Supreme Court allows appeal against lower court's property division ruling due to insufficient evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Aegaeon Court of Appeal's decision regarding property division. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate specific documentary evidence proving the inheritance chain and property transfers. The court found this omission created a reasonable doubt regarding the factual basis of the lower court's findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court fails to consider or properly evaluate relevant documentary evidence that could alter the factual findings upon which its decision rests.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 732 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 732/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων: 1. Χ1 χας Ζ, το γένος ..., κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3.Χ3, κατοίκου ... και 4. Χ4 Θυγ. Ζ, συζ. Θ, κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος-αναιρεσείοντος Ζ, ο οποίος απεβίωσε στις 22-3-2003. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Τσουρούλα-Σωτηροπούλου.
Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3 θυγ. Ψ1, κατοίκων όλων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πανοτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111αΤΠ/1995 μη οριστική, 61ΤΠ/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2001 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αποβιώσας αναιρεσείων με την από 9-5-2002 αίτηση του και οι κληρονόμοι του καλούντες με την από 12-6-2008 κλήση τους καθώς και με τους από 5-9-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Η πληρεξούσια δικηγόρος των καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των καθών η κλήση την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ.1 και 290 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψή αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 405/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, μετά τη κατάθεση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση, αποβίωσε στις 22-3-2003 στη ... ο αρχικώς αναιρεσείων Ζ, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του και τα τρία τέκνα του, πρώτη και δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των ήδη καλούντων (βλ. την από 23-10-2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Δήμου ..., το ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών της Δημάρχου ..., το ... πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομίας της γραμματέας του Πρωτοδικείου Σύρου και το ... πιστοποιητικό του ιδίου Πρωτοδικείου περί μη δημοσίευσης διαθήκης του αποβιώσαντος). Επομένως, οι πιο πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς αναιρεσείοντος (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ) νομίμως φέρουν προς συζήτηση την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με την από 12-6-2008 κλήση τους και νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ότι συνεχίζουν στο όνομά τους τη δίκη.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, νομίμως χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.
Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του (ΑΠ 411/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Η κοινή απώτερη δικαιοπάροχος των διαδίκων Π, είχε στην κυριότητά της, νομή και κατοχή, ένα ακίνητο, εκτάσεως 1.343,60 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ...
του οικισμού της Χώρας της ... με όρια Β.Δ. ιδιοκτησία Βικτ. Δικαίου και ... (πρώην κληρ. ...), βόρεια ιδιοκτησία ... Β.Δ. ιδιοκτησίες κληρονόμων ..., ..., πρώην Ξ και Ε (πρώην Ξ) και δημόσιο δρόμο, Ν.Α. δημόσιο δρόμο (αδιαμόρφωτο μονοπάτι) με ιδιοκτησίες ..., ... (πρώην Θ), ... (πρώην ...) και δημόσιο δρόμο και Ν.Δ. ιδιοκτησία κληρονόμων ..., πρώην ....
Η προαναφερόμενη απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων με το ...συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σερίφου Αρ. Πατσουράκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στη δικαιοπάροχο των εναγόντων μία (εκ των δύο) οικία και οικόπεδο, συνορευόμενο με οικία Ε (δικαιοπαρόχου του εναγομένου), ...
και δημόσιο δρόμο. Στη συνέχεια η τελευταία με την ...δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ, η οποία δημοσιεύθηκε στις -... στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών με το 3436/17-11-1989 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους τους ενάγοντες σε τμήμα εκτάσεως 271,24 τ.μ.
του ως άνω αρχικού οικοπέδου, αφού προηγουμένως η ως άνω διαθέτης με την προαναφερόμενη διαθήκη της προέβη στη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3741/1929 των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και του Ν.Δ. 1024/71. Η άμεση δικαιοπάροχος των εναγόντων Ψ3 από το χρόνο που απέκτησε, κατόπιν επαγωγής, λόγω κληρονομικής διαδοχής το έτος 1941 το ακίνητο, προέβη συγκεκριμένα στην αποδοχή κληρονομιάς, καταβολή του φόρου κληρονομίας και σύνταξη σχεδιαγράμματος, στην εποπτεία αυτού, ενώ κατοικούσε στην ενυπάρχουσα σ' αυτό οικία και ανήγειρε στο βόρειο τμήμα αυτού διώροφη οικία.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, ο εναγόμενος, ο οποίος είναι κύριος όμορου οικοπέδου με ισόγεια παλαιά οικία σ' αυτό ισχυρίζεται ότι τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, εκτάσεως 63,64 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς 4,20 μ. με ιδιοκτησία ..., νοτίως και ανατολικώς επί πλευρών 8,70μ. και 11,20 μ., αντιστοίχως, με υπόλοιπη ιδιοκτησία τους και δυτικώς επί πλευράς 13 μ.
με ιδιοκτησία εναγομένου, ανήκει στην ιδιοκτησία του, αμφισβητώντας, έτσι, την κυριότητα των εναγόντων επί αυτού. Ο εν λόγω ισχυρισμός του εναγομένου είναι απορριπτέος κατ' ουσίαν, καθόσον από την ανάγνωση του ... συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σερίφου Αριστείδη Πατσιουράκη, δυνάμει του οποίου περιήλθε, λόγω αγοράς, το άνω ακίνητο στην δικαιοπάροχο των εναγόντων Ευαγγελία σύζυγο Ψ1, όσον αφορά την οριοθέτηση του εν λόγω ακινήτου, αναφέρονται τα εξής: "...συνορευομένου με οικία Ε...", του δικαιοπαρόχου δηλαδή του εναγομένου.
Από την ανάγνωση του ως άνω συμβολαίου ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, ότι το προαναφερόμενο επίδικο τμήμα ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγόντων. Σημειώνεται δε ότι στο ίδιο συμβόλαιο αλλά σε άλλο σημείο αυτού (σελ.3) γίνεται αναφορά σε ακίνητα, οπότε και στην συγκεκριμένη περίπτωση η διαθέτης εάν ήθελε ως σύνορο της δυτικής πλευράς του ακινήτου των εναγόντων και ανατολικό του εναγομένου το ακίνητο και όχι την οικία θα αναφερόταν το ακίνητο και όχι η οικία Ε.
Επιπρόσθετα, συνεχίζει το Εφετείο, και οι μάρτυρες των εναγόντων κατέθεσαν με σαφήνεια και βεβαιότητα για την άσκηση από μέρους των εναγόντων πράξεων νομής με διάνοια κυρίου στο επίδικο επί χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας και συγκεκριμένα από το έτος 1941 μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής. Ειδικότερα, ο μάρτυρας των εναγόντων ...ς κατέθεσε ότι η δικαιοπάροχος των εναγόντων Ψ3 του είχε πει ότι το ακίνητό της εκτείνονταν δυτικά μέχρι το φούρνο του αδελφού της, δηλαδή του δικαιοπαρόχου του εναγομένου, ο οποίος (φούρνος) μετέπειτα έγινε σπίτι και ότι τον επίδικο χώρο τον χρησιμοποιούσε η Ψ3 μέχρι του χρόνου του θανάτου της, διότι πίστευε ότι ήταν δικός της.
Επίσης και ο έτερος μάρτυρας των εvαγόντων ... κατέθεσε μεταξύ των άλλων ότι "...ανάμεσα στο σπίτι του εναγομένου και στο σπίτι των εναγόντων υπάρχει χώρος αρκετά άχτιστος, αυτός ο χώρος εχρησιμοποιείτο από την Ψ3, έδενε τα ζώα της, στον ίδιο χώρο η πλευρά Ψ έριχνε τα μπάζα από την ανέγερση της οικοδομής των, τα οποία υπάρχουν και σήμερα.
Επίσης διέρχεται από τον ίδιο χώρο αποχετευτικός σωλήνας εν μέρει υπόγειος εν μέρει υπέργειος, που τοποθετήθηκε από τους ενάγοντες...". Αντιθέτως, ο μάρτυρας του εναγομένου Θ κατέθεσε μεταξύ των άλλων ότι "...Παντρεύτηκα την κόρη του Ζ το 1982. Μέχρι το 1982 δεν είχα έλθει σε επαφή με το οικόπεδο του εναγομένου...".
Σε ερώτηση δε του πληρεξουσίου Δικηγόρου των εναγόντων εάν με βάση των όσων έχει καταθέσει ο εναγόμενος κατέχει το μισό του όλου αρχικού οικοπέδου, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά και συγκεκριμένα "...Δεν ξέρω. Σ' αυτή την ερώτηση δεν ξέρω..." >>. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες έχουν καταστεί συγκύριοι του επίδικου οικοπεδικού τμήματος με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία και κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του αρχικού εναγομένου ότι ο ίδιος είναι κύριος του τμήματος αυτού, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή των εναγόντων και αναγνώρισε τους τελευταίους συγκύριους του λεπτομερώς περιγραφόμενου οικοπεδικού τμήματος, εκτάσεως 63,64 τ.μ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελείς αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους-ενάγοντες με παράγωγο τρόπο (κληρονομία) καθώς και με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1846, 1198, 974, 1045, 1051 ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πότε αποβίωσε η δικαιοπάροχος των εναγόντων, καθώς και αν οι τελευταίοι αποδέχτηκαν την κληρονομία, με ποια συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής και αν η πράξη αποδοχής μεταγράφηκε. Περαιτέρω, αναφορικά με την έκτακτη χρησικτησία δεν αναφέρεται πότε αποβίωσε η δικαιοπάροχος των εναγόντων, στοιχείο απαραίτητο για να κριθεί από πότε άρχισε η νομή των εναγόντων.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339,340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ., ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της κύριας αναίρεσης, καθώς και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι 1) το ...
δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σερίφου Αγγέλου Γεωργίου, με το πιστοποιητικό μεταγραφής του στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σερίφου στον τόμο 55 και αύξοντα αριθμό 14, με το οποίο η προαναφερθείσα κοινή δικαιοπάροχος Π από τον αναφερόμενο αγρό της με τις δύο οικίες μεταβίβασε στον υιό της Εα, που είναι ο άμεσος δικαιοπάροχος του αρχικού εναγομένου, τη μία οικία την ευρισκόμενη στο δυτικό σημείο του αγρού <<μετά του ημίσεως προαυλίου της>>, και στο οποίο αναφέρεται επίσης, ότι η ως άνω δωρήτρια την άλλη οικία <<μετά του υπολοιπομένου 1/2 της αυλής>>, θα μεταβιβάσει με άλλη συμβολαιογραφική πράξη προς την Ψ3, δηλαδή τη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, πράγμα που αργότερα έπραξε η Π με το ...
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σερίφου Αριστείδη Πατσιουράκη, 2) το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Ρώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο ανωτέρω Ε μεταβίβασε στον αρχικό εναγόμενο ακριβώς το πιο πάνω ακίνητο που του είχε δωρήσει η μητέρα του και απώτερη κοινή δικαιοπάροχος των διαδίκων, στο οποίο υπάγεται και η επίδικη λωρίδα, ήτοι <<μίαν ισόγειον οικία, αποτελουμένη εξ ενός δωματίου μετά κουζίνας και αυλής (ημίσεως της όλης αυλής)...συνορευόμενον ανατολικώς με δημόσιον δρόμον, ιδιοκτησίαν ...
και με συνεχομένην αυλήν οικίας ιδιοκτησίας Ψ3...>>. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης, δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ουδόλως μνημονεύει και από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προκύπτει η ακρίβεια του ανωτέρω θεμελιώδους ισχυρισμού τους, δεδομένου μάλιστα ότι μνημονεύει μόνο το ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο του 1941, με το οποίο μεταβιβάστηκε στη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων από τη κοινή δικαιοπάροχο η άλλη οικία με το υπόλοιπο ήμισυ της αυλής.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 262/2001 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ