Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive lack of new evidence or intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a traffic dispute and a fine. The appellant argued that the lower court failed to consider new evidence and lacked sufficient reasoning for the fine, but the court found these arguments inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 74, 556, 558, 576, 559, 947 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the opposing party was not properly summoned and the appellant fails to prove new facts or sufficient intent for a fine.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 732 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 732/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κίμωνα Βορίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)......, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 2)..... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-8-2002 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 220/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Αυγούστου 2005 αίτησή του και τους από 5 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε ο αναιρεσείων και ο 1ος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 12 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο 1ος αναιρεσίβλητος την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις με επίκληση προσκομιζόμενες ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών .....και ..... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, μετά της κάτωθι της αιτήσεως πράξεως ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσης αναφερόμενη δικάσιμο της 12-3-2007 και μετά κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την από το οικείο πινάκιο, στην άνω δικάσιμο, εκφώνηση της υποθέσεως, ούτε κατέθεσε, κατ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δήλωση μη παραστάσεως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει το δικαστήριο, κατ άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία της κλητευθείσης ως άνω δευτέρας αναιρεσιβλήτου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 και 558 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικά ως αναιρεσίβλητος ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι δε και ο ομόδικός του, ο οποίος νικήθηκε επίσης και ο οποίος ως εκ τούτου, έχοντας το ίδιο έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως ομόδικος του αναιρεσείοντος (με την άσκηση αναιρέσεως από κοινού ή αυτοτελώς) δύναται να μετάσχει στην κατ αναίρεση δίκη, εκτός αν λόγω της φύσεως της δίκης ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη διανομής (Ολομ.Α.Π. 63/1981).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, την οποία ασκεί ο εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν επιτρέπεται να στραφεί κατά της, συνεναγομένης-συνεφεσιβλήτου του, δευτέρας αναιρεσιβλήτου και πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτή ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Δικαστική δαπάνη υπέρ της άνω αναιρεσιβλήτου δεν πρέπει να επιδικασθεί διότι αυτή δεν παρέστη και δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη.
Κατά το άρθρο 947 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5.900) ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος.Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, επί περισσοτέρων παραβάσεων, οφείλονται ισάριθμες προς αυτές χρηματικές ποινές ποινές και προσωπικής κράτησης.
Όταν, όμως, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι παραβάσεις, συνδεόμενες στενότερα μεταξύ τους, σχηματίζουν φυσική ενότητα ενεργείας του παραβάτη, κατά τρόπο εξωτερικά διαγνωστό και σε τρίτους, επιβάλλεται μία ποινή και όχι αθροιστικώς τόσες ποινές όσες οι επί μέρους παραβάσεις, κατά τον καθορισμό δε αυτής (μίας ποινής) λαμβάνονται υπόψη οι σχηματίζουσες φυσική ενότητα περισσότερες παραβάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε την έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, εκδοθείσης επί της αγωγής του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και της δευτέρας αναιρεσιβλήτου, με την οποία (αγωγή) εζητείτο να καταδικασθούν οι εναγόμενοι, για τους αναφερόμενους σ αυτή λόγους, σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Ότι με την 67/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να παραλείπουν στο μέλλον αφενός μεν τη στάθμευση δευτέρου οχήματος στον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση κοινόχρηστο χώρο και αφετέρου να μην παρεμποδίζουν τον ενάγοντα σταθμεύοντες στο χώρο αυτό το ένα αυτοκίνητο, το οποίο δικαιούνται, με διαγώνιο ή άλλο παρεμφερή μη προσήκοντα τρόπο στάθμευσης.
Ότι, με την ίδια απόφαση απειλήθηκε κατά των εναγομένων χρηματική ποινή 100.000 δραχμών και προσωπική κράτηση ενός μήνα για κάθε μελλοντική παράβαση των παραπάνω διατάξεών της. Ότι, ο ενάγων επέδωσε στους εναγομένους ακριβές αντίγραφο της άνω αποφάσεως, ως και αντίγραφο από απόγραφο με επιταγή προς εκτέλεση, σύμφωνα με τις αναφερόμενες εκθέσεις επιδόσεως, ώστε οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση των υποχρεώσεών τους.
Ότι, κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη ημερομηνίες, ήτοι στις 10-8-2002, 13-8-2002 και 14-8-2002, ο πρώτος εναγόμενος στάθμευσε το ...... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του στον άνω κοινόχρηστο χώρο, όμως, η στάθμευση αυτή έγινε από αυτόν (πρώτο εναγόμενο) διαγωνίως και όχι καθέτως, όπως όφειλε και μπορούσε για να μην παρεμποδίζεται ο ενάγων, αλλά και κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο ενάγων να μη δύναται ευχερώς να τοποθετήσει το αυτοκίνητό του ή αν το τοποθετούσε δεν θα είχε τη δυνατότητα εξόδου χωρίς να επισυμβεί πρόσκρουσή του, με αποτέλεσμα να παραβιασθεί με πρόθεση από τον εναγόμενο αυτό η παραπάνω απόφαση.
Κατ ακολουθίαν αυτών, δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο ανελέγκτως ότι οι άνω τρεις παραβάσεις συνδέονται στενά μεταξύ τους και σχηματίζουν φυσική ενότητα ενεργείας του πρώτου εναγομένου και καταδίκασε αυτόν σε χρηματική ποινή 500 ευρώ και προσωπική κράτηση 45 ημερών. Εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι άνω τρεις παραβάσεις συνδέονται στενά μεταξύ τους και σχηματίζουν φυσική ενότητα ενεργείας του πρώτου εναγομένου και καταδίκασε αυτόν (και για τις τρεις συνδεόμενες μεταξύ τους παραβάσεις) σε χρηματική ποινή 500 ευρώ και προσωπική κράτηση 45 ημερών, ενώ με την αγωγή εζητείτο καταδίκη του εναγομένου αυτού σε χρηματική ποινή 293, 47 ευρώ και προσωπική κράτηση ενός μήνα για κάθε παράβαση, ήτοι για τις τρεις παραβάσεις που αναφέρονται στην αγωγή και δέχθηκε ανελέγκτως το Εφετείο ότι έγιναν εζητείτο με την αγωγή χρηματική ποινή 880, 41 ευρώ (293, 47 Χ3=880, 41) και προσωπική κράτηση τριών μηνών (1Χ3=3), δεν επιδίκασε (το Εφετείο) περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9β του Κ.Πολ.Δ.
και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Στην αγωγή, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, εκτίθεται ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι ενήργησαν, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, εκ προθέσεως τις επικαλούμενες παραβάσεις των διατάξεων της ως άνω αναφερόμενης αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκαν να παραλείπουν την προαναφερθείσα πράξη, με απειλή της παραπάνω χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως για κάθε παράβαση και με αυτή (αγωγή) ζητήθηκε να υποχρεωθεί καθένας από τους εναγομένους, λόγω παραβάσεως από πρόθεση των διατάξεων της αποφάσεως αυτής, σε χρηματική ποινή 293, 47 ευρώ και προσωπική κράτηση ενός μήνα για κάθε παράβαση. Η με το περιεχόμενο αυτό αγωγή είναι ορισμένη και το Εφετείο που την έκρινε ως τέτοια δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως αυτής απαραδέκτου λόγω αοριστίας και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.14 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή της ενστάσεως ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε επίσης ότι το κατατεθέν από τη μάρτυρα των εναγομένων, η οποία απέδωσε τη διαγώνια στάθμευση του αναφερθέντος αυτοκινήτου και σε υπαιτιότητα του ενάγοντος, αναγόμενη στην εκ μέρους του τοποθέτηση στο συγκεκριμένο χώρο πέργολας, δεν αποδεικνύεται, κατά δε την κρίση του δικαστηρίου, αν πράγματι συνέβαινε αυτό, τότε οι εναγόμενοι γονείς της θα είχαν ήδη σπεύσει να ασκήσουν αγωγή εναντίον του για το λόγο αυτό, κάτι, όμως, που δεν έπραξαν.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η τελευταία παραδοχή του Εφετείου συνιστά επιχείρημα αυτού, προς ενίσχυση της κρίσεώς του ότι δεν αποδείχθηκε το από την άνω μάρτυρα κατατεθέν ως άνω γεγονός της τοποθέτησης πέργολας από τον ενάγοντα. Αντιστοίχως, το με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου προταθέν από τους τότε εφεσιβλήτους (μεταξύ των οποίων ο αναιρεσείων) ότι άσκησαν αγωγή για την τοποθέτηση της άνω πέργολας, συνιστούσε επιχείρημα αυτών προς ενίσχυση των υποστηριζομένων από αυτούς ότι τοποθετήθηκε πράγματι στο συγκεκριμένο χώρο πέργολα από τον ενάγοντα και το άνω κατατεθέν από την προαναφερόμενη μάρτυρα ήταν αληθές.
Επομένως, το άνω προταθέν επιχείρημα, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστούσε "πράγμα" και η από το Εφετείο μη λήψη αυτού υπόψη δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ., εντεύθεν δε ο αντίθετος πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων είναι απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 947 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι για την καταδίκη του οφειλέτη στην ποινή που απείλησε το δικαστήριο με προηγούμενη απόφασή του για την περίπτωση παραβάσεως της υποχρέωσης του οφειλέτη να παραλείψει ή αν ανεχθεί πράξη, απαιτείται να έχει ο οφειλέτης πρόθεση να παραβεί την άνω υποχρέωσή του.
Η πρόθεση, όμως, ως γνώση και θέληση του παραπάνω αποτελέσματος, δεν έχει ανάγκη εξειδικεύσεως των στοιχείων που τη συγκροτούν, αλλά αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο οφειλέτης ενήργησε από πρόθεση ή να συνάγεται από τα εκτιθέμενα παραδοχή του δικαστηρίου περί υπάρξεως τέτοιας προθέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε επίσης ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων, τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη ημερομηνίες, με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις της 67/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και γι αυτό τον καταδίκασε σε χρηματική ποινή και απήγγειλε σε βάρος του και προσωπική κράτηση.
Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για την επάρκεια της άνω αιτιολογίας, αρκούσε η στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορά ότι ο εναγόμενος οφειλέτης ενήργησε με πρόθεση και παραβίασε τις διατάξεις της παραπάνω αποφάσεως. Επομένως, η άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι επαρκής και ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ.
αντίθετος δεύτερος (τελευταίος) λόγος του δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-8-2005 αίτηση του ...... για αναίρεση της 220/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ