Legislator Case Law & Legislation
731/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, remanding case for retrial on wage calculation errors.

Case Number 731/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by an anonymous company against a labor dispute judgment rendered by the Athens Court of First Instance. The company argued that the lower court failed to apply specific statutory provisions regarding wage calculations and collective agreements correctly. Consequently, the court set aside the contested decision and remanded the case for a new trial to address the alleged procedural and substantive errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court committed direct or oblique violations of substantive law, remanding the case for further examination if the appeal is partially upheld.

Keywords

AI generated
Labor Dispute Appeal Wage Calculation Errors Code of Civil Procedure Remand for Retrial Substantive Law Violation Collective Agreement Application Labor Law Enforcement

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Civil Code
Article 2 of the Ministerial Decree 6/2012
Labor Dispute Act 20/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 731 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 731/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπανικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κουφοπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 940/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3039/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 23/12/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23 Δεκεμβρίου 2020 με αριθ. καταθ. 9748/1082/23.12.2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της αναιρεσίβλητης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 3039/5.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 940/21.5.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 15.9.2014 με αριθμ. κατάθ. 105519/3563/17.9.2014 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και κατά των δεύτερου και τρίτης εναγομένων, μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη.

Με την αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος είναι διοικητικός διευθυντής και η τρίτη εναγόμενη είναι πρόεδρος του Δ.Σ και διευθύνουσα σύμβουλος, στις 2.9.2010 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθεί ως γραμματέας με πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση επί πέντε (5) ώρες την ημέρα με συμφωνηθείσες μικτές μηνιαίες αποδοχές ύψους 821,59 ευρώ για 25 ώρες εργασίας ανά εβδομάδα που δεν θα υπολείπονταν αυτών της κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές και στους οίκους ευγηρίας.

Ότι η εναγόμενη προέβη μονομερώς στα αναφερόμενες μειώσεις των μηνιαίων αποδοχών της, στις οποίες ουδέποτε αυτή συναίνεσε, με αποτέλεσμα να δικαιούται τις αναγραφόμενες σ'αυτή διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.6.2012 έως 19.6.2014. Ότι η εναγόμενη στις 19.6.2014 προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία είναι άκυρη για τους σ'αυτή εκτιθέμενους λόγους.

Ζητούσε δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να της καταβάλει για διαφορές οφειλομένων αποδοχών, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, και για αποδοχές υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της τα αναγραφόμενα σ'αυτή ποσά και επικουρικά σε περίπτωση που κηρυχθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της να της καταβάλει το ποσό των 625,31 ευρώ ως υπόλοιπο ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης και τέλος να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να της καταβάλουν για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 15.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο και την τρίτη εναγόμενη ως κατ'ουσία αβάσιμη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη ως κατ'ουσία βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 19.6.2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και υποχρέωσε την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.973,86 ευρώ για διαφορές αποδοχών και το ποσό των 9.037,42 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 19.6.2014 έως 19.6.2015 με το νόμιμο τόκο.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών α) η ενάγουσα την από 10.7.2018 με αριθ. κατάθεσης 68562/4665/12.7.2018 έφεσή της κατά των εναγομένων, με την οποία ζητούσε τη μεταρρύθμιση αυτής προκειμένου να γίνει καθ' ολοκληρία δεκτή η αγωγή της και β) η πρώτη εναγόμενη την από 19.6.2018 με αριθ.

κατάθεσης 59104/3962/19.6.2018 έφεσή της κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση αυτής με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου α) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 19.6.2018 έφεση της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και β) έγινε τυπικά δεκτή και εν μέρει κατ'ουσία η από 10.7.2018 έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά μερική παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής, εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση για λόγους ενότητας του εκτελεστού τίτλου, κρατήθηκε η αγωγή προς εκδίκαση, απορρίφθηκε αυτή ως κατ'ουσία αβάσιμη ως προς το δεύτερο εναγόμενο και ως προς την τρίτη εναγόμενη, έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 19.6.2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.776,41 ευρώ για διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.6.2012 έως 19.6.2014 με το νόμιμο τόκο και το ποσό των 9.037,42 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 19.6.2014 έως 19.6.2015 με το νόμιμο τόκο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α' του ν 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 του ΑΚ, θεωρείται έγκυρη, εφόσον καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ, προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της αποζημίωσης που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, βάσει των οποίων καθορίζεται το ύψος της αποζημίωσης.

Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης (ΑΠ 229/2021, ΑΠ 511/2020, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 90/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ'άρθρο 116 παρ.2 εδ.β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).

Ειδικότερα, από συνδυασμό της ως άνω διάταξης προς εκείνες των άρθρων 663, 666, 670 - 676, 115 παρ.3, 591 παρ. 1 στοιχ. β και γ, 256 παρ. 1 στοιχ. δ, 238, 269 και 527 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής (πριν την 1.1.2016) πριν την τροποποίηση διατάξεων του ΚΠολΔ με το νόμο 4335/2015, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη υπό μορφή ένστασης ή αντένστασης, προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.

Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005) και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής τους είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΑΠ 235/2019).

Επομένως, αν προσβάλλεται με αίτηση αναίρεσης απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο αυτοτελής ισχυρισμός που προβλήθηκε υπό την μορφή ένστασης ή αντένστασης και για τον οποίο προβάλλεται στην αναίρεση η αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκε νόμιμα ή αξιολογήθηκε ανεπαρκώς ή αντιφατικά με την προσβαλλομένη απόφαση, να είχε προταθεί παραδεκτά κατά τα ανωτέρω στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ.

με τις προτάσεις) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ (ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του), τούτο δε πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1389/2018.

ΑΠ 119/2017, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014). Εάν τα ανωτέρω δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και κατά συνέπεια απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 132/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρόλο που είχε προβάλλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις από 10.2.2017 προτάσεις της και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την από 19.6.2018 έφεσή της και με τις από 28.1.2020 προτάσεις της περιστατικά που συνιστούσαν ισχυρισμό περί πλάνης και παραδρομής ως προς το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να ερευνήσει το σχετικό ισχυρισμό της και δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης ήταν άκυρη λόγω της καταβολής μειωμένης αποζημίωσης απόλυσης.

Ο ως άνω λόγος είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, καθ' όσον, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στην αίτηση αναίρεσης ότι προέβαλε παραδεκτώς τον εν λόγω ισχυρισμό (ένσταση), ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο, με προφορική δήλωση αυτού κατά την συζήτηση καταχωρηθείσα στα οικεία πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και αναλυτικότερα με τις κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου και ότι στη συνέχεια, μετά την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επανέφερε αυτόν ως εκκαλούσα με λόγο έφεσης, αλλά περιορίζεται στο να αναφέρει στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός της προβλήθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της και ως λόγος της από 19.6.2018 έφεσης αυτής.

Σε κάθε, δε, περίπτωση, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθότι από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των με αριθμ. 940/2018 πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, των από 10.2.2017 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, της από 19.6.2018 έφεσης της αναιρεσείουσας, και των από 28.1.2020 προτάσεών της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) περί καταβολής μειωμένης αποζημίωσης από πλάνη η δε, αναφορά στις ως άνω προτάσεις της και στο δικόγραφο της έφεσής της ότι κατέβαλε το σύνολο της οφειλόμενης αποζημίωσης στην αναιρεσίβλητη με βάση το μηνιαίο μισθό της κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της λόγω ελλιπούς καταβολής της αποζημίωσης και δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως ένσταση συγγνωστής πλάνης ως προς το ύψος αυτής.

Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, η οποία ορίζει ότι "οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους..." σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 56 του Ν. 4635/2019), η οποία όριζε ότι "με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος", προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας [και η εξομοιούμενη με αυτήν διαιτητική απόφαση] ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει, τα οποία και δεσμεύει (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1581/2018, ΑΠ 1300/2018, ΑΠ 874/2018, ΑΠ 1452/2017).

Η δυνατότητα δε που παρεχόταν με την τελευταία ως άνω διάταξη στον Υπουργό Εργασίας να επεκτείνει την ισχύ της συλλογικής σύμβασης εργασίας, με την έκδοση κανονιστικής διοικητικής πράξης για την κήρυξη αυτής ως γενικά υποχρεωτικής, και πέρα από τα πρόσωπα που ήδη δεσμεύονταν κατά το άρθρο 8 παρ.2 του νόμου αυτού από τη σχετική συλλογική ρύθμιση (πάντως όμως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος), στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, εφόσον δηλαδή αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1581/2018, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 1409/2014) και με χρόνο έναρξης της επέκτασης αυτής την ημερομηνία έκδοσης της υπουργικής απόφασης κατά την παρ. 3 του άρθρου αυτού (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1581/2018, ΑΠ 1452/2017) ή την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης για την επέκταση της ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης, είχε ανασταλεί, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με την αναστολή της εφαρμογής των παρ. 2 και 3 του άρθρου 11 του Ν. 1876/1990 αρχικά κατά τη διάρκεια εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής με το άρθρο 37 παρ. 7 του Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α 226) και στη συνέχεια μέχρι το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής με το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74) και ακολούθως με το άρθρο πέμπτο παρ. 2 του Ν. 4475/2017 (ΦΕΚ Α 83), περίοδος η οποία έληξε στις 20 Αυγούστου 2018.

Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για την κατάρτιση οποιοσδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ ΑΠ 1/2007).

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες άλλως δεν θα ήταν δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τον ανωτέρω μισθό που καθορίζεται από τις ως άνω συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 1109/2017).

Για το κύρος δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 567/2004). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι κανονιστικές ρυθμίσεις της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση εργασίας, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική ισχύ (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 904/2020, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 692/2014).

Η κατά τα άνω παραπομπή δύναται ν' αφορά τόσο ισχύουσα, όσο και μέλλουσα να ισχύσει συλλογική ρύθμιση (ΑΠ 874/2018, ΑΠ 773/2017). Ακόμη, από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη τέτοια σύμβαση (διαδοχή συλλογικών συμβάσεων εργασίας).

Διαδοχή συλλογικής σύμβασης εργασίας υπάρχει επομένως, όταν χρονικά νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 228/2014, ΑΠ 277/2009, ΑΠ 1211/2009, ΑΠ 431/2011). Κατά τη διαδοχή συλλογικής σύμβασης εργασίας, η νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης, τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων εισάγοντας δυσμενέστερες ρυθμίσεις, δηλαδή κατά τη διαδοχή συλλογικής σύμβασης εργασίας δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που διαπνέει το εργατικό δίκαιο (άρθ. 7 παρ.2 του Ν. 1876/1990 και 680 του ΑΚ), αλλά η αρχή της τάξης [αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων] (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 228/2014), με εξαίρεση μόνο την προπαρατεθείσα περίπτωση κατά την οποία με την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (άρθ. 361 του ΑΚ) έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή του ευνοϊκότερου νόμου (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 431/2011), οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας και, εφ' όσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη συλλογική σύμβαση εργασίας που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, οι οποίοι με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν ήδη συμβατικοί όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή της εύνοιας.

Για να καταστεί, όμως, συμβατικός όρος της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ο κανονιστικός όρος της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης, πρέπει η παραπομπή αυτή να γίνει σε συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς, αφού συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα συλλογική ρύθμιση (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1041/2020, ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 228/2014, ΑΠ 1494/2010).

Από, δε, τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Ν. 1876/1990, που επανέλαβε ουσιαστικά τη διάταξη του άρθρου 680 του ΑΚ, προκύπτει ότι οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας υπερισχύουν των τυχόν δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (αρχή της εύνοιας). Και τούτο συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας περιέχουν τα κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας των μισθωτών, περιλαμβανομένου και του ύψους των αποδοχών, έτσι ώστε με τις ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας να απαγορεύεται μεν η δυσμενέστερη ρύθμιση των ίδιων ζητημάτων, να επιτρέπεται, όμως, η βελτίωση της προστασίας αυτής (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 692/2014, ΑΠ 228/2014).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.

Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από τη λήξη ή την καταγγελία των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή από την ισχύ του Ν. 4046/2012 (14 Φεβρουαρίου 2012), οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω τέσσερα επιδόματα (εφόσον βεβαίως αυτά ή κάποια από αυτά προβλέπονταν από τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή τη διαιτητική απόφαση που έληξε) εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 318/2017), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.

Η ως άνω προσαρμογή των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας με τη διατήρηση του βασικού μισθού και των πιο πάνω επιδομάτων και συνακόλουθα με την κατάργηση των λοιπών είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 749/2020, ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 876/2018).

Οι διατηρούμενοι όμως κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ως άνω οιονεί ενοχικοί όροι, οι οποίοι δεν έχουν πλέον κανονιστικό χαρακτήρα (λόγω λήξης της ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης), ούτε είναι γνήσιοι ενοχικοί όροι (αφού δεν είναι καρπός ατομικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, αλλά η διατήρησή τους οφείλεται σε νομοθετική παρέμβαση), μπορούν να παραμερισθούν προς ευμενέστερη ή δυσμενέστερη κατεύθυνση είτε κατ' εφαρμογή νεώτερης συλλογικής σύμβασης εργασίας (αρχή της τάξης), είτε με νεώτερη ατομική συμφωνία μεταξύ των μερών (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 773/2017), όπως ρητά ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (αντίστοιχα όριζε και η προηγούμενη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990 που καταργήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 της ως άνω Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου).

Περαιτέρω στις 22.6.2009 συνήφθη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού στις Σύγχρονες ιδιωτικές Κλινικές, Νευροψυχιατρικές Κλινικές, Μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, Οίκους Ευγηρίας κλπ όλης της χώρας" (πράξη κατάθεσης Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 39/13.7.2009) και κατόπιν της 29.7.2009 αίτησης της Ομοσπονδίας Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδος (ΟΣΝΙΕ) εκδόθηκε η υπ'αριθ. 36/2009 Διαιτητική Απόφαση "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων μελών των πρωτοβάθμιων σωματείων της ΟΣΝΙΕ που απασχολούνται στις ιδιωτικές κλινικές, μέλη του Συνδέσμου Ελληνικών Κλινικών όλης της χώρας" που κηρύχθηκε υποχρεωτική από την 2.10.2009, κατόπιν υποβολής της σχετικής προς τούτο από 2.10.2009 αίτησης της συνδικαλιστικής οργάνωσης Ο.Σ.Ν.Ι.Ε, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 εδ.

β του ν. 1876/1990, όπως ίσχυε κατά το επίδικο χρόνο, με την υπ'αριθμ. 408/66/11.1.2010 Απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΕΚ 56Β), οι οποίες καταγγέλθηκαν από τη συνδικαλιστική οργάνωση Ο.Σ.Ν.Ι.Ε, στις 19.1.2010. Ακολούθως και κατόπιν της από 13.11.2011 αίτησης της ιδίας ως άνω ομοσπονδίας (ΟΣΝΙΕ) εκδόθηκε η με αριθμ. 20/2011 Διαιτητική Απόφαση "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Ιδιωτικών Κλινικών, Νευροψυχιατρικών Κλινικών, Διαγνωστικών Κέντρων, Οίκων Ευγηρίας όλης της χώρας" (πράξη κατάθεσης Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Απασχόλησης 12/22.11.2011) η οποία καταγγέλθηκε από συμβληθείσες εργοδοτικές οργανώσεις στις 1.3.2012.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 308/2020).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1044/2020).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1410/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη της Α' έφεσης και εκκαλούσα της Β' έφεσης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." (ήδη αναιρεσείουσα) δια του δεύτερου εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου της Α' έφεσης νομίμου εκπροσώπου αυτής, στις 2.9.2010 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, προκειμένου να εργασθεί ως γραμματέας στην ιδιωτική νευροψυχιατρική κλινική που διατηρεί η εργοδότρια στα ..., με πενθήμερη εργασία 25 ωρών την εβδομάδα, ήτοι Δευτέρα 16:00 - 21:00, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη 17:00 - 21:00 και Κυριακή 10:00 - 18:00 ή σύμφωνα με το θεωρημένο πρόγραμμα εργασίας του γραφείου κίνησης ασθενών.

Οι μηνιαίες αποδοχές της συμφωνήθηκε να προσδιορίζονται από την ισχύουσα συλλογική ρύθμιση των ιδιωτικών κλινικών - οίκων ευγηρίας (ΟΣΝΙΕ) κατ' αναλογία προς το χρόνο απασχόλησής της, ήτοι 821,59 ευρώ. Τον Ιούνιο 2012, η εργοδότρια προέβη μονομερώς στη μείωση των αποδοχών της εργαζόμενης στο ποσό των 665,49 ευρώ, ακολούθως τον Οκτώβριο 2012 στο ποσό των 645,53 ευρώ, τον Δεκέμβριο 2012 και μετά στο ποσό των 516,42 ευρώ, με επαναφορά στις αποδοχές των 645,53 ευρώ μόνο για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο 2013, επικαλούμενη την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 2 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου περί "Ρύθμισης θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012". (....) Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι κατά το χρόνο πρόσληψης (2.9.2010) της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης, δεν ήταν σε ισχύ κάποια Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, καθώς η από 22.6.2009 ΣΣΕ (Πράξη Κατάθεσης Υπ.

Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας 39/13.7.2009) καθώς και η υπ' αριθ. 36/2009 Δ.Α. για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Ιδιωτικών Κλινικών όλης της χώρας, η οποία ίσχυε από 2.10.2009 και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 408/66/11.1.2010, καταγγέλθηκαν στις 19.1.2010 από τη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία Ομοσπονδία Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδος (ΟΣΝΙΕ).

Κατά δε τον χρόνο πρόσληψης δεν είχε εκδοθεί ακόμη η σχετική με τον κλάδο 20/2011 Δ.Α. (πρ. κατάθ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφάλισης 12/22.11.2011), η οποία επανέλαβε τις διατάξεις της από 22.6.2009 ΣΣΕ και της οποίας η ισχύς έληξε επίσης με καταγγελία στις 1.3.2012 (....). Στην υπό κρίση περίπτωση, με την από 2.9.2010 ατομική σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης, η πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα προσέλαβε την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα- εφεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης προκειμένου να προσφέρει την εργασία της ως υπάλληλος γραφείου στην νευροψυχιατρική κλινική που η εργοδότρια διατηρεί στα ...

και σύμφωνα με τον υπ' αριθ. 2 όρο της σύμβασης, "ο μισθός θα καταβάλλεται σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική ρύθμιση, κατ' αναλογία προς το χρόνο εργασίας". Όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο της πρόσληψης δεν ήταν σε ισχύ κάποια ΣΣΕ ή Δ.Α. αφού είχε γίνει ήδη από 19.1.2010 η προαναφερθείσα καταγγελία της ΟΣΝΙΕ, ενώ η υπ' αριθ. 20/2011 Δ.Α.

δεν είχε εκδοθεί ακόμη. Κατ' ακολουθίαν, ο μηνιαίος μισθός της εργαζομένης συμφωνήθηκε συμβατικά και ανερχόταν στο ποσό των 821,59 ευρώ μικτά για την ανωτέρω μερική απασχόληση, η δε αναφορά στη σύμβαση περί "εκάστοτε ισχύουσας συλλογικής ρύθμισης" συνεπάγεται ότι οι αποδοχές της δεν θα μπορούσαν να είναι κατώτερες από τον νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό.

Εφόσον συνεπώς ο μισθός της είχε συμφωνηθεί συμβατικά και δεν υπήρχε παραπομπή σε ισχύουσα ΣΣΕ, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 4046/2012 και της υπ' αριθ. 6/2012 ΠΥΣ και η εργοδότρια δεν δικαιούτο σε μείωση των αποδοχών της εργαζομένης χωρίς συναίνεση αυτής, αντιθέτως η ενέργειά της να προβεί στη μείωση των αποδοχών αποτελεί παράνομη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας της και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Συνεπώς η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα- εφεσίβλητη, η οποία αποδεικνύεται ότι ουδέποτε συναίνεσε στη μείωση των αποδοχών της και στη μεταβολή των όρων εργασίας της, αντιθέτως μάλιστα διαρκώς διαμαρτυρόταν και οχλούσε σχετικά την εργοδότρια, εξακολουθούσε να πρέπει να αμείβεται με τον αρχικώς συμφωνημένο συμβατικό μισθό.

Για το χρονικό διάστημα από 1.6.2012 έως 31.5.2013, η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε με διαφορετική αιτιολογία ότι οφείλονται μηνιαίες αποδοχές 821,59 ευρώ και συνολικά συμπεριλαμβανομένων επιδόματος αδείας 2012, δώρου Χριστουγέννων 2012 και δώρου Πάσχα 2013, το ποσό των 2.684,24 ευρώ και κατ' ακολουθίαν το παρόν Δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει τον πρώτο λόγο της Β' έφεσης σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου να γίνει δεκτό ότι η εργοδότρια δικαιούτο να προβεί μονομερώς σε μείωση αποδοχών από Ιούνιο 2012, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Εν συνεχεία, για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2013 έως και 19.6.2014 (ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας), η εργοδότρια επίσης δεν δικαιούτο να προβεί σε μονομερή μείωση των αποδοχών, ούτε αποδείχθηκε συναίνεση της εργαζομένης και κατ' ακολουθίαν οι μηνιαίες αποδοχές της εξακολουθούσαν να ανέρχονται στο ανωτέρω ποσό, με αποτέλεσμα να προκύπτει συνολική διαφορά αποδοχών 5.092,17 ευρώ και όχι 5.502,97 ευρώ, όπως εσφαλμένα διαλαμβάνει η εκκαλούσα, προσθέτοντας εσφαλμένα ολόκληρο το ποσό των μηνιαίων αποδοχών ως Δώρο Πάσχα 2014 αντί για το ήμισυ αυτού)(....).

Συνακόλουθα, το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης, πρέπει να υπολογισθεί με βάση τις μηνιαίες αποδοχές των 821,59 ευρώ ήτοι 821,59 X 2 πλέον 1/6 λόγω τριετούς προϋπηρεσίας 1.917,04 ευρώ και όχι 1.506,24 ευρώ, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση.

Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εκκαλούσα κατέβαλε μόλις 1.291,73 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και συνεπώς η καταγγελία είναι άκυρη λόγω της μη τήρησης της νόμιμης διαδικασίας απολύσεως και δεν έχει καμία νομική ισχύ(....)". Με τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 19.6.2018 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 10.7.2018 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την από 15.9.2014 αγωγή, απέρριψε αυτή ως κατ'ουσία αβάσιμη ως προς το δεύτερο εναγόμενο και την τρίτη εναγόμενη και δέχθηκε εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 361 του ΑΚ, του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 και της με αριθμ. 20/2011 Δ.Α. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Ιδιωτικών Κλινικών, Νευροψυχιατρικών Κλινικών, Διαγνωστικών Κέντρων, Οίκων Ευγηρίας όλης της χώρας" καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, δεν καλύπτουν το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, προσέτι δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχθηκε, με βάση τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 2.9.2010 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης από την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με τη συμφωνία ότι οι μηνιαίες αποδοχές της να προσδιορίζονται από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική ρύθμιση των ιδιωτικών κλινικών οίκων ευγηρίας (ΟΣΝΙΕ) κατ'αναλογία προς το χρόνο απασχόλησής της, ήτοι 821,59 ευρώ (4ο φύλλο), ακολούθως δέχθηκε ότι, επειδή δεν ήταν σε ισχύ κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας καθώς η από 22.6.2009 ΣΣΕ καθώς και η υπ' αριθ. 36/2009 Δ.Α., που αφορούσαν τους όρους εργασίας και αμοιβής του προσωπικού των ιδιωτικών κλινικών κλπ όλης της χώρας καταγγέλθηκαν στις 19.1.2010 και ότι κατά το χρόνο πρόσληψης της αναιρεσίβλητης δεν είχε εκδοθεί ακόμη η σχετική με τον κλάδο 20/2011 Δ.Α.

η οποία επανέλαβε τις διατάξεις της από 22.6.2009 ΣΣΕ και της οποίας η ισχύς έληξε επίσης με καταγγελία στις 1.3.2012 (1η σελίδα 5ου φύλλου), για το υπολογισμό των μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από 1.6.2012 έως και την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της στις 19.6.2014 και για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης εσφαλμένα έκρινε ότι δεν είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ.4 και 6 της υπ'αριθμ. 6/2012 Π.Υ.Σ.

που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση της παρ.6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 και ότι η αναιρεσείουσα εργοδότρια δεν εδικαιούτο σε μείωση των αποδοχών της αναιρεσίβλητης εργαζόμενης χωρίς τη συναίνεση αυτής. Και τούτο διότι με βάση τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της, οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας προσδιορίζονταν από τις μισθολογικές διατάξεις της Δ.Α. 20/2011 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού ιδιωτικών κλινικών, νευροψυχιατρικών κλινικών, διαγνωστικών κέντρων, οίκων ευγηρίας όλης της χώρας, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της μέχρι και την πάροδο του τριμήνου από την καταγγελία της στις 1.3.2012, καθότι ο κατά τα άνω συμβατικός όρος περί προσδιορισμού των αποδοχών της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης με βάση τις εκάστοτε συλλογικές ρυθμίσεις αφορούσε προδήλως τη μέλλουσα να ισχύσει ως άνω συλλογική ρύθμιση μετά, δε, την πάροδο του ως άνω τριμήνου και κατά το διάστημα της μετενέργειας αυτής εξακολουθούσαν να ισχύουν από τους κανονιστικούς της όρους, αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που, κατ'εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.4 και παρ. 6 της υπ'αριθμ. 6/2012 ΠΥΣ αφορούσαν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα τυχόν προβλεπόμενα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, ενώ έπαυσε έκτοτε να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτή επίδομα (ΑΠ 1096/2018, ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 395/2021), χωρίς να απαιτείται συναίνεση του εργαζομένου, ούτε προηγούμενη ενημέρωσή του, αφού η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται ευθέως από το νόμο (ΑΠ 1096/2018) και δεδομένου ότι δεν υπάρχουν παραδοχές σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) ότι οι διατηρούμενοι κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ως άνω (οιονεί ενοχικοί) όροι της με αριθμ. 20/2011 ΔΑ, παραμερίσθηκαν είτε κατ' εφαρμογή νεώτερης συλλογικής σύμβασης εργασίας (αρχή της τάξης), είτε με νεώτερη ατομική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μερών.

Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συμφωνήθηκε συμβατικά ο μισθός της αναιρεσίβλητης για τη σύμβαση μερικής απασχόλησης αυτής να ανέρχεται στο ποσό των 821,59 ευρώ και ότι εφόσον δεν υπήρχε παραπομπή σε ισχύουσα ΣΣΕ δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της υπ'αριθμ. 6/2012 Π.Υ.Σ., καθότι δέχθηκε, σε αντίθεση με το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι κατά την πρόσληψη της αναιρεσίβλητης συμφωνήθηκε οι μηνιαίες αποδοχές της να προσδιορίζονται από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική ρύθμιση των ιδιωτικών κλινικών οίκων ευγηρίας κλπ και ως εκ τούτου και με βάση την ως άνω παραδοχή του, οι μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσίβλητης καθορίζονταν από τις διατάξεις της προαναφερθείσας με αριθ. 20/2011 ΔΑ κατά το χρονικό διάστημα της ισχύος της και μέχρι την κατάργησή της και δεδομένου ότι δεν έχει παραδοχές α) ότι με νεώτερη συμφωνία των διαδίκων είχε καταργηθεί ή τροποποιηθεί ο προαναφερθείς όρος της έγγραφης σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης ως προς τον τρόπο προσδιορισμού των μηνιαίων αποδοχών της, β) ότι μετά την κατάργηση της ισχύος της ως άνω Δ.Α. (20/2011) λόγω της καταγγελίας αυτής στις 1.3.2012 και την έναρξη εφαρμογής της ρύθμισης του άρθρου 2 της υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ.

συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων με νέα ατομική σύμβαση εργασίας ή με τροποποίηση της ήδη ισχύουσας, ρητά ή σιωπηρά, η συνέχιση της καταβολής της αμοιβής της αναιρεσίβλητης με βάση τους μισθολογικούς όρους της ως άνω καταργηθείσας Διαιτητικής Απόφασης (20/2011), με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 361 του ΑΚ, του άρθρου 2 της υπ'αριθμ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 και των μισθολογικών διατάξεων της ΔΑ 20/2011.

Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ'ουσία βάσιμοι οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος των λόγων αναίρεσης της αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, με τους οποίους προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Μετά, δε, την παραδοχή του ως άνω δύο πρώτων λόγων αναίρεσης και λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτών παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και του τέταρτου λόγου αναίρεσης με τον οποίο προσάπτει σ'αυτή την εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα στον ως άνω λόγο αποδεικτικά μέσα.

Συνακόλουθα και κατά παραδοχή των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμ. 3039/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών α) κατά το μέρος που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη διαφορές αποδοχών για τα χρονικό διάστημα από 1.6.2012 έως 19.6.2014 και αποδοχές υπερημερίας για τα χρονικό διάστημα από 19.6.2014 έως 19.6.2015 και β) κατά το μέρος που έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης ήταν άκυρη λόγω καταβολής μειωμένης αποζημίωσης απόλυσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την υπ' αριθ. 3039/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ