Legislator Case Law & Legislation
732/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against High Court ruling on robbery and usury charges due to lack of specific reasoning.

Case Number 732/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the High Court's decision convicting him of robbery and usury. The appellant argued the judgment lacked specific reasoning and misapplied criminal statutes regarding usury and joint participation. The court rejected these claims, noting that all evidence supporting the conviction was explicitly detailed in the judgment and that the appellant's defenses were adequately refuted.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484(1)(d) and 484(1)(b) of the Code of Criminal Procedure; The appeal is inadmissible if the judgment explicitly sets out the facts and evidence relied upon, thereby satisfying the constitutional requirement for specific reasoning.

Keywords

AI generated
appeal against judgment lack of specific reasoning robbery conviction usury charges joint participation Code of Criminal Procedure conviction upheld

Cited Legislation

AI generated
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 484(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 484(1)(b) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 46 of the Penal Code
Article 385 of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 732 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 732/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

ΣΤ΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Αιμιλία Λίτινα– Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 327/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.

Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1012/2005.

΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη, με αριθμό πρωτ. 466/20-10-05, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Εισάγω στο Δικαστήριό σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ.16/27-4-2005 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ'αριθ.327/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα : 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθ. 1313/2004 βούλευμά του, παρέπεμψε εκτός άλλων και τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' βαθμού (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθεί για ληστεία, απόπειρα εκβιάσεως από κοινού κατά συρροή σε βαθμό πλημμελήματος και άμεση συνέργεια σε τοκογλυφία κατ'εξακολούθηση (άρθρα 42 παρ.1, 45, 46 παρ.1 περ.β', 94 παρ.1, 98, 380 παρ.1, 385 παρ.1 περ.γ', 404 παρ.1 και 2 Π.Κ.).

Κατά του βουλεύματος αυτού, ο πιο πάνω κατηγορούμενος άσκησε την υπ'αριθ.87/2004 έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ'ουσία με το ως άνω 327/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και επικυρώθηκε έτσι με αυτό το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα, παραδεκτά και εμπρόθεσμα, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη νομότυπα με θυροκόλληση στον αναιρεσείοντα την 11-4-2005, ενώ στον αντίκλητο δικηγόρο του επεδόθη αυτό την 20-4-2005.

Περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως : 1) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα και 2) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (νομίμου βάσεως). 2. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ.1 περιπτ.δ' Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο (ή το Δικαστικό Συμβούλιο) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνον μερικά από αυτά (ΑΠ 108/2000, Π.Χ. ΝΑ/313, ΑΠ 1560/2002, 1580/2002, Π.Χ. ΝΓ/536, 548). Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, καθώς δε και η αναφορά συμπληρωματικά και στο πρωτόδικο βούλευμα (ΑΠ 2253/2002, Π.Χ.

ΝΓ/795, ΑΠ 1608/2001, Π.Χ. ΝΒ/623). Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ.β' Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες ή λογικά κενά με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (ΑΠ 418/1999, Π.Χ.

Ν/41, ΑΠ 582/2001, Π.Χ. ΝΒ/129). Τέλος, επί εκβιάσεως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεώς του ή όταν η πράξη ή παράλειψη του εξαναγκαζόμενου δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος και 361 του Α.Κ.

δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας ο εξαναγκαζόμενος περιάγεται σε κατάσταση τρόμου ή ανησυχίας. Η βία ή απειλή στρέφονται κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί είτε ο ίδιος είτε άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Ως απειλή δε δύναται να χρησιμεύσει και η δήλωση ασκήσεως από τον απειλούντα δικαιώματος που νομίμως μπορεί αυτός να ασκήσει, αφού εκβίαση συνιστά όχι η άσκηση δικαιώματος καθ'εαυτήν αλλά η απειλή ασκήσεώς του (ΑΠ 1302/2002, ΑΠ 2269/2002, Π.Χ. ΝΓ/434, 803, ΑΠ 1464/2003, Π.Χ. ΝΔ/409).

3.Επειδή, στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ.327/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, έκρινε με δικές του σκέψεις, αλλά και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και με αυτή και με επιτρεπτή αναφορά και στο 1313/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και πλέον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για τις παραπάνω κατ' αυτού αναφερόμενες εγκληματικές πράξεις. Δέχθηκε, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει ειδικώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Ο εγκαλών .... , έμπορος αλεύρων, το φθινόπωρο του 2003, αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και συγκεκριμένα πρόβλημα ρευστότητας και είχε άμεση ανάγκη από το χρηματικό ποσό των 9.000 ευρώ. Κατά το πρώτο πενθήμερο του Οκτωβρίου 2003 απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο και ήδη εκκαλούντα Χ1, ο οποίος ήταν υπάλληλος Τραπέζης και συγκεκριμένα διευθυντής του Τμήματος Χορηγήσεων της Τράπεζας ....

και τον οποίο ο εγκαλών γνώριζε από προηγούμενες συναλλαγές του στην Τράπεζα και ζήτησε να τον διευκολύνει ώστε να του χορηγηθεί δάνειο από την ως άνω Τράπεζα. Ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι η διαδικασία λήψης του δανείου από την Τράπεζα θα καθυστερούσε και τον πληροφόρησε ότι γνώριζε κάποιο πρόσωπο το οποίο ήταν σε θέση να του δανείσει αυθημερόν τα χρήματα που ζητούσε.

Του είπε συγκεκριμένα ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο κατηγορούμενος Ψ1, έμπορος μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα στην Θεσσαλονίκη και ότι θα μεσολαβούσε ο ίδιος (Χ1) ώστε ο Ψ1 να του δανείσει τα χρήματα που ζητούσε. Ο εγκαλών ευρισκόμενος σε απόλυτη ανάγκη άμεσης εξεύρεσης χρημάτων χωρίς να συζητήσει τους όρους δέχθηκε να λάβει το δάνειο αυτό από τον ως άνω δανειστή, πιστεύοντας ότι ο τελευταίος θα ζητούσε για την συναλλαγή αυτή το νόμιμο επιτόκιο.

Τότε ο Χ1 που προφανώς είχε προσυνεννοηθεί ήδη με τον Ψ1 ζήτησε από τον εγκαλούντα να του παραδώσει μια επιταγή ποσού 9.000 ευρώ την οποία αυτός (Χ1) θα παρέδιδε στην συνέχεια στον Ψ1. Ο εγκαλών πράγματι, έδωσε στον Χ1 την υπ'αριθ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, εκδόσεώς του και σε διαταγή του, ποσού 9.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-11-2003 και στη συνέχεια μετέβη με υπόδειξη του Χ1 στο κατάστημα του Ψ1 για να του παραδώσει και φωτοαντίγραφο της αστυνομικής του ταυτότητας.

Εκεί ο εγκαλών έκανε λόγο στον Ψ1 για το δάνειο των 9.000 ευρώ με εξόφληση σε δύο μήνες και ο Ψ1 απάντησε «εντάξει, ξέρω, με ενημέρωσε ο δικός μου – εννοώντας τον Χ1 – εγώ αυτόν ξέρω». Η επιταγή αυτή, αφού υπεγράφη από τον εγκαλούντα και παρεδόθη στον Χ1, στη συνέχεια παραδόθηκε από τον τελευταίο, αφού πρώτα οπισθογραφήθηκε από αυτόν, στον Ψ1 και το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο Χ1 μετέβη στην οικία του εγκαλούντος και έδωσε σ'αυτόν το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο είχε λάβει από τον Ψ1 για τον σκοπό αυτό.

Δηλαδή για το δάνειο αυτό των 5.000 ευρώ και για το διάστημα των δύο μηνών που σύμφωνα με την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής θα έπρεπε να εξοφληθεί το δάνειο ο Ψ1 πήρε για τον εαυτό του ως τόκο το ποσό των 4.000 ευρώ. Ο εγκαλών διαμαρτυρήθηκε στον Χ1 για τον υπερβολικό τόκο και τότε αυτός του απάντησε «... αυτά είναι τα λεφτά, πατάνε στην ανάγκη που έχεις αυτοί, πάρτα».

Ο εγκαλών τελικά, μην έχοντας άλλο τρόπο εξεύρεσης χρημάτων, δέχθηκε και πήρε το χρηματικό ποσόν των 5.000 ευρώ, για διάστημα δύο μηνών, αποδεχθείς να καταβάλλει γι'αυτό ως τόκο το υπερβολικό ποσό των 4.000 ευρώ, ποσό δηλαδή που υπερέβαινε κατά πολύ το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, ελπίζοντας ότι θα είναι σε θέση να πληρώσει την επιταγή των 9.000 ευρώ όταν αυτή εμφανιστεί για πληρωμή.

Στη συνέχεια, στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι οι οικονομικές δυσχέρειες όμως του εγκαλούντος συνεχίστηκαν και έτσι πέντε περίπου ημέρες πριν την ημερομηνία που έφερε ως χρόνο έκδοσης (....) η επιταγή, επικοινώνησε με τον Χ1 και του έκανε γνωστό ότι δεν ήταν σε θέση να την πληρώσει και παρακάλεσε για την ανανέωσή της.

Αλλ'ο Χ1, αφού πρώτα συνεννοήθηκε με τον συνεργό του, απάντησε ότι ο Ψ1 δεν δέχεται να ανανεωθεί η επιταγή και τις επόμενες ημέρες ο ίδιος (Χ1) επικοινώνησε πολλές φορές με τον εγκαλούντα και ζητούσε από αυτόν με επιμονή να βρει τρόπο να εξοφλήσει την επιταγή, λέγοντάς του κατά λέξη «η πόρτα είναι πολύ σκληρή, αν δεν πληρώσεις θα έχεις σημαντικές συνέπειες, μέχρι και την κόρη σου μπορούν να απαγάγουν, διότι αν δεν την πληρώσεις θα την πουλήσει την επιταγή ο Ψ1 σε δικούς του φουσκωτούς για να την εισπράξουν».

Στη συνέχεια, απογευματινές ώρες της 4-12-2003 ο κατηγορούμενος Χ1 επικοινώνησε άλλη μια φορά με τον εγκαλούντα και ζήτησε από αυτόν να συναντηθούν και να συζητήσουν το θέμα της εξόφλησης της επιταγής. Συναντήθηκαν πράγματι σε κάποια καφετέρια της πόλης και συζήτησαν χωρίς όμως να καταλήξουν σε κάποια νεότερη συμφωνία.

Κατά την αποχώρησή τους από την καφετέρια ο Χ1 ζήτησε να οδηγήσει ο ίδιος το αυτοκίνητο του εγκαλούντος και με το πρόσχημα ότι θα μεταβεί σε φιλικό του σπίτι στην ... οπότε από εκεί θα μπορούσε να αποχωρήσει ο εγκαλών, κατευθύνθηκε σε άλλη καφετέρια στην περιοχή της ... , όπου προφανώς μετά προσυνεννόηση τους ανέμενε ο εκ των κατηγορουμένων Ζ1, ο οποίος ήταν κοινός γνωστός τους.

Εκεί αμφότεροι οι κατηγορούμενοι με ύβρεις και απειλές πλέον, σκοπεύοντας να εξαναγκάσουν τον παθόντα να πληρώσει την επιταγή έλεγαν σ'αυτόν «θα σε γαμήσουμε, θα σε εξαφανίσουμε από την Ελλάδα, δεν ξέρεις με ποιους έχεις μπλέξει, πλήρωσε αλλιώς σήμερα δεν θα φύγεις από εδώ μέχρι να πληρώσεις», ο δε Ζ1 του είπε ακόμη «κοίταξε, τα κονέ που έχω εγώ δεν τα έχει ούτε ο Ψ1».

Ο εγκαλών τρομοκρατήθηκε και παρακαλούσε να του χορηγήσουν παράταση για την εξόφληση του ποσού της επιταγής, αλλ'οι κατηγορούμενοι παρέμειναν ανένδοτοι. Τούτο συνεχίστηκε για ένα δίωρο περίπου και κατόπιν οι κατηγορούμενοι ζήτησαν από τον εγκαλούντα να τους παραδώσει την ταυτότητα ή το διαβατήριό του, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει στο εξωτερικό και ακόμη του ζήτησαν να του δείξει την κατοικία του.

Έτσι έφυγαν από την καφετέρια της ... , ο μεν Χ1 οδηγώντας το αυτοκίνητο του εγκαλούντος στο οποίο επέβαινε και ο τελευταίος, ο δε Ζ1 με δικό του αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν στην περιοχή που βρισκόταν η οικία του εγκαλούντος. Όταν έφτασαν στην οδό ... , έξω από την οικία του εγκαλούντος και ενώ βρίσκονταν ακόμη μέσα στα αυτοκίνητα ο Χ1 ρώτησε τον εγκαλούντα πόσα χρήματα έφερε μαζί του και όταν ο εγκαλών του απάντησε ότι είχε στις τσέπες του 530 ευρώ, ο κατηγορούμενος αυτός, χρησιμοποιώντας σωματική βία και εξουδετερώνοντας έτσι την αντίσταση που προέβαλε ο τρομοκρατημένος εγκαλών, αφαίρεσε από την τσέπη του παντελονιού του παθόντα το παραπάνω χρηματικό ποσό και τον απείλησε ότι θα του παρακρατήσει ακόμα και το αυτοκίνητο μέχρι να πληρώσει το χρέος του, ενώ από το δεύτερο αυτοκίνητο παρακολουθούσε ο έτερος κατηγορούμενος Ζ1.

Στην πράξη δε αυτή, προέβη ο εκκαλών κατηγορούμενος, με σκοπό να αποσπάσει από τον παθόντα όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε, μετά την επίμονη άρνηση ή αδυναμία του τελευταίου να πληρώσει το τοκογλυφικό χρέος. Στη συνέχεια ακολούθησε διαπληκτισμός μεταξύ παθόντα και κατηγορουμένου σχετικά με το συμβάν που είχε ως συνέπεια να συγκεντρωθούν περίεργοι από παρακείμενο καφενείο και ο εγκαλών εκμεταλλευθείς την αναστάτωση και φοβούμενος τα χειρότερα αποχώρησε από τον τόπο του επεισοδίου.

Ακολούθως στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι την επόμενη ημέρα ο Χ1 τηλεφώνησε και πάλι στον εγκαλούντα και φορτικά ζήτησε από αυτόν να πληρώσει την επιταγή, λέγοντάς του μεταξύ άλλων «.... κανόνισε να πληρώσεις την επιταγή διότι τα περιθώρια στένεψαν και θα μπούμε σε άλλη διαδικασία την οποία γνωρίζεις», όταν δε ο εγκαλών του επανέλαβε την παράκλησή του για χορήγηση παράτασης της προθεσμίας πληρωμής, ο Χ1, αφού επικοινώνησε και έλαβε τη σύμφωνη γνώμη του Ψ1, ανακοίνωσε στον εγκαλούντα ότι ο Ψ1 δέχθηκε να του χορηγηθεί προθεσμία είκοσι ημερών προκειμένου να διευκολυνθεί αλλά στην περίπτωση αυτή το ποσό θα ήταν αυξημένο κατά 1.500 ευρώ, δηλαδή θα ανερχόταν συνολικά σε 10.500 ευρώ.

Ακόμη στη συνέχεια, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθεται ότι στο μεταξύ όμως ο εγκαλών αποφάσισε και κατήγγειλε τις ως άνω πράξεις των κατηγορουμένων στην αστυνομική αρχή και με την καθοδήγηση πλέον των αστυνομικών οργάνων συμφώνησε με τον Χ1 να συναντηθούν στις 8-12-2003 και να παραδώσει σ'αυτόν την επιταγή.

Επειδή όμως ο εγκαλών κατά την 8-12-2003 δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την επιταγή των 10.500 ευρώ ζήτησε εκ νέου από τον Χ1 μια νέα προθεσμία μέχρι την 12-12-2003, οπότε και θα του προσκόμιζε τη νέα επιταγή. Ο τελευταίος του είπε ότι θα επικοινωνούσε με τον Ψ1, όπως και πράγματι έγινε, ο δε Ψ1 δέχθηκε να περιμένει μέχρι την 12-12-2003, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα του παρέδιδε το χρηματικό ποσό των 10.500 ευρώ σε μετρητά, αν όμως του προσκόμιζε επιταγή τότε το ποσό θα ήταν αυξημένο κατά 2.000 ευρώ, δηλαδή συνολικά 12.500 ευρώ.

Ο εγκαλών προσποιήθηκε ότι δέχεται τους παραπάνω όρους και με υπόδειξη των αστυνομικών είπε στον Χ1 ότι την 12-12-2003 θα τακτοποιούσε την οφειλή του. Και την ημέρα αυτή (12-12-2003) ο εγκαλών μετέβη στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Δ/νσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης όπου προσημειώθηκαν οι τρεις επιταγές, τις οποίες μετά προσυνεννόηση με τους αστυνομικούς, θα παρέδιδε στον Χ1 κατά τη συμφωνία τους.

Συγκεκριμένα προσημειώθηκαν : α) η υπ'αριθ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως .... , ποσού 3.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης .. , β) η υπ'αριθ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως ... ποσού 3.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης ... και γ) η υπ'αριθ.... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, εκδόσεως του εγκαλούντος, ποσού 6.385 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την ...

και την ίδια ημέρα ο εγκαλών μετέβη στο γραφείο του Χ1 στην Τράπεζα και παρέδωσε σ'αυτόν τις παραπάνω επιταγές, ο δε Χ1 παρέδωσε στον εγκαλούντα την υπ'αριθ. ... επιταγή των 9.000 ευρώ. Την χρονική εκείνη στιγμή επενέβησαν τα αστυνομικά όργανα και συνέλαβαν τον κατηγορούμενο Χ1 και κατέσχεσαν από την κατοχή του τις τρεις προσημειωμένες επιταγές.

Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του παραθέτει τους αρνητικούς των κατηγοριών ισχυρισμούς του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, τους οποίους και αποκρούει με τη σαφή αιτιολογία που αναφέρεται στο σκεπτικό αυτού. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυπταν από τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, απολογίες των κατηγορουμένων), το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή και του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για τις παραπάνω κατ'αυτού εγκληματικές πράξεις.

4.Επειδή, από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ.327/2005 βούλευμά του, ως αβάσιμη στην ουσία της, την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, το οποίο είχε κρίνει, όπως προαναφέρθηκε με την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για τις πιο πάνω κατ'αυτού εγκληματικές πράξεις, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκληματικών πράξεων, για τις οποίες κρίθηκε παραπεμπτέος αυτός στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτές στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις για τις οποίες παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε έτσι ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, αναφορικά με τη ληστεία, το Συμβούλιο Εφετών δέχεται, με αναφορά και στο πρωτόδικα βούλευμα, ότι ο αναιρεσείων προκειμένου να κάμψει τις αντιδράσεις του παθόντος, χρησιμοποίησε κατ'αυτού τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και έτσι κατόρθωσε να αφαιρέσει από την τσέπη του παντελονιού αυτού το ποσό των 530 ευρώ.

Ενώ, σχετικά με την άμεση συνέργεια του αναιρεσείοντος, δέχεται το Συμβούλιο Εφετών «ότι τα περιστατικά που προέκυψαν αξιολογούνται ότι συνιστούν άμεση δόλια υποστήριξη της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο Ψ1 τοκογλυφίας κατ'εξακολούθηση, καθόσον χωρίς τη συνδρομή του αυτή δεν ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεσή της κάτω από τις περιστάσεις που τελέσθηκε».

Επειδή, κατόπιν όλων των ανωτέρω, οι προσβαλλόμενοι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως από τον αναιρεσείοντα δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου ως αβάσιμοι πρέπει να απορριφθούν. Για όλους δε τους παραπάνω λόγους πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Κατά το μέρος βέβαια, με το οποίο επιχειρείται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να αμφισβητηθεί η επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΡΟΤΕΙΝΩ : 1) Να απορριφθεί η υπ'αριθ.16/27-4-2005 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ'αριθ.327/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και,2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα, 22 Ιουνίου 2005

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Χρήστος Γ. Σιδέρης»

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 ΠΚ όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 εδάφ.

γ' του Π.Κ., όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται………,γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται και ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζόμενου, ως απειλή μπορεί να χρησιμεύσει και η δήλωση ασκήσεως από τον απειλούντα δικαιώματος που νομίμως μπορεί να ασκήσει, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση του δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεως τούτου για τον παραπάνω αναιρούμενο σκοπό και β) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.

Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεώς του ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του Α.Κ. στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές.

Το έγκλημα αυτό είναι δεκτό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άδικη σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο.

Εξάλλου κατ' άρθρ. 404 παρ. 1 και 2α Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 8α ν. 2721/1999 του ίδιου Κώδικα, «όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσης ή παράτασης της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία, ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχήν του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση «τουλάχιστον έξι μηνών» και με χρηματική ποινή.

Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος, ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Περαιτέρω κατ' άρθρο 46 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη «κατά την διάρκεια» αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης.

Τέλος η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά.

Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, συντρέχει στην πρώτη περίπτωση όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ στη δεύτερη περίπτωση όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Δεν αποτελούν λόγω όμως αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το 327/2005 βούλευμά του έκρινε, με δικές του σκέψεις αλλά και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και με αυτή με επιτρεπτή αναφορά και στο υπ' αριθμ. 1313/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει και τα οποία αξιολόγησε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, προέκυψαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο εγκαλών .... , έμπορος αλεύρων, το φθινόπωρο του 2003, αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, και είχε άμεση ανάγκη από το χρηματικό ποσό των 9000 ευρώ. Κατά το πρώτο πενθήμερο του Οκτωβρίου 2003 απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο και ήδη εκκαλούντα Χ1, ο οποίος ήταν υπάλληλος Τραπέζης και συγκεκριμένα διευθυντής του Τμήματος Χορηγήσεων της Τράπεζας ...

και τον οποίο ο εγκαλών γνώριζε από προηγούμενες συναλλαγές του στην Τράπεζα και ζήτησε να τον διευκολύνει ώστε να του χορηγηθεί δάνειο από την ως άνω Τράπεζα. Ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι η διαδικασία λήψης του δανείου από την Τράπεζα θα καθυστερούσε και τον πληροφόρησε ότι γνώριζε κάποιο πρόσωπο το οποίο ήταν σε θέση του δανείσει αυθημερόν τα χρήματα που ζητούσε.

Του είπε συγκεκριμένα ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο κατηγορούμενος Ψ1, έμπορος μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα στην Θεσσαλονίκη και ότι θα μεσολαβούσε ο ίδιος (Χ1) ώστε ο Ψ1 να του δανείσει τα χρήματα που ζητούσε. Ο εγκαλών ευρισκόμενος σε απόλυτη ανάγκη άμεσης εξεύρεσης χρημάτων χωρίς να συζητήσει τους όρους δέχθηκε να λάβει το δάνειο αυτό από τον ως άνω δανειστή, πιστεύοντας ότι ο τελευταίος θα ζητούσε για την συναλλαγή αυτή το νόμιμο επιτόκιο.

Τότε ο Χ1 που προφανώς είχε προσυνεννοηθεί ήδη με τον Ψ1 ζήτησε από τον εγκαλούντα να του παραδώσει μια επιταγή ποσού 9000 € την οποία αυτός (ο Χ1) θα παρέδιδε στην συνέχεια στον Ψ1. Ο εγκαλών πράγματι, έδωσε στον Χ1 την υπ' αριθμ. .... μεταχρονολογημένη επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, εκδόσεώς του και σε διαταγή του, ποσού 9000 €, με ημερομηνία έκδοσης την ....

και στην συνέχεια μετέβη με υπόδειξη του Χ1 στο κατάστημα του Ψ1 για να του παραδώσει και φωτοαντίγραφο της αστυνομικής του ταυτότητας. Εκεί ο εγκαλών έκανε λόγο στον Ψ1 για το δάνειο των 9000 € με εξόφληση δε δύο μήνες και ο Ψ1 απάντησε «εντάξει, ξέρω, με ενημέρωσε ο δικός μου –εννοώντας τον Χ1- εγώ αυτόν ξέρω».

Η επιταγή αυτή, αφού υπεγράφη από τον εγκαλούντα και παρεδόθη στον Χ1, στην συνέχεια παραδόθηκε από τον τελευταίο, αφού πρώτα οπισθογραφήθηκε από αυτόν, στον Ψ1 και το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο Χ1 μετέβη στην οικία του εγκαλούντος και έδωσε σ' αυτόν το χρηματικό ποσόν των 5000 €, το οποίο είχε λάβει από τον Ψ1 για τον σκοπό αυτό.

Δηλαδή για το δάνειο αυτό των 5000 € και για το διάστημα των δύο μηνών που σύμφωνα με την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής θα έπρεπε να εξοφληθεί το δάνειο ο Ψ1 πήρε για τον εαυτό του ως τόκο το ποσό των 4000 €. Ο εγκαλών διαμαρτυρήθηκε στον Χ1 για τον υπερβολικό τόκο και τότε αυτός του απάντησε «.... αυτά είναι τα λεφτά, πατάνε στην ανάγκη που έχει αυτοί, πάρτα».

Ο εγκαλών τελικά, μη έχοντας άλλο τρόπο εξεύρεσης χρημάτων, δέχθηκε και πήρε το χρηματικό ποσόν των 5000 €, για διάστημα δύο μηνών, αποδεχθείς να καταβάλει γι' αυτό ως τόκο το υπερβολικό ποσό των 4000 €, ποσό δηλαδή που υπερέβαινε κατά πολύ το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, ελπίζοντας ότι θα είναι σε θέση να πληρώσει την επιταγή των 9000 όταν αυτή εμφανιστεί για πληρωμή.

Οι οικονομικές δυσχέρειες όμως του εγκαλούντος συνεχίστηκαν και έτσι πέντε περίπου ημέρες πριν την ημερομηνία που έφερε ως χρόνο έκδοσης (...) η επιταγή, επικοινώνησε με τον Χ1 και του έκανε γνωστό ότι δεν ήταν σε θέση να την πληρώσει και παρακάλεσε για την ανανέωσή της. Αλλ' ο Χ1, αφού πρώτα συνεννοήθηκε με τον συνεργό του, απάντησε ότι ο Ψ1 δεν δέχεται να ανανεωθεί η επιταγή και τις επόμενες ημέρες ο ίδιος (Χ1) επικοινώνησε πολλές φορές με τον εγκαλούντα και ζητούσε από αυτόν με επιμονή να βρει τρόπο να εξοφλήσει την επιταγή, λέγοντάς του κατά λέξη «η πόρτα είναι πολύ σκληρή, αν δεν πληρώσεις θα έχει σημαντικές συνέπειες, μέχρι και την κόρη σου μπορούν να απαγάγουν, διότι αν δεν την πληρώσεις θα την πουλήσει την επιταγή ο Ψ1 σε δικούς του φουσκωτούς για να την εισπράξουν».

Στην συνέχεια, απογευματινές ώρες της 4-12-2003 ο κατηγορούμενος Χ1 επικοινώνσε άλλη μια φορά με τον εγκαλούντα και ζήτησε από αυτόν να συναντηθούν και να συζητήσουν το θέμα της εξόφλησης της επιταγής. Συναντήθηκαν πράγματι σε κάποια καφετέρια της πόλης και συζήτησαν χωρίς όμως να καταλήξουν σε κάποια νεότερη συμφωνία.

Κατά την αποχώρησή τους από την καφετέρια ο Χ1 ζήτησε να οδηγήσει ο ίδιος το αυτοκίνητο του εγκαλούντος και με το πρόσχημα ότι θα μεταβεί σε φιλικό του σπίτι στην ... οπότε από εκεί θα μπορούσε να αποχωρήσει ο εγκαλών κατευθύνθηκε σε άλλη καφετέρια στην περιοχή της ... , όπου προφανώς μετά προσυνεννόηση τους ανέμενε ο εκ των κατηγορουμένων Ζ1, ο οποίος ήταν κοινός γνωστός τους.

Εκεί αμφότεροι οι κατηγορούμενοι με ύβρεις και απειλές πλέον, σκοπεύοντας να εξαναγκάσουν τον παθόντα να πληρώσει την επιταγή έλεγαν σ' αυτόν «θα σε γαμήσουμε, θα σε εξαφανίσουμε από την Ελλάδα, δεν ξέρεις με ποιους έχεις μπλέξει, πλήρωσε αλλιώς σήμερα δεν θα φύγεις από εδώ μέχρι να πληρώσεις», ο δε Ζ1 του είπε ακόμη «κοίταξε τα κονέ που έχω εγώ, δεν θα έχει ούτε ο Ψ1».

Ο εγκαλών τρομοκρατήθηκε και παρακαλούσε να του χορηγήσουν παράταση για την εξόφληση του ποσού της επιταγής, αλλ' οι κατηγορούμενοι παρέμειναν ανένδοτοι. Τούτο συνεχίστηκε για ένα δίωρο περίπου και κατόπιν οι κατηγορούμενοι ζήτησαν από τον εγκαλούντα να τους παραδώσει την ταυτότητα ή το διαβατήριό του, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει στο εξωτερικό και ακόμη του ζήτησαν να τους δείξει την κατοικία του.

Έτσι έφυγαν από την καφετέρια της ... , ο μεν Χ1 οδηγώντας το αυτοκίνητο του εγκαλούντος στο οποίο επέβαινε και ο τελευταίος, ο δε Ζ1 με το δικό του αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν στην περιοχή που βρισκόταν η οικία του εγκαλούντος. Όταν έφτασαν στην οδό ... , έξω από την οικία του εγκαλούντος και ενώ βρίσκονταν ακόμη μέσα στα αυτοκίνητα ο Χ1 ρώτησε τον εγκαλούντα πόσα χρήματα έφερε μαζί του και όταν ο εγκαλών του απάντησε ότι είχε στις τσέπες του 530 €, ο κατηγορούμενος αυτός, χρησιμοποιώντας σωματική βία και εξουδετερώνοντας έτσι την αντίσταση που προέβαλε ο τρομοκρατημένος εγκαλών, αφαίρεσε από την τσέπη του παντελονιού του παθόντα το παραπάνω χρηματικό ποσό και τον απείλησε ότι θα του παρακρατήσει ακόμα και το αυτοκίνητο μέχρι να πληρώσει το χρέος του, ενώ από το δεύτερο αυτοκίνητο παρακολουθούσε ο έτερος κατηγορούμενος Ζ1.

Στην πράξη δε αυτή, προέβη ο εκκαλών κατηγορούμενος, με σκοπό να αποσπάσει από τον παθόντα όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε, μετά την επίμονα άρνηση ή αδυναμία του τελευταίου να πληρώσει το τοκογλυφικό χρέος. Στην συνέχεια ακολούθησε διαπληκτισμός μεταξύ παθόντα και κατηγορουμένου σχετικά με το συμβάν που είχε ως συνέπεια να συγκεντρωθούν περίεργοι από παρακείμενο καφενείο και ο εγκαλών εκμεταλλευθείς την αναστάτωση και φοβούμενος τα χειρότερα αποχώρησε από τον τόπο του επεισοδίου.

Την επόμενη ημέρα ο Χ1 τηλεφώνησε και πάλι στον εγκαλούντα και φορτικά ζήτησε από αυτόν να πληρώσει την επιταγή, λέγοντάς του μεταξύ άλλων «... κανόνισε να πληρώσεις την επιταγή διότι τα περιθώρια στένεψαν και θα μπούμε σε άλλη διαδικασία την οποία γνωρίζεις», όταν δε ο εγκαλών του επανέλαβε την παράκλησή του για χορήγηση παράτασης της προθεσμίας πληρωμής, ο Χ1, αφού επικοινώνησε και έλαβε την σύμφωνη γνώμη του Ψ1, ανακοίνωσε στον εγκαλούντα ότι ο Ψ1 δέχθηκε να του χορηγηθεί προθεσμία είκοσι ημερών προκειμένου να διευκολυνθεί, αλλά στην περίπτωση αυτή το ποσό θα ήταν αυξημένο κατά 1500 €, δηλαδή θα ανερχόταν συνολικά σε 10500 €.

Στο μεταξύ όμως ο εγκαλών αποφάσισε και κατήγγειλε τις ως άνω πράξεις των κατηγορουμένων στην αστυνομική Αρχή και με την καθοδήγηση πλέον των αστυνομικών οργάνων συμφώνησε με τον Χ1 να συναντηθούν στις 8-12-2003 και να παραδώσει σ' αυτόν την επιταγή. Επειδή όμως ο εγκαλών κατά την 8-12-2003 δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την επιταγή των 10500 €, ζήτησε εκ νέου από τον Χ1 μια νέα προθεσμία μέχρι την 12-12-2003, οπότε και θα του προσκόμιζε την νέα επιταγή.

Ο τελευταίος του είπε ότι θα επικοινωνούσε με τον Ψ1, όπως και πράγματι έγινε, ο δε Ψ1 δέχθηκε να περιμένει μέχρι την 12-12-2003, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα του παρέδιδε το χρηματικό ποσό των 10500 € σε μετρητά, αν όμως του προσκόμιζε επιταγή τότε το ποσό θα ήταν αυξημένο κατά 2000€, δηλαδή συνολικά 12500€. Ο εγκαλών προσποιήθηκε ότι δέχεται τους παραπάνω όρους και με υπόδειξη των αστυνομικών είπε στον Χ1 ότι την 12-12-2003 θα τακτοποιούσε την οφειλή του.

Και την ημέρα αυτή (12-12-2003) ο εγκαλών μετέβη στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Δ/νσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης όπου προσημειώθηκαν οι τρεις επιταγές, τις οποίες μετά προσυνεννόηση με τους αστυνομικούς θα παρέδιδε στον Χ1 κατά την συμφωνία τους. Συγκεκριμένα προσημειώθηκαν: α) η υπ' αριθμ. .... επιταγή της εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως ... , ποσού 3000€ με ημερομηνία έκδοσης ... , β) η υπ' αριθμ. ...

επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως ... , ποσού 3000€ με ημερομηνία έκδοσης ... και γ) η υπ' αριθμ. ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, εκδόσεως του εγκαλούντος, ποσού 6385€ με ημερομηνία έκδοσης την ... και την ίδια ημέρα ο εγκαλών μετέβη στο γραφείο του Χ1 στην Τράπεζα και παρέδωσε σ' αυτόν τις παραπάνω επιταγές, ο δε Χ1 παρέδωσε στον εγκαλούντα την υπ' αριθμ. ...

επιταγή των 9000€. Την χρονική εκείνη στιγμή επενέβησαν τα αστυνομικά όργανα και συνέλαβαν τον κατηγορούμενο Χ1 και κατέσχεσαν από την κατοχή του τις τρις προσημειωμένες επιταγές. Περαιτέρω το Συμβούλιο παραθέτει τους αρνητικούς των κατηγοριών ισχυρισμούς του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος τους οποίους αποκρούει με σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Με τα δεδομένα αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της ληστείας, β) εκβίασης και γ) άμεσης συνέργειας σε τοκογλυφία, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του άνω πρωτοδίκου βουλεύματος το οποίο επικύρωσε.

Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο ο αναιρεσείων, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 46 παρ. 1, 380 παρ. 1, 385 παρ. 1 περ. γ' και 404 παρ. 1 και 2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ι. Ειδικότερα, όσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 περίπτ. γ' Π.Κ., ενόψει του ότι, ανεξαρτήτως του ότι στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος επεδίωκε σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος παράνομη είσπραξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση του δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεως αυτού προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ.

ΙΙ.- ΄Οσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ληστείας ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας εκ του λόγου ότι δεν εκτίθενται οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε το συμβούλιο την περί παραπομπής στο ακροατήριο κρίση του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατ' είδος εκτίθενται όλα τ' αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίζει το Συμβούλιο την ενλόγω κρίση του. Οι λοιπές αιτιάσεις, όσον αφορά την ως άνω αξιόποινη πράξη ανάγονται σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς στους οποίους δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει αιτιολογημένα το Συμβούλιο και ως εκ περισσού αιτιολογεί πλήρως την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, διαλαμβάνοντας ιδιαίτερες σκέψεις προς απόκρουσή τους.

ΙΙΙ.- Εξ άλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που αφορά την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην από τον Ψ1 διαπραχθείσα τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, με την αιτίαση ότι η κατά την 12-12-2003 συμπεριφορά που του αποδίδεται είναι χρονικώς υστέρα της πράξεως της τοκογλυφίας του ποσού των 12.385 ευρώ, και συνεπώς ότι το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα στερήθηκε νομίμου βάσεως λόγω παραβάσεως του άρθρου 46 ΠΚ, αφού κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, ο εγκαλών παρέλαβε τις επιταγές των 12.385 ευρώ όπως και τη προηγουμένη επιταγή των 9000 ευρώ, από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα ο οποίος και διαμεσολάβησε στην κατάρτιση τόσο της αρχικής όσο και της μεταγενέστερης σύναψης τοκογλυφικού δανείου με τον Ψ1, τα περιστατικά δε αυτά από τα οποία και συνήγαγε το Συμβούλιο την ύπαρξη άμεσης δόλιας υποστήριξης της αποδιδόμενης στον ανωτέρω αυτουργό αξιόποινης πράξης, συνιστούν άμεση συνδρομή του κατά την τέλεση της κύριας πράξης, χωρίς την οποία (συνδρομή) δεν ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεσή της κάτω από τις περιστάσεις που τελέστηκε.

Αβάσιμος επίσης είναι ο λόγος αναίρεσης ότι, όσον αφορά την ως άνω αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην τοκογλυφία, δεν αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο, αφού στο βούλευμα αναφέρονται κατ' είδος τ' αποδεικτικά μέσα, ήτοι καταθέσεις μαρτύρων, προσκομισθέντα έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων, ενώ υπό την επίκληση του ανωτέρω λόγου αιτίαση ότι εσφαλμένα αξιολογήθηκε η από 22-1-2004 ανακριτική κατάθεση του εγκαλούντος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι μ' αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου.

Μετά τ' αυτά πρέπει ν' απορριφθεί εξ ολοκλήρου η αίτηση αναίρεσης και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 327/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ