε υψηλό μορφωτικό επίπεδο, αφού ήταν δασκάλα και, επομένως, ήταν πολύ καλή γνώστρια της ελληνικής γραμματικής και συντακτικού. Βέβαια, τα προβλήματα υγείας της επηρέασαν τη γραφή της, με συνέπεια η ομαλή ρευστή γραφή της να γίνει τρεμουλιαστή μη ρυθμική, αλλά οι ιδιοσυγκρασίες της παρέμειναν ίδιες, αν και αλλοιωμένες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, ο συντάκτης της επίδικης διαθήκης, όπως διαπιστώθηκε από τον ως άνω πραγματογνώμονα, κάνει επίτηδες γλωσσικά, γραμματικά, συντακτικά και ορθογραφικά λάθη, θεωρώντας ότι αν επίτηδες εμφιλοχωρούσαν στο κείμενο τέτοια λάθη, θα γινόταν πιο πιστευτό ότι αυτό εγράφη από την Ε.
Γ.. Όμως, τα λάθη αυτά δεν θα γίνονταν ποτέ από την αποβιώσασα, αφού η τελευταία, η οποία ασχολείτο επαγγελματικά με την γραμματική και την ορθογραφία, αποκλείεται να ξεχνούσε αυτά που γνώριζε σε όλη της τη ζωή και ξαφνικά να έγραφε ανορθόγραφα, ασύντακτα και χωρίς πολυτονικό σύστημα που είχε συνηθίσει για μεγάλο χρονικό διάστημα (βλ. 32° φύλλο της ως άνω πραγματογνωμοσύνης).
Αλλά και η ειδική δικαστική γραφολόγος Α. Π., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας προς διερεύνηση της γνησιότητας της από 10-1-1999 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης της Ε. Γ.-Β. με την υπ’ αριθ. 278/2014 Διάταξη του Ανακριτή του Α’ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς (όπως συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθ. 289/2014Διάταξη του ιδίου Ανακριτή) στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε από τον ως άνω Ανακριτή, αφού ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς κατά των ήδη εναγομένων και του Β.
Γ. (συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης αυτών) κατόπιν της από 22-10-2013 έγκλησης της ήδη ενάγουσας, με την από 3-10-2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της κατέληξε σε (παρόμοιου περιεχομένου) συμπέρασμα, δηλαδή ότι "η από 10-1-1999 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Ε. Γ.-Β. δεν έχει γραφεί, δεν έχει υπογραφεί και δεν έχει χρονολογηθεί από το χέρι της φερόμενης ως διαθέτιδος, αλλά από διαφορετικό πρόσωπο.
Η εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη δεν εντάσσεται στην γραφική και υπογραφική συνήθεια της Ε. Γ.-Β.. Ομοίως, η γραφή και η υπογραφή επί του λευκού φακέλου, στον οποίο βρισκόταν εσώκλειστη η υπό κρίση διαθήκη, δεν έχουν χαραχθεί από την Ε. Γ.-Β., καθώς δεν συνδέονται γραφολογικά με τη γνήσια γραφή και υπογραφή της".
Ειδικότερα ως προς την υπογραφή της εξεταζόμενης διαθήκης, από την ως άνω γραφολόγο πραγματογνώμονα κρίθηκε ότι αυτή αποτελεί προϊόν εξομοιωμένης πλαστογραφίας κατά την έννοια ότι επιχειρήθηκε η απομίμηση της υπογραφής, με την μέθοδο του ελεύθερου σχεδιασμού αυτής είτε από μνήμης λόγω της απλής μορφής της είτε από γνήσιο δείγμα υπογραφής που είχε ο επιχειρήσας την απομίμηση στην κατοχή του και το οποίο χρησιμοποίησε ως πρότυπο.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα-πόρισμα (δηλαδή ότι η από 10-1-1999 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Ε. Γ.-Β. δεν έχει γραφεί, δεν έχει υπογραφεί και δεν έχει χρονολογηθεί από αυτήν, αλλά από τρίτο πρόσωπο με ανεπιτυχή προσπάθεια απομίμησης της γραφής της, ούτε έχει γραφεί και υπογραφεί από αυτήν ο φάκελος της διαθήκης), κατέληξαν τόσο η ειδική δικαστική γραφολόγος-γραφοψυχολόγος Β.
Σ. με την από 17-11-2006 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης, που συντάχθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, όσο και ο δικαστικός γραφολόγος Ι. Δ. με την από 2-11-2014 "έκθεση πραγματογνωμοσύνης τεχνικού συμβούλου και αξιολόγησης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης", που συντάχθηκε απ’ αυτόν με την ιδιότητα του τεχνικού συμβούλου του ορισθέντος από την ήδη ενάγουσα στο πλαίσιο της προαναφερόμενης ποινικής ανακριτικής διαδικασίας σε βάρος των ήδη εναγομένων (βλ.
τις ως άνω νομίμως προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα εκθέσεις). Εξάλλου, όλα τα ανωτέρω δεν δύνανται να αναιρεθούν από το συμπέρασμα των δικαστικών γραφολόγων Δ. Κ., Φ. Γ., Χ. Τ. και Χ. Κ.-Π., οι οποίοι, με εντολή των εναγομένων, συνέταξαν τις αντίστοιχες από 10-1-2013, από 29-9-2014, από 22-10-2014 και από 24-10-2014 εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης, σύμφωνα με τις οποίες η από 10-1-1999 διαθήκη έχει γραφεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από την φερόμενη ως συντάκτρια αυτής Ε.
Γ. και, επομένως, είναι γνήσια, καθόσον το συμπέρασμα των ως άνω γραφολόγων δεν κρίνεται ασφαλές. Και τούτο, γιατί προβαίνουν σε σύγκριση της γραφής, υπογραφής και χρονολογίας της υπό εξέταση διαθήκης με δειγματικό γραφολογικό υλικό, στο οποίο περιλαμβάνεται και ικανός αριθμός "πλησιόχρονων (με την επίμαχη διαθήκη) εγγράφων" που αποδίδονται στη διαθέτιδα (όπως εξώδικα και ιδιόχειρες επιστολές από το έτος 1996 και μετέπειτα), πλην όμως αφενός αμφισβητείται εντόνως από την ενάγουσα η αυθεντικότητα της γραφής των ανωτέρω ιδιωτικών εγγράφων, τα οποία η ίδια θεωρεί ως "κατασκευασμένα και μη περιέχοντα γνήσια γραφή της Ε.
Γ." και αφετέρου δεν μπορεί να γίνει λόγος για "πλησιόχρονο" συγκριτικό υλικό, αφού, όπως προαναφέρθηκε, και η χρονολογία της επίδικης διαθήκης είναι υπό αμφισβήτηση, ενώ και από το ίδιο το κείμενο της διαθήκης προκύπτει ότι αυτή έχει προχρονολογηθεί και η ημερομηνία της (10-1-1999) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από την φερόμενη ως συντάκτρια αυτής Ε. Γ., έγινε δεκτό και με την υπ’ αριθμ. ΒΤ 3083/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο Β. Γ. (σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης των εναγομένων) κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα αναφορικά με τα κατατεθέντα απ’ αυτόν περιστατικά περί του ότι η εν λόγω διαθήκη ήταν γνήσια και ότι είχε γραφεί με τα χέρια της Ε.
Γ., κατά την ένορκη εξέτασή του ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) στη δικάσιμο της 3-12-2008 κατά την εκδίκαση της ως άνω από 15- 10-2007 αγωγής της ενάγουσας, ενώ οι εναγόμενες κρίθηκαν ένοχες και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους εκάστη για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η πρώτη εναγόμενη Α. Γ., κατά την απολογία της, την 11-7-2014, ενώπιον του A’ Ανακριτή Πειραιώς για τις κακουργηματικές αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους άνω των 120.000 ευρώ και β) της απόπειρας απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, τελεσθείσας άπαξ και κατ’ εξακολούθηση, από κοινού και κατά μόνας, από την οποία το περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη κατόπιν της από 22-10-2013 έγκλησης της ενάγουσας), στην προσπάθειά της να εξηγήσει την ύπαρξη της επίδικης διαθήκης, με την οποία η Ε.
Γ. φέρεται να εγκαθιστούσε μοναδικές κληρονόμους της αυτήν και την κόρη της (Α. Γ.), ανέφερε - ότι "Εγώ πληρωνόμουνα από την γιαγιά για τις υπηρεσίες μου μέχρι τη στιγμή που την πήρα σπίτι μου κατόπιν επιθυμίας της. Μετά αφού την πήρα σπίτι μου, δεν πληρωνόμουνα, αφού η σύνταξή της δεν της έφτανε. Μου είχε πει:
φρόντισέ με και δεν θα σε αδικήσω", ενώ και η δεύτερη εναγόμενη Α. Γ., κατά την απολογία της, την ίδια ημέρα (11-7-2014), ενώπιον του ιδίου ως άνω Ανακριτή για την κακουργηματική αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, τελεσθείσας άπαξ και κατ’ εξακολούθηση, από κοινού και κατά μόνας, από την οποία το περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, ανέφερε ότι "...
Η διαθήκη είναι γνήσια και εκφράζει τη θέληση της θανούσης. Στο σπίτι μας έμενε οικειοθελώς, δεν έπαιρνε αμοιβή η μητέρα μου, απλά μας είχε πει ότι δεν θα μας αφήσει έτσι...". Οι καταθέσεις, όμως, αυτές των εναγομένων έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την απολογία της πρώτης εναγομένης, την 10-6-2014, ενώπιον του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, όπου, ως κατηγορούμενη για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, για την οποία και καταδικάσθηκε όπως προαναφέρθηκε, ανέφερε χαρακτηριστικά: "...
Όσο ήμασταν στην ... (στον …) η αμοιβή μου ήταν 1.000.000 δραχμές. Τα ίδια συνέχισε να μου δίνει και όταν την πήρα στο σπίτι μου...".
Συνεπώς, αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι το χειρόγραφο κείμενο της από 10-1-1999 φερομένης ως ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας Ε. Γ.-Β. δεν εγράφη κατά το περιεχόμενό του, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπογράφηκε ιδιοχείρως από αυτήν, αλλά από άλλο πρόσωπο με ελεύθερη απομίμηση του γραφικού τύπου της φερομένης ως διαθέτιδος και, ως εκ τούτου, είναι άκυρη σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη στην παράγραφο III της παρούσας>>.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο , απέρριψε, κατ’ ουσία, την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 10-1-1999 διαθήκης, που φέρεται ότι συνέταξε η Ε.
Γ.. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν παρεβίασε με την εσφαλμένη εφαρμογή της την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής.
Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας όπως ανωτέρω σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής της διαθήκης από τη διαθέτιδα, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης δικαίου του άρθρου 1721 ΑΚ.
Ειδικότερα, αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αποδείχθηκε ότι η ένδικη διαθήκη δεν γράφηκε, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε με το χέρι της διαθέτιδας, ότι η υπογραφή της διαθέτιδος στην επίμαχη διαθήκη και ότι οι πραγματικές παραδοχές της προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκομίστηκαν οι διάδικοι, την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Κ.
Β., που διορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την έκθεση της δικαστικής γραφολόγου που διορίστηκε από τον Ανακριτή , χωρίς να αρκείται σε παραπομπές σε αυτές, παραθέτοντας δε πλήρεις , σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Ακόμη, με την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις ότι α) αν και δέχθηκε ότι υπήρχαν κακές σχέσεις της αναιρεσίβλητης με τη διαθέτιδα, που οδήγησαν στην άσκηση αγωγής λύσης της υιοθεσίας, το περιεχόμενο της διαθήκης ήταν σαφές και η επιθυμία της ήταν να μην ακυρωθεί η διαθήκη της, στη συνέχεια αποδέχθηκε πλήρως την γραφολογική έκθεση για πλαστότητά της, β) έγινε εσφαλμένη εκτίμηση της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία δεν είναι αιτιολογημένη και γ) με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1722 ΑΚ δέχθηκε ότι η ιδιόγραφη διαθήκη δεν κατατέθηκε από τη διαθέτιδα στη συμβολαιογράφο, αλλά από άλλο πρόσωπο που έθεσε την υπογραφή της κατ’ απομίμηση της.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφενός διότι πλήττουν τις παραδοχές του Εφετείου, αναφορικά με τις προαναφερθείσες γραφολογικές γνωμοδοτήσεις, τις οποίες το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείουσες, ως προς την πλαστότητα της επίμαχης διαθήκης, κρίση η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, και αφετέρου διότι, υπό το πρόσχημα συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 390 του ίδιου Κώδικα, γνωμοδοτήσεις προσώπων, που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα τα οποία αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται απ’ αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ’ αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ’ ΚΠολΔικ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.γ ΚΠολΔικ ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και 1) την .../23-9-2002 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ.ς Ε.-Κ., σχετικά με την κατάθεση της ιδιόγραφης διαθήκης της Ε.
Γ. και β) τις εκθέσεις των δικαστικών γραφολόγων Δ. Κ., Φ. Γ., Χ. Τ. και Χ. Κ.-Π.. Τα έγγραφα αυτά οι αναιρεσείουσες τα είχαν επικαλεστεί, με τις έγγραφες προτάσεις τους στο Εφετείο όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτών [ΚΠολΔικ 561 παρ.2] και τα είχαν προσκομίσει προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του περί εγκυρότητας της ένδικης διαθήκης.
Ο ερευνώμενος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων <<... και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται με τις προτάσεις τους στο παρόν Δικαστήριο και προσκομίζουν νομίμως είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:
α) η από 3-10-2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Α. Π., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας στο πλαίσιο σχετικής ποινικής ανακριτικής διαδικασίας σε βάρος των ήδη εναγομένων Α. Γ. και Α. Γ., β) η από 2-11-2014 έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Ι.
Δ., ως τεχνικού σύμβουλου, που συντάχθηκε με επιμέλεια της ήδη ενάγουσας στο πλαίσιο της ως άνω ποινικής ανακριτικής διαδικασίας και γ) τα έγγραφα των σχηματισθέντων σχετικών ποινικών δικογραφιών που αφορούν τους διαδίκους, τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως στην παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια - βλ. ΕφΑθ 781/2009 Εφ.Αστ.Δικ. 2009.453), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς>>, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, ενόψει και του ότι γίνεται και ιδιαίτερη μνεία και αξιολόγηση αυτών.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-8-2015 αίτηση για αναίρεση της 189/2015 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείουσες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλίων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ