Legislator Case Law & Legislation
732/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to specifically cite evidence in cassation grounds.

Case Number 732/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the cassation appeal filed by the widow and her children against the Second Instance Court's decision. The appellants argued that the lower court failed to consider specific documents regarding inheritance and property ownership, but the court found their arguments insufficient. The court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds did not specifically reference the evidence presented at the second instance level, violating procedural requirements for cassation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297, 299, 495(1) of the Code of Civil Procedure; The grounds for cassation must specifically cite the evidence relied upon by the appellant at the second instance, and general references to documents are insufficient to establish the admissibility of the appeal.

Keywords

AI generated
cassation appeal specific citation evidence admissibility procedural defect Code of Civil Procedure second instance inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296, 297 and 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 2/2008
Supreme Court of Greece, Case 23/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 732 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 732/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χήρας Γ. Δ., το γένος Δ. Λ., 2) Δ. Δ. του Γ. και 3)Ν. Δ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Δ. του Ι. και 2) Γ. Δ. του Ι., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάλη Παπαζήση.

Στο σημείο αυτό ο Πρόεδρος ανέγνωσε την από 14/8/2013 δήλωση παραίτησης των 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 16/11/2007 αίτησης και του από 16/8/2009 δικογράφου των προσθέτων λόγων για αναίρεση της 150/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου από το δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Αντωνόπουλο, την από 14/8/2013 πράξη του γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, το με αριθμό .../2-8-2013 Ειδικό Πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Φαρμακίδου και την με αριθμό .../19-8-2013 έκθεση επίδοσης της ως άνω αίτησης παραίτησης, η οποία συντάχθηκε από τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ….

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/1992 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/1995, 69/2001 μη οριστικές, 147/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2007 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 16/11/2007 αίτηση και τους από 16/8/2009 προσθέτους λόγους τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε: α) την από 2/2/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 150/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου και β) την από 12/3/2012 συμπληρωματική έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ. 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.

Με τις διατάξεις αυτές ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 1187/1981). Στην προκειμένη περίπτωση οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων με την από 14-8-2011 δήλωσή τους, που την ίδια ημέρα κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, από τον έχοντα προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Αντωνόπουλο (Ολ.

υπ' αριθμ. .../2.8.2013 πληρεξ. συμβ/φου Αθηνών Ελένης Φαρμακίδου) - άρθρο 98 Κ.Πολ.Δικ. - ενώ επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../19.8.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της από 16.11.2007 αιτήσεως και του από 16.8.2009 δικογράφου των προσθέτων λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 150/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Η παραίτηση αυτή, που έγινε σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 573 παρ. 1, 299, 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δικ. είναι νόμιμη και συνακόλουθα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου κώδικα, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει ως προς τους παραιτηθέντες, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, να θεωρηθεί ότι δεν έχουν ασκηθεί.

Επειδή όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../21.10.2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, ακριβές αντίγραφο της από 8.10.2009 κλήσεως για συζήτηση για τη δικάσιμο της 17.2.2010 επιδόθηκε από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσίβλητους, προς την πρώτη αναιρεσείουσα, της οποίας η συζήτηση είχε αρχικά ορισθεί για τη δικάσιμο της 7.10.2009, κατά την οποία λόγω των βουλευτικών εκλογών ματαιώθηκε η συζήτηση και επαναπροσδιορίστηκε με την προαναφερθείσα από 8.10.2009 κλήση.

Νέα κλήτευση της πρώτης αναιρεσείουσας για μετ' αναβολή δικασίμους της 23.2.2011, 21.3.2012, 20.3.2013 και την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο δεν χρειαζόταν, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 575 και 226 παρ. 4 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ.), ως εκ περισσού δε έλαβε χώρα, κοινοποιηθέντος στην εν λόγω αναιρεσείουσα από τους επισπεύδοντες - αναιρεσίβλητους πρακτικού αναβολής από τη δικάσιμο της 20.3.2013 για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../30.7.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ….

Ενόψει των προεκτεθέντων, αφού η πρώτη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον, προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα, αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ίδιος είναι φορέας του αξιουμένου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Το ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, από δε τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ συνάγεται ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, κατά δε το άρθρο 983 του ίδιου κώδικα, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, ενώ κατά το άρθρο 1051 αυτού, εκείνος που απέκτησε τη νομή πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 1045,1193 και 1198 ΑΚ, συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία για τον συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος πράγμα κινητό ή ακίνητο, δεν απαιτείται ειδική ή καθολική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας, αλλά αρκεί ειδική ή καθολική διαδοχή στη νομή.

Έτσι προκειμένου περί κληρονόμου, ο οποίος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία στα ενσμώματα πράγματα της κληρονομίας θεωρείται ως νομέας αυτών κατά πλάσμα δικαίου, για να προσμετρήσει το χρόνο χρησικτησίας των προκτητόρων του, δεν είναι αναγκαίο να αποδεχθεί προηγουμένως την κληρονομιά με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να το μεταγράψει.

Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.

ΑΠ 14/2004). Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, με τους οποίους εκφέρεται παράπονο, σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή, στον οποίο το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ. ΑΠ 25/2003), Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 εδ.

β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που παραδεκτώς προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα -εναγομένη με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον πρώτο λόγο εφέσεως ισχυρισμό της, κατά τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι -ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, για το λόγο ότι πριν από την άσκησή της δεν είχαν αποδεχθεί και μεταγράψει ην κληρονομιά των δικαιοπαρόχων γονέων τους, ώστε να μπορούν να επικαλεσθούν παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο απόκτησης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων και δη από κληρονομική διαδοχή, άλλως από τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι -ενάγοντες, με την από 7.9.1992 αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου και δη κατά ποσοστό 2/3 ο πρώτος και 1/3 ο δεύτερος, δύο συνεχομένων ακινήτων μετά των επ' αυτών δύο οικιών, τα οποία απέκτησαν από κληρονομική διαδοχή, άλλως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και ότι οι εναγόμενοι τα κατέλαβαν χωρίς δικαίωμα και τα κατέχουν από το 1983 και γι' αυτό πρέπει, αναγνωριζομένης της συγκυριότητας των εναγόντων, να τους αποδοθούν από τους εναγομένους, οι οποίοι προσέτι ως κακής πίστεως νομείς πρέπει να υποχρεωθούν και σε απόδοση των πορισθέντων, από τα επίδικα, ωφελημάτων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν οι παρεμπίπτουσες περί αποδείξεων υπ' αριθμ. 70/1995 και 69/2001 αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου) με την πρώτη από τις οποίες η αγωγή κρίθηκε αόριστη κατά τις βάσεις της περί αποκτήσεως κυριότητας με κληρονομική διαδοχή και με τακτική χρησικτησία για το λόγο ότι δεν αναφερόταν στην αγωγή το απαραίτητο για το ορισμένο των αγωγικών αυτών βάσεων στοιχείο της αποδοχής της επικαλουμένης κληρονομιάς των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και της μεταγραφής της, καθώς επίσης αόριστη κρίθηκε η αγωγή και κατά το αίτημά της περί αποδόσεως ωφελημάτων, ενώ κρίθηκε η αγωγή νόμιμη κατά τη βάση της από έκτακτη χρησικτησία, αφού η διαδοχή στη νομή δεν απαιτεί την προαναφερθείσα διατύπωση και στη συνέχεια ως προς τη βάση αυτή τέθηκαν θέματα αποδείξεως, που συμπληρώθηκαν με την προαναφερθείσα δεύτερη παρεμπίπτουσα απόφαση και εκδόθηκε, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων αυτών, η υπ' αριθμ. 147/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δέχθηκε, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την, κριθείσα ως νόμιμη, αγωγική βάση της έκτακτης χρησικτησίας και απέρριψε τις ενστάσεις των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας και περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής.

Η απόφαση αυτή εξεκκλήθη από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες και επικυρώθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία ρητά απέρριψε τον πρώτο λόγο εφέσεως (φύλλο 6α) με την αιτιολογία ότι για την απόκτηση της νομής των κληρονομιαίων και συνακόλουθα εδραιώσεως δικαιώματος έκτακτης χρησικτησίας και προσμέτρησης νομής των δικαιοπαρόχων δεν απαιτείται αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομίας, η οποία απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας και όχι νομής.

Ειδικότερα γίνεται δεκτό με την απόφαση (φύλλο 5β στο τέλος και αρχή του φύλλου 6α) ότι η μη αποδοχή και μεταγραφή από τους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) της κληρονομιάς του πατέρα τους Ι. Δ. Δ. ".... δεν μπορεί να αποκλείσει την απόκτηση από αυτούς της συγκυριότητας των επιδίκων ακινήτων με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατ' άρθρο 1045 ΑΚ και με την προσμέτρηση του χρόνου νομής του ως άνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους, μέχρι την άσκηση της από 7.9.1992 αγωγής τους με βάση την κληρονομική διαδοχή, ούτε ασκεί, επίσης, επιρροή το γεγονός, ότι οι ενάγοντες και η μητέρα τους δεν είχαν μερίδα στο Υποθηκοφυλακείο της Μυκόνου όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με τους πρώτο και έβδομο από τους λόγους της εφέσεώς τους, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν".

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί καθόσον το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε τον επίμαχο πρώτο λόγο εφέσεως, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος από το ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στον αλυσιτελή ισχυρισμό που περιεχόταν στο λόγο αυτό της εφέσεως περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων ως προς την αποτελέσασα αντικείμενο της δίκης αγωγική βάση από έκτακτη χρησικτησία.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ 11γ Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που είχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ.

ΑΠ 2/2008). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου μη αρκούσης της γενικής αναφοράς στα έγγραφα που αναφέρονται τις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.

ΑΠ 23/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων, η από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη της έγγραφα και οι αναιρεσείοντες προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από τα οποία προέκυπτε το ουσία αβάσιμο της αγωγής και η ύπαρξη ιδίας κυριότητάς τους επί των επιδίκων ακινήτων και ότι γι' αυτό απέρριψε τον οικείο λόγο εφέσεως, που αφορούσε στην παράλειψη αυτή.

Ότι τα έγγραφα αυτά είναι α) η υπ' αριθμ. .../25.4.1983 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Πειραιώς Κυριακής Παναγάκου-Γεωργοπούλου β) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας και των παραιτηθέντων από την αναίρεση ομοδίκων της και γ) εξοφλητικές αποδείξεις της ΔΕΗ. Ο λόγος αυτός ως αιτίαση από την επικαλουμένη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ.

και για τα υπό στοιχ. α' και γ' έγγραφα είναι απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν στο Εφετείο με τον αναφερόμενο στη νομική σκέψη τρόπο, από δε την επισκόπηση του Εφετηρίου και των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων προκύπτει ότι έγινε γενική αναφορά στα πρωτοδίκως προσκομισθέντα έγγραφα, χωρίς την προαναφερθείσα νόμιμη επαναφορά ενώ όσο αφορά το υπό στοιχ.

β' αποδεικτικό μέσο, ήτοι τις μαρτυρικές καταθέσεις ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την ειδική αναφορά της απόφασης στις μαρτυρικές αυτές καταθέσεις, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του εξαχθέντος αποδεικτικού πορίσματος.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 16-11-2007 αίτηση και τους από 16-8-2009 προσθέτους λόγους των Δ. Γ. Δ. και Ν. Γ. Δ. κατά των Π. Ι. Δ. και Γ. Ι. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 150/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Απορρίπτει την από 16-11-2007 αίτηση και τους από 16-8-2009 προσθέτους λόγους της Β. χας Γ. Δ. κατά των Π. Ι. Δ. και Γ. Ι. Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 150/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα (Β. χας Γ. Δ.) στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις.18 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ