Supreme Court dismisses appeal in employment termination case where employee's misconduct constituted a serious reason for dismissal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court ruling that terminated an employee's contract for a serious reason. The employee, a bank staff member, was found to have created conditions allowing colleagues to commit embezzlement, a breach of trust that objectively justified immediate termination. The court held that the employer's right to terminate without notice was not abused given the gravity of the misconduct and the lack of procedural errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 672 and 32 of the Labor Law; An employer may terminate a fixed-term employment contract for a serious reason without notice if the employee's conduct objectively destroys the trust essential to the employment relationship, and such termination is not considered abusive even if based on negligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 731 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 731/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ.-Ε. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου-Σεργίου Σακαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σουμελά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .../2005. Κατόπιν συνεκδίκασης της ανωτέρω αγωγής και δύο προσθέτων παρεμβάσεων που ασκήθηκαν προφορικώς υπέρ του ενάγοντος, εκδόθηκαν η 2272/2008 αναβλητική και η 416/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 327/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-1-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 672 ΑΚ, καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί, κυρίως, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την παραπέρα συνέχιση της συμβάσεως.
Για την εκτίμηση της συνδρομής τέτοιων περιστατικών λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τα εν λόγω περιστατικά σε συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 10/1995). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 32 του κανονισμού εργασίας προσωπικού της εναγόμενης τράπεζας, που καταρτίσθηκε με την από 26-6-2003 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΣΣΕ) και κατατέθηκε αρμοδίως την 30-6-2003, η σύμβαση εργασίας του προσωπικού της τράπεζας λύεται εκτός άλλων περιπτώσεων και για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ.
Περαιτέρω, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο, επίσης, ερευνά αν σε συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1751/2008, ΑΠ 555/2007).
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι, την 3-4-1978, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε ως υπάλληλος λογιστικού κλάδου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από την τράπεζα με την επωνυμία "...), την οποία διαδέχθηκε, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "...
ΑΕ", δυνάμει των από 11-4-2000 και 18-4-2000 αποφάσεων των γενικών συνελεύσεών τους, αντίστοιχα. Ότι ο ενάγων κατά έτη 1999-2005 εργάστηκε ως προϊστάμενος καταθέσεων και ταμειακών συναλλαγών των καταστημάτων της εναγομένης στη ... και στον ... Ρόδου. Ότι την 26-7-2005 η εναγομένη με έγγραφό της έθεσε τον ενάγοντα στη διάθεση της Διεύθυνσης, ενώ παράλληλα κατάργησε το δικαίωμα β' υπογραφής, που του είχε δοθεί μέχρι τότε.
Ότι, ακολούθως, την 12-9-2005, κατήγγειλε τη μετά του ενάγοντος σύμβαση εργασίας επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων και καθηκόντων. Ότι, ειδικότερα, την 17-8-2004, οι πελάτες της εναγομένης Β. Χ., Χ. Χ. και Μ. Χ., μόνιμοι κάτοικοι ... και τέκνα του αποβιώσαντος Μ. Χ., καθώς και ο Ε.
Χ. και Γ. συζ. Ε. Χ., απέστειλαν προς αυτήν επιστολές, με τις οποίες ζητούσαν πληροφορίες για την τύχη των καταθετικών λογαριασμών τους, που τηρούνταν στο κατάστημα .... Ότι ακολούθησε η διενέργεια ειδικού υπηρεσιακού ελέγχου από τον επιθεωρητή της εναγομένης Α. Γ.. Ότι, σύμφωνα με το πόρισμα της από 17-6-2005 έκθεσης ειδικού ελέγχου, ο διευθυντής του καταστήματος ..., Α.
Π., εκμεταλλευόμενος τη θέση του και με τη συνεργασία της προϊσταμένης του λογιστηρίου, Α. Χ. (συζύγου του ενάγοντος), υπεξαίρεσε το συνολικό ποσό των 1.871.552 ευρώ από τους λογαριασμούς των πελατών Μ. Χ. (που είχε αποβιώσει την 30-7-1999), Γ. Χ., Ε. Χ. και Α. Δ.. Ότι οι παράνομες αυτές ενέργειες έγιναν από τον Ιούλιο του έτους 1999 μέχρι το Μάιο του έτους 2000 στο κατάστημα ...
Ρόδου της ... Ελλάδος και συνεχίστηκαν μετά τη συγχώνευσή της με την εναγομένη, μέχρι την 4-1-2001. Ότι, αρχικά, τα ποσά που υπεξαιρέθηκαν επενδύθηκαν σε αμοιβαία μετοχικά κεφάλαια, στα ονόματα των πελατών ή συγγενών τους. Ότι, στη συνέχεια, τα ποσά αυτά διοχετεύθηκαν στους αναφερόμενους στην έκθεση λογαριασμούς και, τελικά, είτε αναλήφθηκαν σε μετρητά είτε απομειώθηκαν λόγω της πτώσεως του χρηματιστηρίου, με αποτέλεσμα όλοι οι σχετικοί λογαριασμοί να εμφανίζουν μηδενικά υπόλοιπα.
Ότι ως προς τον ενάγοντα, ειδικότερα, ο έλεγχος κατέδειξε ότι αυτός, που ήταν προϊστάμενος ταμειακών συναλλαγών, "θα πρέπει να γνώριζε" τις παράνομες ενέργειες, διότι κατά παράβαση του σχετικού κανονισμού α) είχε θεωρήσει τα "καρτολίνια" των λογαριασμών ταμιευτηρίου, που χρησιμοποιήθηκαν για τις υπεξαιρέσεις, χωρίς τα υποδείγματα υπογραφών των πελατών να τεθούν ενώπιον του, β) επανειλημμένα, είχε θεωρήσει παραστατικά αναλήψεων χωρίς προσκόμιση βιβλιαρίων καταθέσεων και χωρίς την παρουσία των δικαιούχων και γ) είχε θεωρήσει αιτήσεις εξαγοράς μεριδίων αμοιβαίου μετοχικού κεφαλαίου, οι οποίες δεν έφεραν υπογραφές των δικαιούχων.
Ότι, επίσης, από τον έλεγχο αποδίδεται στον ενάγοντα ότι δεχόταν τη διενέργεια συναλλαγών αναλήψεων με προϋπογεγραμμένα παραστατικά, χωρίς την παρουσία των πελατών. Ότι οι ως άνω, αντισυμβατικές και αντίθετες με την ιδιότητα του τραπεζικού υπαλλήλου, ενέργειες και παραλείψεις του ενάγοντος συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, διότι κλόνισαν την, όλως απαραίτητη για τη συνέχιση της συνδέουσας τα διάδικα μέρη υπαλληλικής σχέσης, εμπιστοσύνη της εναγομένης εργοδότριας τράπεζας προς το πρόσωπο του ενάγοντος και διατάραξαν τη συνεργασία τους, ώστε να υφίστανται πλέον ικανές αμφιβολίες στην εναγομένη ως προς τη δυνατότητα του ενάγοντος για προσφορά υπεύθυνου τραπεζικού έργου.
Ότι, επιπροσθέτως, εκ των ενεργειών και παραλείψεων του ενάγοντος προκλήθηκε κλονισμός του κύρους της εναγομένης και επηρεάσθηκε αρνητικά η φήμη της έναντι τρίτων, όσον αφορά την εκ μέρους αυτής εύρυθμη και, κυρίως, ασφαλή ανάληψη και εκπλήρωση τραπεζικών εργασιών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι βασίμως δεν μπορούσε να αξιωθεί από την εναγόμενη τράπεζα η διατήρηση του ενάγοντος στην υπηρεσία της με την εναντίον του λήψη ηπιότερου της απολύσεώς του μέτρου και, ιδία, εκείνου της προβλεπόμενης από τον κανονισμό πειθαρχικής ποινής της προσωρινής αργίας.
Και ότι η εκ μέρους της εναγομένης από 12-9-2005 έκτακτη καταγγελία της συνδέουσας αυτήν και τον ενάγοντα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενόψει του ότι αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της μέτρο, δεν υπερέβη, και μάλιστα προφανώς, τα τιθέμενα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αξιολογικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού για τον οποίο αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
Κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως και απορρίψει ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή.
3. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας και υπήγαγε προσηκόντως σ' αυτές τις ως άνω ουσιαστικές του παραδοχές, τις οποίες με πληρότητα και σαφήνεια παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, η προαναφερθείσα πλημμελής συμπεριφορά του ενάγοντος ως τραπεζικού υπαλλήλου, η οποία κατά τον έλεγχο οφειλόταν τουλάχιστον σε σοβαρή αμέλεια αυτού, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πολυεπίπεδης παροχής συνθηκών διευκόλυνσης στα αναφερόμενα στην έκθεση επιθεώρησης στελέχη του καταστήματος, προκειμένου αυτά (το ένα από τα οποία, μάλιστα, ήταν η σύζυγός του) να διαπράξουν σε βάρος της εναγόμενης την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης ενός πολύ μεγάλου ποσού, με κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης.
Μια τέτοια συμπεριφορά, αξιολογούμενη αντικειμενικά, κλονίζει ισχυρά την εμπιστοσύνη, την οποία ένας τραπεζικός υπάλληλος πρέπει να εμπνέει στην τράπεζα, στην οποία υπηρετεί. Και εφ' όσον η συμπεριφορά αυτή, ακόμη και αν οφείλεται μόνο σε αμέλεια, έχει μεγάλη διάρκεια και παράγει δυσμενή αποτελέσματα για την πελατεία και την τράπεζα, συνιστά σπουδαίο λόγο για την πρόωρη λύση μιας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του οποίου δεν μπορεί βασίμως να αποκρουσθεί ως καταχρηστική.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
4. Με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως, ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν, όπως οι εγκύκλιοι της τράπεζας στην παραβίαση των οποίων αναφέρεται γενικώς η προσβαλλόμενη απόφαση. Από την επισκόπηση, όμως, του περιεχομένου αυτής καθίσταται σαφές ότι για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας α) έλαβε υπ' όψη μόνο τα έγγραφα που επικαλέστηκαν οι διάδικοι και όχι άλλα που δεν είχαν προσκομισθεί και β) θεώρησε ως ουσιώδες έγγραφο μόνο την από 17-6-2005 έκθεση ειδικού ελέγχου και μέσω αυτής αναφέρθηκε σε εγκυκλίους, που καθόριζαν την προσήκουσα συμπεριφορά των υπαλλήλων προς την οποία δεν συμμορφώθηκε ο ενάγων, χωρίς να συνεκτιμήσει ειδικά το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. β' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-1-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 327/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Και
Καταδικάζει τoν αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Ιανουαρίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ