Legislator Case Law & Legislation
731/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of res judicata due to different parties in prior proceedings.

Case Number 731/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final appeal decision of the Ioannina Court of Appeal. The appellant argued that a prior 1983 lawsuit established res judicata, but the court found no identity of parties between the 1983 case (involving the deceased father and his heir) and the current case (involving the current heir and a different defendant). Consequently, the court ruled that the legal basis for the appeal was unfounded because the previous judgment did not bind the current litigation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a prior judgment does not constitute res judicata when there is no identity of parties between the two proceedings, rendering the appeal based on such a claim inadmissible.

Keywords

AI generated
res judicata identity of parties cassation appeal Code of Civil Procedure succession law property ownership legal precedent

Cited Legislation

AI generated
Article 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 11/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 731 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 731/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Α. - Δ. του Ι. και της Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Χαρίτου ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, αλλά δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα εγκρίνει τις προτάσεις, που κατέθεσε ο αρχικός πληρεξούσιός της Σπυρίδωνας Μπεκάρης.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Α. του Γ., 2) Π. χήρας Γ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βιργινία Μυταρέλλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 09-03-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 201/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την από 12-05-2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 54/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 08-09-2016 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν, ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π.11/2018).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων ( Ολ ΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1711, 1813, 1820 εδ. α' , 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 του ΑΚ συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως με κληρονομική διαδοχή από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.

Για τη μεταβίβαση με τον τρόπο αυτόν της κυριότητας ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.2 εδ.α' και 3, 6 παρ.1, 2 και 3, 7 παρ. 3 και 7α παρ.1 περ. α' εδ. α' και β' ν. 2664/1998 προκύπτει ότι: α) Στο Κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει τη δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές, β) Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε καθεμία από τις κατά το ν. 2308/1995 κτηματογραφούμενες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών...

γ) Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες. δ) Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφισταμένων εμπράγματων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίηση τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας.

ε) Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, αναφορικά με το δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον (ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ο δανειστής του κλπ), να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπο Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής.

Η αγωγή αυτή στρέφεται κατά του (ανακριβώς) αναγραφομένου στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση μεταβίβασης του επιδίκου και κατά του ειδικού διαδόχου... η) Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 7α παρ. Ια του ν. 2644/1998, μέχρι την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών δεν εμποδίζεται η μεταβίβαση των μη καταχωρηθέντων σε αυτές (πρώτες εγγραφές) δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, ο δικαιούχος μη καταχωρηθέντος στις πρώτες εγγραφές δικαιώματος κυριότητας μπορεί να μεταβιβάσει αυτό, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, χωρίς να απαιτείται και η τήρηση της τυχόν προβλεπομένης στις διατάξεις αυτές προϋπόθεσης της εγγραφής της σχετικής πράξης στο κτηματολόγιο, εφόσον δε ο μεταβιβάζων δεν έχει ασκήσει και καταχωρήσει στο οικείο κτηματολογικό φύλλο την προαναφερόμενη αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, την πιο πάνω υποχρέωση εγγραφής της μεταβιβαστικής πράξης αναπληρώνει η εκ μέρους του αποκτώντος άσκηση και η με επιμέλεια του καταχώριση της αγωγής αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.

Εωσότου καταστεί αμετάκλητη η σχετικώς εκδοθείσα απόφαση επί της παραπάνω αγωγής (άρθρο 7 του ν. 2664/1998), τυχόν μεταβίβαση του ανακριβώς καταχωρηθέντος δικαιώματος τελεί υπό την αναβλητική αίρεση αυτής, δηλαδή της αμετάκλητης απόφασης που δέχεται την αγωγή. Ειδικότερα, σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής ανακριβώς καταχωρηθέντος στις πρώτες εγγραφές δικαιώματος, αν στις πρώτες εγγραφές δεν έχει καταχωρηθεί ή έχει καταχωρηθεί ανακριβώς δικαίωμα κυριότητας επί ακινήτου, ο δε πραγματικός δικαιούχος έχει αποβιώσει πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής απόφασης του ΟΚΧΕ για την έναρξη του κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή, οι κληρονόμοι αυτού, εφόσον δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία κατ' άρθρο 1847 του ΑΚ, μπορούν και ενώ ακόμη δεν έχει διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή να συντάξουν το σχετικό δημόσιο έγγραφο περί αποδοχής της κληρονομίας και να καταχωρήσουν τούτο στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, υπό την προαναφερόμενη αναβλητική αίρεση, ενώ παράλληλα θα ασκήσουν την αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, ζητώντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ώστε αντί του αναγραφόμενου στις πρώτες εγγραφές ως δικαιούχου εμπράγματου δικαιώματος να αναγραφούν οι ίδιοι (κληρονόμοι), καθόσον η άσκηση και καταχώρηση της σχετικής αγωγής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου εκ μέρους των κληρονόμων αναπληρώνει την έλλειψη εγγραφής της δήλωσης περί αποδοχής κληρονομίας κατ' άρθρα 1193 και 1199 του ΑΚ και 12 παρ. 1 ζ' του ν. 2664/1998 κι επομένως κατά το χρονικό σημείο έναρξης του κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή, το ανακριβώς ή μη καταχωρηθέν στις πρώτες εγγραφές εμπράγματο δικαίωμα, έχει ήδη περιέλθει στους κληρονόμους.

Αυτό συνάγεται από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, καθότι, αφενός κατά το χρονικό σημείο έναρξης του Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή ο πραγματικός δικαιούχος - κληρονομούμενος έχει αποβιώσει και δε νοείται να είναι φορέας εμπραγμάτων δικαιωμάτων, αφετέρου διότι η αποδοχή κληρονομίας, ανεξαρτήτως του χρόνου σύνταξης του σχετικού δημοσίου εγγράφου και μεταγραφής του ή τώρα πλέον καταχώρισης του στο Κτηματολόγιο ενεργεί αναδρομικά κατά το χρόνο της επαγωγής (θανάτου), η δε άσκηση και καταχώριση της σχετικής αγωγής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο εκ μέρους των κληρονόμων αναπληρώνει την έλλειψη εγγραφής της δήλωσης περί αποδοχής κληρονομίας κατά τα άρθρα 1193 και 1199 του ΑΚ και 12 παρ.1 εδ.

ζ' του ν. 2664/1998 επομένως κατά το χρονικό σημείο έναρξης του Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή, το ανακριβώς ή μη καταχωρηθέν στις πρώτες εγγραφές εμπράγματο δικαίωμα έχει ήδη περιέλθει στους κληρονόμους. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν, απέρριψε την έφεσή της, κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή της, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την απέρριψε για το λόγο αυτό, ενώ εάν εφάρμοζε ορθά τις διατάξεις αυτές, θα έκρινε νόμιμη την αγωγή της μετά από παραδοχή της έφεσής της.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι: Η αναιρεσείουσα, με την από 08-09-2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, ισχυρίσθηκε ότι επί της από 15-06-1983 διεκδικητικής αγωγής που είχε ασκήσει ο θετός πατέρας της, Ι. Α. του Α., αποβιώσας την 16-10-1985, του οποίου τυγχάνει μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος, κατά του πατέρα του αρχικώς εναγομένου, Γ.

Α. του Χ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 42/1990 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και κατόπιν άσκησης έφεσης η με αριθμό 2/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, καταστάσα αμετάκλητη, μετά την έκδοση της με αριθμό 1609/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι ο θετός πατέρας της ήταν κατά το χρόνο άσκησης της ως άνω αγωγής κύριος του λεπτομερώς περιγραφόμενου σ' αυτήν κατά θέση, έκταση και όρια αστικού ακινήτου (οικοπέδου) κείμενου στην πόλη της ...

και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος που είχε υπεισέλθει, ως και αυτή, λόγω θανάτου αμφοτέρων των αρχικών διαδίκων, κατά τη διάρκεια της δίκης, στη θέση του πατέρα του, να αποδώσει το επίδικο ακίνητο στην ίδια (ενάγουσα) ως κληρονόμο του αρχικώς ενάγοντος. Ότι το προαναφερθέν ως άνω αστικό ακίνητο (οικόπεδο) καταχωρήθηκε με ΚΑΕΚ ... (έκτασης 179 τ.μ.) στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., πλην όμως η εγγραφή αυτή τυγχάνει εσφαλμένη, διότι ως δικαιούχος κυριότητας φέρεται ο εναγόμενος, Γ.

Α., με τίτλο κτήσης "χρησικτησία", λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατό να καταχωρηθούν οι ανωτέρω αποφάσεις και η υπ' αριθ. ...2013 πράξη επανάληψης της υπ' αριθ. 19012/24-11-2006 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Αθηνών Ν. Μ. Κ. - Γ., συνταχθείσα από την Συμβ/φο Αθηνών Μ. - Β. Γ.. Ότι κατά των αρνητικών αποφάσεων, με αριθμούς 275 και ...

της Προϊσταμένης του άνω κτημ/κού γραφείου επί των σχετικών αιτήσεών της περί καταχώρισης των ανωτέρω στοιχείων (αμετάκλητης ως άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας και πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς) προσέφυγε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας και εκδόθηκε - κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας - η υπ' αριθ. 154/2014 σχετική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της (περί αντιρρήσεων) κατά των άνω αποφάσεων με το αιτιολογικό ότι η αιτούμενη διόρθωση δεν ήταν δυνατή παρά μόνο με την έγερση της προκείμενης αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 σε βάρος του εγγεγραμμένου στο κτημ/κό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας, αρχικώς εναγόμενου, στην οποία θα επικαλείται την ύπαρξη δεδικασμένου εκ της εκδοθείσας (αμετάκλητης) απόφασης και θα αιτείται τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής.

Ότι ο εναγόμενος, Γ. Α., άσκησε κατά της ενάγουσας την από 18-12-1998 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της νομής και της κυριότητάς του στο ίδιο ως άνω επίδικο ακίνητο κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι ο εναγόμενος είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, απόφαση που κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμό 46/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Ότι το έτος 1999 ο Δήμος ..., περιοχή όπου κείται το επίδικο ακίνητο, υπήχθη στη διαδικασία της κτηματογράφησης του Ν.2308/1995 και ότι ορίσθηκε ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 07-05-2008. Με βάση το ως άνω ιστορικό, επικαλούμενη κατά εναγόμενου που στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ένδικου αστικού ακινήτου, φέρεται ως δικαιούχος κυριότητας αυτού, την ύπαρξη δεδικασμένου που απορρέει από την ως άνω υπ' αριθμ. 2/2011 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, ζήτησε να διορθωθεί η αρχική (εσφαλμένη) εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του αρμοδίου κτηματολογικού γραφείου ..., ώστε αντί του εσφαλμένου "ιδιοκτησία εναγομένου" να καταχωρηθεί το δικαίωμα πλήρους κυριότητας του Ι.

Α. του Α. - θετού πατρός της (κληρονομουμένου) - επί του προαναφερθέντος ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., με βάση το διατακτικό της ανωτέρω αμετάκλητης απόφασης και του εξ αυτής παραχθέντος δεδικασμένου, ο δε κληρονομούμενος πατέρας της, ως άνω Ι. Α. του Α., να εμφαίνεται ως αποκλειστικός κύριος αυτού (ένδικου ακινήτου), διαγραφομένου από το οικείο κτηματολογικό φύλλο του εναγομένου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 54/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η εν λόγω αγωγή και κατόπιν της από 12-05-2020 έφεσης της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 201/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή, όπως και πρωτοδίκως και εντεύθεν απορρίφθηκε η έφεσή της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.

Με το να κρίνει το Εφετείο την αγωγή ως μη νόμιμη και να απορρίψει την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1193, 1195, 1198, 1199 του ΑΚ και 6 παρ. 1,2, 3 και 7Α του Ν. 2664/1998, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, αφού κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ο θετός πατέρας της ενάγουσας και κληρονομηθείς από αυτήν απεβίωσε στις 16-10-1985, ήτοι πριν την έναρξη του κτηματολογίου στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο (07-05-2008).

Επομένως, δοθέντος ότι αντικείμενο της δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του εγγραπτέου δικαιώματος κατά το χρόνο καταχώρισης της πρώτης εγγραφής, δικαιούχος του φερόμενου στην αγωγή ως εγγραπτέου δικαιώματος είναι η ενάγουσα, δεδομένου ότι δεν νοείται να είναι φορέας εμπραγμάτων δικαιωμάτων πρόσωπο το οποίο δεν υπάρχει και με την αγωγή θα έπρεπε να ζητείται η αναγραφή στο κτηματολογικό φύλλο της ιδίας ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, με αιτία κτήσης την κληρονομία και αποδοχή αυτής, ανεξαρτήτως της καταχώρησης ή μη της τελευταίας στο κτηματολογικό φύλλο και όχι η εγγραφή του αποβιώσαντος Ι.

Α. του Α.. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας, δηλαδή διάταξης νόμου, η οποία αποτελεί τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και ιστορικής αιτίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής, τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό, όλο ή και μέρος της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη.

Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση τέμνει τη διαφορά όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο.

Περαιτέρω το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, ανεξάρτητα από τη δικονομική θέση αυτών στη δίκη, δηλαδή αν στη μια περίπτωση παρίσταται ως ενάγων και στην άλλη ως εναγόμενος, καθόσον η έννοια της νομικής ταυτότητας των διαδίκων είναι η ύπαρξη και στις δύο δίκες της ιδιότητας του διαδίκου.

Τέλος, κατά το άρθρο 325 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, επιβάλλεται η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου σε εκείνους που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, τούτο δε για να μην εξανεμίζονται τα αποτελέσματα της δίκης από το τυχαίο γεγονός της διαδοχής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 2/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία (μετά παραδοχή της ασκηθείσας κατά της 42/1990 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας) αναγνώρισε τον Ι.

Α. του Α. έναντι του Χ. Α. του Α., κύριο του επιδίκου ακινήτου, κατά παραδοχή της από 15-06-1983 αγωγής του, τον δε ισχυρισμό περί ύπαρξης δεδικασμένου είχε επαναφέρει παραδεκτά η αναιρεσείουσα με την έφεσή της μετά τη συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα του δεδικασμένου δέχτηκε τα εξής: "Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η εν λόγω αγωγή είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα.

Και αυτό διότι ως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενό της με βάση και τα προαναφερόμενα στις υπό στοιχείο I και II νομικές σκέψεις της παρούσας α) δεν υπάρχει δεδικασμένο από την ανωτέρω τελεσίδικη 2/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου που μπορεί να αντιταχθεί έναντι του αρχικώς εναγόμενου, Γ. Α. του Χ., αφού δεν υπάρχει ταυτότητα των διαδίκων στις δύο δίκες, δεδομένου ότι στη δίκη που ανοίχθηκε με την από 15-6-1983 αγωγή του θετού πατέρα της ενάγουσας διάδικοι στη δίκη εκείνη ήταν ο ως άνω πατέρας της, Ι.

Α. του Α., ως ενάγων, στη θέση του οποίου υπεισήλθε η νυν ενάγουσα μετά το θάνατό του, το 1985, ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου αυτού και εναγόμενος ο Χ. Α., στη θέση του οποίου υπεισήλθε, συνεχίζοντας τη δίκη, ο αρχικώς εναγόμενος-εφεσίβλητος, Γ. Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, αντικείμενο της αγωγής εκείνης ήταν η αναγνώριση της κυριότητας του αρχικού ενάγοντος, ως κυρίου του αυτού ακινήτου και η απόδοση του ακινήτου αυτού από τον τότε εναγόμενο στον τότε ενάγοντα, ....".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της μη ύπαρξης δεδικασμένου, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα των διαδίκων, ορθά δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, αφού από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της από 01-02-2020 αγωγής (επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση), της από 15-6-1983 αγωγής και της εκδοθείσας επί αυτής 2/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, προκύπτει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα των διαδίκων στις δύο δίκες δεδομένου ότι στη δίκη που ανοίχθηκε με την από 15-6-1983 αγωγή, διάδικοι ήταν, ως ενάγων ο Ι.

Α. του Α., στη θέση του οποίου υπεισήλθε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, μετά το θάνατο του το 1985, ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου αυτού και εναγόμενος ο Χ. Α. του Ανδρέα, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο αρχικώς εναγόμενος Γ. Α. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι) και αντικείμενο της αγωγής αυτής ήταν η αναγνώριση της κυριότητας του αρχικού ενάγοντος ως κυρίου του επιδίκου ακινήτου και η απόδοση του ακινήτου αυτού από τον εναγόμενο στον ενάγοντα ενώ αντικείμενο της δίκης που ανοίχθηκε με την από 8-9-2016 αγωγή είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος κυριότητας κατά το χρόνο καταχώρισης της πρώτης εγγραφής.

Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚπολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 09-03-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 201/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα . Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ