Supreme Court dismisses appeal on procedural default and rejects constitutional proportionality claim regarding compensation amounts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling that the appellant failed to appear in court without valid justification. The court addressed arguments that the awarded damages for physical injury and moral harm were disproportionate to the victim's actual injuries. It held that the trial court's specific assessment of compensation falls within its discretionary power and does not violate the principle of proportionality unless it exceeds extreme limits.
Legislator headnote
AI generatedArt. 929 para. 1 lit. a' of the Civil Code; Art. 25 para. 1 of the Constitution: The principle of proportionality restricts legislative limits on constitutional rights but does not grant courts direct authority to apply the principle in specific cases; judicial decisions on compensation amounts are reviewed for specific errors rather than abstract proportionality violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 732 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 732/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2004 αγωγή των ..... και ....... ως ασκούντων την γονική επιμέλεια της ήδη αναιρεσείουσας, την από 29/9/2004 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, την από 18/10/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσιβλήτου, την από 13/11/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την προφορικώς ασκηθείσα ανταγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19736/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2601/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/12/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 18/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με επίκληση......έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σερρών ....., ο αναιρεσίβλητος ψ1 έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστεί στο δικαστήριο τούτο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο προς συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Αυτός όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε ο ίδιος ή πληρεξούσιος δικηγόρος του δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι κατ' άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
2.- Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. α'' του ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία, που έχει ήδη επέλθει, ο,τιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.
Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, αν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξ αυτών συναχθέντος και σαφώς διατυπωμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ή, προκειμένου ειδικότερα περί εγγράφων, ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων και ειδικότερα των επίμαχων εγγράφων οπότε είναι βάσιμος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικώς με τον τραυματισμό της εναγούσης ήδη αναιρεσειούσης στο αυτοκινητικό ατύχημα και την εξαιτίας αυτού ζημία της για την παροχή προς αυτήν υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμας-οικιακής βοηθού, για το οποίο, ατύχημα, έκρινε αποκλειστικώς υπαίτιο τον πρώτον αναιρεσίβλητο, οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία: "Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι από το ατύχημα η ενάγουσα χ1 υπέστη κάκωση αριστερής κνήμης και συντριπτικό επιπλεγμένο κάταγμα αριστερής κνήμης-περόνης, όπως διαγνώσθηκε στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, στο οποίο μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο.
Αρχικά έγινε εξωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος και bypass μεταξύ οπισθίας κνημιαίας και ιγνυακής καταστάσεως, έγινε ακρωτηριασμός του ορισμένου άκρου ποδός, κάτωθεν του γόνατος. Στο παραπάνω νοσοκομείο, η ενάγουσα νοσηλεύτηκε στην Α' χειρουργική Κλινική από 16-9-2003. Για να αμβλυνθούν οι συνέπειες του ακρωτηριασμού στην καθημερινή της ζωή και για να διευκολυνθεί η κίνησή της, τοποθετήθηκε στο πόδι της κνημιαία πρόθεση (τεχνητό μέλος).
Την ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο νοσοκομείο, αλλά και μετά την έξοδό της από αυτό, μέχρις ότου τοποθετηθεί το τεχνητό μέλος, περιέθαλπαν, περιποιούνταν και φρόντιζαν καθημερινά οι γονείς της, λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού και της πλήρους αδυναμίας της για μετακίνηση κα για αυτοεξυπηρέτηση.
Οι υπηρεσίες αυτές αποτιμώνται σε 20 ευρώ ημερησίως, που θα κατέβαλε η ενάγουσα ως αμοιβή εάν προσελάμβανε αποκλειστική νοσοκόμα, κατά τη διάρκεια που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο και σε 300 ευρώ μηνιαίως που θα κατέβαλε ως αμοιβή, εάν προσελάμβανε οικιακή βοηθό, κατά το διάστημα της κατ' οίκον νοσηλείας της από την 16-9-2003 και για έξι (6) μήνες έως 18-7-2003...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αγωγικού αιτήματος, επιδίκασε στην αναιρεσείουσα για την πιο πάνω αιτία ως αποζημίωση 1.140 ευρώ για το διάστημα των 57 ημερών της νοσηλείας της στο νοσοκομείο (20 ευρώ Χ 57 ημ. = 1.140 ευρώ) και 1.800 ευρώ για το διάστημα των έξι μηνών της κατ' οίκον νοσηλείας της (300 ευρώ Χ 6 μ = 1.800 ευρώ).
Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ουσιώδους ζητήματος της πιο πάνω ζημίας της, διότι: α) δεν προσδιορίζει τις συγκεκριμένες ανάγκες της (αναιρεσειούσης), που θα κάλυπτε η αποκλειστική νοσοκόμα και η οικιακή βοηθός με τις υπηρεσίες της, β) δεν καθορίζει πόσες ώρες την ημέρα είχε ανάγκη η ίδια από τις υπηρεσίες της αποκλειστικής νοσοκόμας στο νοσοκομείο και σε πόσες ώρες υπηρεσίας αυτής αντιστοιχεί το επιδικαζόμενο ποσό των 20 ευρώ ημερησίως και γ) δεν καθορίζει επίσης πόσες ώρες την ημέρα και πόσες ημέρες το μήνα είχε ανάγκη οικιακής βοηθού.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενες ελλείψεις ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη, δέχθηκε ότι: "Από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε, ότι η ενάγουσα θα έχει στο μέλλον ανάγκη περιποιήσεως και φροντίδας από αποκλειστική νοσοκόμα - οικιακή βοηθό, αλλά πλέον μπορεί μόνη της να μετακινείται και να εξυπηρετεί πλήρως τις βασικές προσωπικές ανάγκες της".
Με βάση δε τον αποδεικτικό αυτό συλλογισμό του απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγική αξίωση αποζημιώσεως για παροχή υπηρεσιών νοσοκόμας-οικιακής βοηθού από τους γονείς της κατά το μεταγενέστερο του εξαμήνου της κατ' οίκον νοσηλείας της χρονικό διάστημα, ήτοι από 18-3-2004 και εντεύθεν. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αυτή ως άνω πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, διότι α) το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα υπέστη μόνιμη αναπηρία, στο αριστερό πόδι της, η οποία θα επηρεάσει δυσμενώς την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή της και κατόπιν αυτού της επιδικάζει πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 του ΑΚ για την άμβλυνση των κοινωνικοοικονομικών δυσχερειών, που θα αντιμετωπίζει στο μέλλον συνεπεία της αναπηρίας της αυτής, στη συνέχεια αποφαίνεται αντιφατικώς, ότι η αναιρεσείουσα από 18-3-2004 και εντεύθεν δεν θα έχει ανάγκη περιποιήσεως και φροντίδας από αποκλειστική νοσοκόμα-οικιακή βοηθό, αλλά μπορεί πλέον μόνη της να μετακινείται και να εξυπηρετεί πλήρως τις βασικές προσωπικές ανάγκες της? β) δεν καθορίζει το συγκεκριμένο εκείνο γεγονός, που έλαβε χώρα και έχει καταστήσει την αναιρεσείουσα ικανή να μετακινείται και να εξυπηρετεί μόνη της πλήρως τις βασικές προσωπικές ανάγκες της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, όσον αφορά μεν την υπό στοιχείο α' αιτίαση, ως αβάσιμος, διότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των επικαλουμένων παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, όσον αφορά δε την υπό στοιχείο β' αιτίαση, ως απαράδεκτος, διότι η αναφερόμενη έλλειψη ανάγεται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς διατυπωμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Ο ίδιος λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι αυτές πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξ άλλου, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ψέγεται το Εφετείο διότι κατά το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει με επίκληση ενώπιόν του προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι είχε ανάγκη περιποιήσεως και φροντίδας από τους γονείς της και κατά το μεταγενέστερο της 18.3.2004 χρονικό διάστημα και της εντεύθεν ζημίας, ήτοι α) την 477/2006 ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης βεβαίωση την ......, .....
και ........ και β) βεβαίωση τη εταιρίας ..... και την ...... ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ..... .Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, καθόσον αφορά την ένορκη βεβαίωση στην απόφαση ρητώς αναφέρεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και το αυτοτελές αυτό αποδεικτικό μέσο, καθόσον δε αφορά τα άλλα δύο έγγραφα, στα οποία φέρεται να βεβαιώνεται μόνο ότι το αρχικό τεχνητό μέλος της αναιρεσειούσης δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί λόγω της δημιουργίας του κολοβώματος και ότι αυτή έχει ανάγκη νέου τεχνητού μέλους και όχι για την ανάγκη αυτής προς παροχή υπηρεσιών νοσοκόμας - οικιακής βοηθού, από την περιλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη γενική διαβεβαίωση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και ειδικότερα τις παρατιθέμενες σ' αυτή αιτιολογίες αναφορικώς με την ανάγκη της αναιρεσειούσης για την παροχή υπηρεσιών νοσοκόμας - οικιακής βοηθού δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα και τα ως άνω δύο επίμαχα έγγραφα.
3.- Επειδή ο προσδιορισμός του ποσού τόσο της κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάζεται στον παθόντα σε περίπτωση αδικοπραξίας, όσο και της κατά το άρθρο 931 του ίδιου Κώδικα εύλογης χρηματικής παροχής, που επιδικάζεται στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, που επηρεάζει το μέλλον του, αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής αυτής περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν' αποφασίζουν.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, και της εύλογης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του ίδιου Κώδικα δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΑΠ 163/2007, 1670/2007).
Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του ΚΠολΔ, διότι με το να καθορίσει την επιδικαστέα στην τραυματισθείσα και υποστάσα αναπηρία στο ένδικο τροχαίο ατύχημα εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και εύλογη χρηματική παροχή λόγω της αναπηρίας της στα αναφερόμενα ποσά, ήτοι σε 90.000 και 80.000 ευρώ αντιστοίχως, τα οποία τελούν σε προφανή αναντιστοιχία και δυσαναλογία με τη σωματική βλάβη, που έπαθε, παραβίασε σε ευθέως και εκ πλαγίου τη θεσπίζουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση, όσον αφορά την παραβίαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, είναι αβάσιμος, διότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δεδομένου, ότι τα επιδικαζόμενα, ως άνω, χρηματικά ποσά δεν είναι υπερμέτρως χαμηλά και όλως ασήμαντα για την εκπλήρωση των σκοπών της επιδικάσεώς τους, ώστε να υποβαθμίζουν την απαξία της τελεσθείσης σε βάρος της αναιρεσειούσης παράνομης πράξεως.
4.- Επειδή μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρούσης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 5-12-2006 αίτηση της χ1, για αναίρεση της 2601/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ", τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ