Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling court correctly evaluated all evidence and arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting her claim for alimony compensation following her husband's death. The appellant argued the statute of limitations had not expired due to prior lawsuits and expert reports, but the court found the limitation period had already passed. The court determined that the lower court properly considered all submitted evidence and arguments, including the appellant's specific claims regarding limitation extensions, and thus no legal error warranted the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code; Articles 261, 221 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if the court failed to consider admissible arguments or evidence, or considered inadmissible evidence; here, the court correctly evaluated all evidence and arguments, including those regarding the statute of limitations, and thus the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 732 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 732/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Γ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παππά. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EFG Eurolife Ανώνυμος Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της (πρώην) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ACTIVA INSURANCE Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" (πρώην "CGU ΕΛΛΑΣ ΑΕΓΑ"), λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κατσαρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 188/2012 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-2-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 14-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξοντα αριθμό εκθ. καταθ. 11/4-2-2014 αιτήσεως αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 188/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11/4-2-2014 αίτηση, ζητείται η αναίρεση της 188/2012 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, (διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα), με την οποία απορρίφθηκε ως παραγεγραμμένη η αγωγή της αναιρεσείουσας για αποζημίωση λόγω στέρησης του δικαιώματός της σε διατροφή μετά τον θάνατο του συζύγου της σε τροχαίο ατύχημα το έτος 1997.
Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται, υπέρ του ζημιωθέντος, αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, εφόσον είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, και, εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής (στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου τέλεσης του αδικήματος διετής) και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ α` ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α` ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ` αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία, αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Κι` αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου, (άρθρο 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή, (εικοσαετής), παραγραφή, προϋποθέτει, αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει, στην μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι, η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ` άρθρο 261 ΑΚ. (Ολ.ΑΠ 24/2003).
Εξάλλου, αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό ληξιπρόθεσμες στο μέλλον υπάγονται στην συντομότερη παραγραφή. Ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανομένων παροχών νοούνται στη διάταξη αυτή όπως άλλωστε και στις διατάξεις των άρθ. 250 αριθμ. 17, 254 ΑΚ και 11 αριθμ. 7 Κ.Πολ.Δ.
εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση ή η άσκησή του να εξαρτάται από αίρεση. Δεν αποτελούν επομένως περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται, είτε, από το νόμο, είτε, από τη σύμβαση για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής η οποία εξοφλείται τμηματικά.
Κατά δε το άρθ. 928 ΑΚ σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή. Η οφειλή αυτή έχει χαρακτήρα αποζημίωσης του δικαιούχου ο οποίος στερήθηκε της διατροφής του στο μέλλον, είναι δε ενιαία και αφορά όλη τη μελλοντική ζημία από την αιτία αυτή.
Η νομοθετική πρόβλεψη της τμηματικής κατ’ αρχήν καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα (άρθ. 930 παρ. 1 εδ α’ ΑΚ), δεν επιμερίζει την αξίωση σε πλείονες αξιώσεις περιοδικώς επαναλαμβανομένων παροχών υπό την άνω έννοια. Επομένως, αν η αξίωση καθό μέρος αφορά μελλοντική ζημία καταβλητέα σε δόσεις βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση παραγράφεται μετά από είκοσι χρόνια σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 268 εδάφ.
α’ ΑΚ. Όμως, η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει, στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Επομένως, σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση, ή, δημόσιο έγγραφο, εκτελεστό της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, λόγω πρόκλησης παράνομης ζημίας, ήτοι θανάτωσης του προσώπου από αυτοκίνητο του οποίου έχει ασφαλιστεί η ευθύνη των κατά νόμο οριζομένων προσώπων για την πρόκληση του ατυχήματος, σε τρίτο πρόσωπο, επέρχεται κατ’ αρχήν επιμήκυνση της διετούς (ήδη για τα μετά το έτος 2007 ατυχημάτα, πενταετούς) παραγραφής του άρθ. 10 παρ. 2 του ν. 489/76 σε 20ετή αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία (στέρηση διατροφής) αναγόμενης, δηλαδή, και σε χρόνο μεταγενέστερου εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε η αποζημίωση.
Και αυτό διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (έμμεσα), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την έναρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Ομοίως, η επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής, κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ, προϋποθέτει, αναγκαίως, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει ακόμη στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Αυτό, διότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης, τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθ. 261 ΑΚ όπως τούτο συμβαίνει με την αξίωση για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής για μεταγενέστερο χρόνο, για την οποία η παραγραφή, ενόσω αποτελεί προβλεπτή ζημία στα πλαίσια του άρθ. 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 άρχισε την επόμενη ημέρα του ατυχήματος (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 23/1994).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου, ή, αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται η αιτίαση εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι η ένδικη απαίτηση για αποζημίωση λόγω στέρησης του δικαιώματος διατροφής της αναιρεσείουσας, μετά τον θάνατο σε τροχαίο ατύχημα του συζύγου της, είχε υποκύψει, έναντι της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, στην διετή παραγραφή του άρθ. 10 ν. 489/ 1976, παραβίασε τις διατάξεις τών, στην αρχή παρατεθεισών διατάξεων και ιδιαίτερα εκείνης του άρθ. 268 ΑΚ, αφού, μετά την τελεσίδικη δικαστική βεβαίωση, όλης τής, προς αποζημίωση απαίτησής της, με την 73/2000 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραγραφής και της ένδικης αξίωσης σε είκοσι έτη.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του συζύγου της αναιρεσείουσας που επήλθε κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα της 15-4-1997 προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία "ACTIVA INSURANCE" καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση των λόγων αναίρεσης ζήτημα της παραγραφής της ένδικης αξίωσης δέχθηκε ότι: "...το δεδικασμένο προέκυψε με την υπ’ αριθμ. 45/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής της ενάγουσας για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της κατά της ίδιας εναγομένης, αλλά για προγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα για την πρώτη μετά το ατύχημα τριετία.
Η απόφαση δε αυτή κατέστη τελεσίδικη με την υπ’ αριθμ. 73/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ενώ τα όσα κρίθηκαν με αυτή, μεταξύ των οποίων και τα ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού για την πρόκληση του ατυχήματος, του χρόνου πρόκλησης του ατυχήματος και του δικαιώματος της ενάγουσας προς αποζημίωση, έχουν περιβληθεί την ισχύ δεδικασμένου, δεσμευτικού για το παρόν Δικαστήριο (άρθ. 321 και 322 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την παραπάνω απόφαση επιδικάστηκε στην ενάγουσα, μεταξύ άλλων, ως μηνιαία αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής, για το διάστημα από 15-4-1997 έως 15-4-2000, το ποσό 50.000 δραχμών. Κατόπιν νέας αγωγής της ενάγουσας κατά της ίδιας εναγομένης επιδικάστηκε με την υπ’ αριθ. 45/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας ως μηνιαία διατροφή της ενάγουσας το ποσό των 280 ευρώ, ενώ, επί τρίτης αγωγής, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, εκδόθηκε η 109/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία επιδικάσθηκε στην ενάγουσα ως μηνιαία διατροφή της το ποσό των 316 ευρώ.
Ήδη, η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της ζητεί να της επιδικαστεί ως αποζημίωση για την ίδια αιτία, (δηλαδή λόγω στέρησης διατροφής), για μετέπειτα διάστημα, δηλαδή από 15-4-2009 έως 14-9-2012 το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως. Η επίδικη αξίωση της ενάγουσας, η ασκούμενη δηλαδή με την ένδικη (από 13-9-2009) αγωγή, γεννήθηκε, στις 15-5-1997, οπότε τελέστηκε η αδικοπραξία εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατος του συζύγου της ενάγουσας.
Η ένδικη, όμως, από 13-9-2009, τέταρτη κατά σειρά, αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη, στις 3-11-2009, όπως προκύπτει από την ...26-7-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ., δηλαδή μετά την πάροδο διετίας και πλέον από την επομένη του ένδικου ατυχήματος. Επομένως, η περιεχόμενη στην αγωγή αυτή αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας, που ήταν προβλεπτή, έχει υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, αφού από την επομένη του ατυχήματος (15-4-1997), μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 13-11-2009, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας και δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ούτε η άσκηση των προηγούμενων κατά τα άνω αγωγών, ούτε οι επιχειρηθείσες στο πλαίσιο των δικών που διεξήχθησαν, διαδικαστικές πράξεις, διέκοψαν την παραγραφή και της μη συμπεριλαμβανομένης σε εκείνες ένδικης αξίωσης για περαιτέρω αποζημίωση.
Εξάλλου, η 45/1998 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία εκδόθηκε επί της προηγούμενης (πρώτης) αγωγής της ενάγουσας για αποζημίωση κατά της ίδιας εναγομένης, δεν ωφελεί, καθόσον η παραγραφή της ένδικης αξίωσης, όπως προαναφέρθηκε, συμπληρώθηκε την 15-4-1999, ενώ η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη στις 28-2-2000.
Επομένως, αφού η εκ του άρθ. 10 παρ. του ν. 479/1986 αρχική, (διετής), παραγραφή είχε συμπληρωθεί πριν την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης, δεν είναι εφικτή η λειτουργία του άρθ. 268 εδ. α’ ΑΚ, ώστε να επέλθει επιμήκυνση της διετούς παραγραφής σε εικοσαετή, διότι η ως άνω τελεσιδικία δεν επιφέρει αναβίωση των αποσβεσθεισών λόγω παραγραφής μεταγενεστέρων αξιώσεων.
Κατά συνέπεια, γενομένης δεκτής ως βάσιμης κατ’ ουσίαν της προβαλλόμενης από την εναγομένη ένστασης παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, η κρινόμενη αγωγή με την οποία ασκείται η εν λόγω αξίωση τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν...". Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας και επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παρατεθείσες διατάξεις ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Ουδεμία εξάλλου, αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται εκ του ότι ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος, ο οποίος αποτελεί το σημείο έναρξης διαδρομής του χρόνου παραγραφής, και, είναι, όπως παραδέχεται και η αναιρεσείουσα η 15-4-1997, αναφέρεται, (προφανώς εκ παραδρομής), σε ένα σημείο της απόφασης ότι είναι η 15-5-97 αφού και υπό τις δύο εκδοχές (ήτοι εκείνη της 15-4-97 και της 15-5-97) δεν υπάρχει διαφοροποίηση του χρόνου παραγραφής, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είχε συμπληρωθεί την 15-4-1999, ήτοι πολύ πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής (την 13-11-2009) όπως τελικά κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Κατά, το άρθρο 559 αριθ. 11γ’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνο, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισα. Στην προκειμένη περίπτωση, προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου και για πλημμέλεια από τον αριθμό 8, διότι το Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη τους προταθέντες παραδεκτώς ισχυρισμούς της περί επιμήκυνσης σε εικοσαετία του χρόνου παραγραφής, άλλως, διακοπής της με τις άνω προγενέστερες αγωγές.
Και ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω και υπόψη τους έλαβε και αρνητικά τους αξιολόγησε κρίνοντας ότι ο χρόνος παραγραφής ήταν διετής και είχε ήδη παρέλθει κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής. Απορριπτέος είναι και ο εκ του αριθμού 11γ’ άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την από 30-5-1997 αγωγή της, στην οποία εμπεριέχεται και η ένδικη αξίωσή της, τις ...17-9-97 και ...17-7-97 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Φ.
Τ. και Ε. Μ., την 45/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, την από 19-5-98 έφεσή της, τις ... και ...98 εκθέσεις επιδόσεως της εφέσεώς της των δικαστικών επιμελητών Θ. Τ. και Ι. Π. από τις οποίες προκύπτει η διακοπή της παραγραφής και την 73/2000 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, αφού, από την διατύπωση που περιλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση "ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο" και την εκτεταμένη ανάλυση και αναφορά αυτών στο σκεπτικό της απόφασης προκύπτει ότι δεν παραβιάστηκε η άνω διάταξη και ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο όλα τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα.
Με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης η οποία παρέστη διά πληρεξουσίου δικηγόρου (άρθ. 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11/2014 αίτηση αναίρεσης της 188/2012 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ