Legislator Case Law & Legislation
731/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against tax debt statute of limitations due to procedural flaws in prior administrative decisions.

Case Number 731/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, which had dismissed the plaintiff's claim based on the statute of limitations. The plaintiff argued that prior administrative acts determining VAT and fines were legally flawed due to procedural violations, rendering the debt unenforceable. The Court found the lower court erred in assuming the debt was time-barred because the underlying administrative decisions had been annulled for procedural defects, thereby invalidating the basis for the tax liability.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 5 of Law 3210/1955; Art. 22(1) of Law 3693/1955: An appeal is admissible if a substantive law rule was violated, and a tax debt is not enforceable if the underlying administrative acts establishing it were annulled due to procedural flaws.

Keywords

AI generated
statute of limitations VAT tax liability procedural flaws administrative annulment civil procedure appeal tax enforcement legal basis validity

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 5 of Law 3210/1955
Art. 22(1) of Law 3693/1955

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 731 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 731/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. συζύγου Κ. Μ., 2) Ι. Μ. του Κ. ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Κ. Μ. και Α.-Ν. Μ., 3) Μ. Μ., συζύγου Ι. Μ., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Κ. Μ. και Α.-Ν. Μ., κατοίκων ..., 4) Εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στο συνοικισμό "..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... της επαρχιακής οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νεκταρία Μυγιάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1970/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/2/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 24/4/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 28/2/2014 αίτηση του αναιρεσείοντος.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 1970/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 19-7-2010 έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθμ. 92/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία έγινε δεκτή η από 19-10-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε και κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 435/2015). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 152/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 939 ΑΚ, βασική προϋπόθεση για τη γέννηση της αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης περιουσιακού του στοιχείου αποτελεί η εξ αιτίας αυτής δημιουργούμενη για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης (εμφανούς) περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει (και) κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή, ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και να είναι ληξιπρόθεσμη, κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 765/2014).

Όπως δε συνάγεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 69, 70, 221, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, ως απώτερος χρόνος, κατά τον οποίο θα κριθεί η συνδρομή των στοιχείων της κτήσης και του απαιτητού του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος του ενάγοντος, είναι ο χρόνος συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι εκείνης, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.

Κατ’ εξαίρεση της δικονομικής αυτής αρχής, επιτρέπεται η προληπτική δικαστική προστασία στις περιπτώσεις του άρθρου 69 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 43 §§ 1, 2 και 3 Ν.1642/1986 "Για την εφαρμογή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και άλλες διατάξεις": "1. Ο φόρος βεβαιώνεται στο όνομα του υποχρέου που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 28. 2.

Η βεβαίωση του φόρου ενεργείται: α) από το δημόσιο ταμία, στις περιπτώσεις που υποβάλλονται δηλώσεις σ’ αυτόν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, β) από τον οικονομικό έφορο, στις περιπτώσεις που εκδίδεται πράξη προσδιορισμού του φόρου, η οποία έγινε οριστική λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, ή εκδίδεται προσωρινή πράξη προσδιορισμού του φόρου ή πρακτικό διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή οριστική απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου ή πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 4600/1966. 3.

Για τη βεβαίωση του φόρου, ο οικονομικός έφορος συντάσσει και αποστέλλει στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο χρηματικό κατάλογο μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από τη λήξη του μήνα που αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαίωσης και οπωσδήποτε όχι αργότερα από τρία έτη από το τέλος του έτους κατά το οποίο αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαίωσης.

Η παράλειψη βεβαίωσης του φόρου στην προθεσμία των δύο μηνών αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα, που τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του υπαλληλικού κώδικα". Περαιτέρω, κατά το Ν.Δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων", τα δημόσια έσοδα, προκειμένου να εισπραχθούν, βεβαιώνονται στις αρμόδιες για την είσπραξη υπηρεσίες δυνάμει τού νομίμου τίτλου, με τον οποίο έχει προσδιορισθεί το ποσό και η αιτία τής σχετικής οφειλής, βάσει δε της βεβαίωσης αυτής αποστέλλεται στον οφειλέτη, υποχρεωτικώς και με την απειλή πειθαρχικής ποινής του Διευθυντή του αρμόδιου Δημόσιου Ταμείου, σχετική "ατομική ειδοποίηση" (άρθρα 1-4), η οποία αποτελεί την πράξη έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης και με την οποία καλείται να καταβάλει την οφειλή του.

Στο άρθρο 5 του ανωτέρω Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 50 του ν. 1591/1986, ορίζεται ότι: "Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. 2.

Τα χρέη που με βάση το νόμο καταβάλλονται σε δόσεις την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να καταβληθεί κάθε δόση .... 3...". Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτή αντικαταστάθηκε τελικώς από την παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 1882/1990, "από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας κατά την οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται σε αυτά προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ...", σύμφωνα δε με την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου 6, "κατά την εκάστοτε είσπραξιν των δημοσίων εσόδων εισπράττεται υποχρεωτικώς και η επί του καταβαλλομένου ποσού της οφειλής αναλογούσα προσαύξησις λόγω εκπροθέσμου καταβολής".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του ανωτέρω Κώδικα, "από της επομένης ημέρας καθ? ην κατά το άρθρ. 5 του παρόντος Ν.Δ/τος τα χρέη προς Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών δια το καθυστερούμενον μέρος του χρέους". Τέλος, κατά το άρθρο 10 §§ 8 και 9 Ν. 1160/1981, "8.

Εν περιπτώσει απαγγελίας δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως της ακυρότητος ατομικής ειδοποιήσεως ή πράξεως διοικητικής εκτελέσεως, δια λόγους αναγομένους εις τον νόμιμον τίτλον, το δικαίωμα του Δημοσίου ή ετέρου προσώπου, ούτινος τα έσοδα εισπράττονται δια των Δημοσίων Ταμείων, προς έκδοσιν νέας ή κοινοποίησιν πράξεως προσδιορισμού της σχετικής φορολογικής υποχρεώσεως, εν τη αμέσω ή εμμέσω φορολογία, ή ετέρας οιασδήποτε υποχρεώσεως, εν ουδεμιά περιπτώσει θεωρείται ότι απεσβέσθη λόγω παραγραφής προ της παρελεύσεως έτους από της δια δικαστικού επιμελητού κοινοποιήσεως εις τον αρμόδιον Δημόσιον Ταμίαν της ως άνω τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως. 9.

Επιφυλασσομένης της ισχύος της προηγουμένης παραγράφου, βεβαιωμένα έσοδα εις τα Δημόσια Ταμεία, περί ων η εν αυτή αναφερομένη ακυρότης, διαγράφονται υπό της βεβαιωσάσης ταύτα Αρχής βάσει της καθ’ οιονδήποτε τρόπον περιελευσομένης εις ταύτην ως άνω τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως, ότε προβαίνει αύτη εις τας κατά νόμον ενεργείας προς απόκτησιν νομίμου τίτλου".

Ανάλογη ρύθμιση περιέχει ο Ν. 2961/2001, στο άρθρο 102 §§ 6 και 7 του οποίου ορίζεται ότι "6. Σε περίπτωση απαγγελίας με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της ακυρότητας ατομικής ειδοποίησης ή πράξης διοικητικής εκτέλεσης, για λόγους που ανάγονται στο νόμιμο τίτλο, το δικαίωμα του Δημοσίου για έκδοση νέας πράξης ή κοινοποίηση πράξης προσδιορισμού της σχετικής φορολογικής υποχρέωσης, σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται ότι αποσβέσθηκε λόγω παραγραφής, πριν από την παρέλευση έτους από την κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία της πιο πάνω τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. 7.

Με την επιφύλαξη της ισχύος της προηγούμενης παραγράφου, βεβαιωμένα έσοδα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, στα οποία αφορά η άνω ακυρότητα, διαγράφονται από την αρχή που τα βεβαίωσε, με βάση την τελεσίδικη δικαστική απόφαση που περιέρχεται σε αυτή με οποιονδήποτε τρόπο. Η ίδια αρχή προβαίνει στις νόμιμες ενέργειες για την απόκτηση νόμιμου τίτλου".

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: Η 4η εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, έχει ως αντικείμενο εργασιών το χονδρικό και λιανικό εμπόριο ελαιολάδου, με μοναδικά ομόρρυθμα μέλη την 1η των εναγόμενων, Μ. Σ. συζ.

Κ. Μ., και τον 2ο των εναγόμενων Ι. Μ. του Κ., οι οποίοι είναι μητέρα και υιός αντίστοιχα. Η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία είχε στην πλήρη κυριότητά της ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός βιοτεχνικού κτίσματος, αποτελουμένου από υπόγειο και ισόγειο, εμβαδού του καθενός 504,60 τ.μ., καθώς και από τον 1°, πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού 468,65

τ.μ., ήτοι συνολικού εμβαδού 1.477,75 τ.μ., μαζί με το κάτω και γύρω από αυτήν αγροτεμάχιο, εμβαδού 4..000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής του Δ.Δ.. ... του Δήμου ... του Ν. Πιερίας, και συγκεκριμένα στο ... χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... - ... ή εθνικής οδού ... - ..., όπως το ακίνητο αυτό εμφαίνεται και απεικονίζεται στο από 23-10-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.

Κ. με τα αλφαβητικά στοιχεία ..., και συνορεύει από γύρω, νότια σε πλευρά ... 49,00 μέτρων με την Εθνική οδό ... - ..., δυτικά σε πλευρά ... 81,64 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Τ., βόρεια σε πλευρά ... 49,00 μέτρων, με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ. Τ. και ανατολικά σε πλευρά ... 81,64 μ. με ιδιοκτησία Μ., Κ. κ.λπ. Με το υπ’ αριθ. ...6-11-2003 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου ...

Ιωάννη Βακαλίκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 7- 11-2003 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο …και με ..., η 4η εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον 2° εναγόμενο ομόρρυθμο- εταίρο της Ι. Μ. του Κ., ως διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της, μεταβίβασε λόγω πώλησης στην 5η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη, από την 3η εναγόμενη Μ.

Μ. του Α., συζ. Ι. Μ., διευθύνουσα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, την πλήρη κυριότητα του παραπάνω περιουσιακού της στοιχείου, αντικειμενικής, αξίας, σύμφωνα με την προεκτίμηση της αρμοδίου Α’ Δ.Ο.Υ. ... ποσού 234.623,00 ευρώ για το κτίσμα και 37.050,26 ευρώ για το αγροτεμάχιο. Περαιτέρω, η 1η εναγόμενη είχε την ισόβια επικαρπία:

Α) επί α) μιας αποθήκης ισογείου, συνολικού εμβαδού 20 τ.μ., β) ενός διαμερίσματος του ισογείου, εμβαδού καθαρού 98,60 τ.μ. και μικτού 111,60 τ.μ. και γ) του 1/2 εξ αδιαιρέτου της αέρινης στήλης πάνω από τον πρώτο, μετά τον ισόγειο όροφο (μελλοντικοί όροφοι), μαζί με τα αναλογούντα σε αυτά ποσοστά 5%, 15% και 10% αντίστοιχα επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων επί της οικοδομής που φέρει αριθμό 2 και είναι κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 327,50 τ.μ., κειμένου στο Συνοικισμό "..." του Δήμου ..., όπως αυτό εμφαίνεται και προσδιορίζεται στο από 20-2-1991, προσαρτημένο στο υπ’ αριθ. ...1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...

Νικόλαου Τσιαδήρα τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ., με τα αλφαβητικά στοιχεία ......-Ε και συνορεύει βόρεια με την οδό ‘ ... σε πλευρά ... 18,20 μ., νότια με την υπ’ αριθ. 1 οικοδομή, σε πλευρά ... 18,20 μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Λ. σε πλευρά ... 18,00 μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Σ. σε πλευρά ... 18,00 μ. και με αναλογία στο κατωτέρω αναφερόμενο όλο οικόπεδο των 655 τ.μ., 50% εξ αδιαιρέτου, το οποίο ως άνω οικόπεδο εμβαδού 327,50 τ.μ., αποτελεί το βόρειο τμήμα ευρύτερου οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 655 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται και προσδιορίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία ...

και συνορεύει βόρεια με την οδό ... σε πλευρά ... 18,20 μ., νότια με την οδό ... σε πλευρά ... 18,20 μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Λ. σε πλευρά ... 36,00 μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Σ. σε πλευρά ... 36, 00 μ., καί Β) επί α) του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, αποτελουμένου από διαμέρισμα κατοικίας εμβαδού καθαρού 123,60 τ.μ. και μικτού 140 τ.μ., με αναλογία στο όλο οικόπεδο και στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της ως άνω οικοδομής με αριθμό …, 20% εξ αδιαιρέτου και β) του υπόλοιπου ποσοστού του 1/2 εξ αδιαιρέτου της αέρινης στήλης πάνω από τον πρώτο, μετά τον ισόγειο όροφο (μελλοντικοί όροφοι), με αναλογία ολόκληρης της αέρινης στήλης, επί του οικοπέδου και των κοινοτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, 10% εξ αδιαιρέτου.

Με τα υπ’ αριθ. .../4-2-2004 συμβόλαια παραίτησης από το δικαίωμα της επικαρπίας εφ’ όρου ζωής επί ακινήτων με μονομερή δικαιοπραξία του συμβολαιογράφου ... Ιωάννη Βακαλίκου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 468 και με αριθμούς ... αντίστοιχα, η 1η εναγόμενη παραιτήθηκε χωρίς αντάλλαγμα, υπέρ των συνεναγομένων ανήλικων εγγονών της και ψιλών κυρίων, Κ. - Μ.

και Α. - Ν. Μ. αντίστοιχα, τέκνων του υιού της, 2ου εναγόμενου, όπως αυτοί (ανήλικοι) νόμιμα εκπροσωπούνται στην παρούσα δίκη από τον τελευταίο και την 3η των εναγόμενων, του δικαιώματος της ισόβιας επικαρπίας που είχε, επί των μεν υπό στοιχείο Α’ ακινήτων υπέρ του Κ. Μ., επί των δε υπό στοιχείο Β’ ακινήτων υπέρ του Α. - Ν.

Μ.. Η αξία του αντικειμένου των παραπάνω καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων, όπως αυτή προεκτιμήθηκε από την αρμόδια Α’ Δ.Ο.Υ. ... με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, ανέρχεται για τα μεν υπό στοιχείο Α’ ακίνητα στο ποσό των 34.656,24 ευρώ, για τα δε υπό στοιχείο Β’ ακίνητα στο ποσό των 37.951,00 ευρώ. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του το ενάγον ισχυρίζεται ότι οι δικαιοπραξίες αυτές είναι καταδολιευτικές καθόσον η τέταρτη εναγομένη είναι οφειλέτης της γεγεννημένων οφειλών κατά την κατάρτιση των άνω συμβολαίων, λόγω παράβασης των διατάξεων περί καταβολής φόρου προστιθέμενης αξίας, οι οποίες έχουν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες ανερχόμενες, κατά την άσκηση της αγωγής στο συνολικό ποσό των 2.572,320,87 ευρώ, και εν τούτοις προέβη στην μεταβίβαση των ανωτέρω μοναδικών εμφανών της περιουσιακών στοιχείων, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίησή του, οι δε αποκτήσαντες - εναγόμενοι γνώριζαν την πρόθεση βλάβης (της γνώσης των ανηλίκων κρινομένης στο πρόσωπο των εκπροσωπούντων αυτά γονέων τους).

Οι εναγόμενοι, προς κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος αρνούνται κυρίως την ύπαρξη απαιτήσεως εις βάρος της τετάρτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας. Ως προς το ζήτημα αυτό λεκτέα τα εξής: Μετά από την από 11-9-2003 εντολή που δόθηκε από τον Προϊστάμενο της Α’ Δ.Ο.Υ. ... διενεργήθηκε έλεγχος τηρήσεως του ΚΒΣ στην τέταρτη εναγόμενη, και με την από 6.10.2003 έκθεση ελέγχου του ελεγκτή υπαλλήλου της Α’ Δ.Ο.Υ ...

Γ. Π. εκδόθηκαν: οι .../29.10.2003 προσωρινές πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ με τις οποίες προσδιορίστηκε εις βάρος της ελεγχόμενης ο αποδοτέος στο Δημόσιο ΦΠΑ : για το οικονομικό έτος 1994 στο ποσό των 169.926,27 ευρώ, για το οικονομικό έτος 1995 στο ποσό των 139.508,41 ευρώ, για το οικονομικό έτος 1996 στο ποσό των 280.843,87 ευρώ, για το οικονομικό έτος 1997 στο ποσό των 9.521,87 ευρώ, για το οικονομικό έτος 1998 στο ποσό των 8.932, 65 ευρώ, για το οικονομικό έτος 1999 στο ποσό των 6.877,77 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2000 στο ποσό των 4.577,23 ευρώ.

Τα παραπάνω ποσά, βεβαιώθηκαν ταμειακά δυνάμει του υπ’ αριθμ. …χρηματικού καταλόγου (αριθμός πράξης ταμειακής βεβαίωσης ...3.2.2004). Επίσης για τα έτη 1993 και 1994 επιβλήθηκαν πρόστιμα εις βάρος της εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας για τις ως άνω παραβάσεις και ειδικότερα: α) με την υπ’ αριθμ. ...29-10-2003 απόφαση επιβολής προστίμου του ως άνω Προϊσταμένου επιβλήθηκε πρόστιμο ΦΠΑ οικονομικού έτους 1993, ύψους 17.982,57 ευρώ, εκ του οποίου βεβαιώθηκε ταμειακά, λόγω ασκήσεως προσφυγής από την εταιρία, ποσοστό 30 %, δηλ. 5.394,77 ευρώ, δυνάμει του υπ’ αριθμό ...-2-2004 χρηματικού καταλόγου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. (αριθ.

πράξης ταμειακής βεβαίωσης: ...3-2-2004), β)με την υπ’ αριθμ. ...-10-2003 απόφαση επιβολής προστίμου του ως άνω Προϊσταμένου επιβλήθηκε πρόστιμο ΦΠΑ οικονομικού έτους 1994, ύψους 450.330,54 ευρώ, εκ του οποίου βεβαιώθηκε ταμειακά, λόγω ασκήσεως προσφυγής από την εταιρία, ποσοστό 30%, δηλ. 135.099,16 ευρώ, δυνάμει του υπ’ αριθμό ...-2-2004 χρηματικού καταλόγου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. (αριθ.

πράξης ταμειακής βεβαίωσης ...3-2-2004), γ) με την υπ’ αριθμ. ...-10-2003 πράξη επιβολής προστίμου του ως άνω Προϊσταμένου επιβλήθηκε σε βάρος της εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας πρόστιμο ΚΒΣ οικονομικού έτους 1993, ύψους 151.615 ευρώ, εκ του οποίου βεβαιώθηκε ταμειακά, λόγω ασκήσεως προσφυγής από την εταιρία, ποσοστό 25 %, δηλ. 37.903,75 ευρώ, δυνάμει του υπ’ αριθμό ...2-2004 χρηματικού καταλόγου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. (αριθ.

πράξης ταμειακής βεβαίωσης: ...-2-2004) και δ) με την υπ’ αριθμ. ...15-10-2003 πράξη επιβολής προστίμου του ως άνω Προϊσταμένου, επιβλήθηκε σε βάρος της εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας πρόστιμο ΚΒΣ οικονομικού έτους 1994, ύψους 3.765.960,00 ευρώ, εκ του οποίου βεβαιώθηκε ταμειακά, λόγω ασκήσεως προσφυγής από την εταιρία, ποσοστό 25 %, δηλ. 941.490,00 ευρώ, δυνάμει του υπ’ αριθμό ...2-2004 χρηματικού βεβαίωσης: ...-2-2004).

Σύμφωνα με τον υπό ημεροχρονολογία 29- 8-2007 πίνακα χρεών της Α’ Δ.Ο.Υ. ... το ύψος της οφειλής συνολικά ανερχόταν στις 29-8-2007 στο συνολικό ποσό των 2.572.320,87 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 1.739.805,75 ευρώ αφορά το κεφάλαιο, προερχόμενο από βεβαιωμένους φόρους και πρόστιμα, ποσό 809.009,67 ευρώ αφορά τις προσαυξήσεις και ποσό 23.505,45 ευρώ αφορά "λοιπά".

Κατόπιν ασκήσεων προσφυγών εκ μέρους της ως άνω τέταρτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας ακυρώθηκαν όλες οι παραπάνω πράξεις, όπως διατείνονται οι εναγόμενοι εκκαλούντες, και συνομολογεί το ενάγον εφεσίβλητο και ειδικότερα με τις υπ’ αριθμ. 2533, 2534, 2535, 2536, 2537, 2538, 2539, 2540, 3170, 3173, 3176 και 3178/2009 αποφάσεις του ΙΓ’ Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ακυρώθηκαν οι υπ’ αριθμ. .../29-10-2003 προσωρινές πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α.

καθώς και οι υπ’ αριθμ. … και ...-10-2003 πράξεις επιβολής προστίμων. Φ.Π.Α. και οι υπ’ αριθμ. .../29-10-2003 αποφάσεις επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. ως νομικά πλημμελείς, διότι δεν τηρήθηκε ουσιώδης τύπος διαδικασίας (δεν επιδόθηκε σχετικό σημείωμα με κλήση για παροχή εξηγήσεων μετά το πέρας του ελέγχου και πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, και η αφαίρεση των τιμολογίων από την έδρα της ελεγχόμενης τετάρτης εναγομένης που έγινε με απλές αποδείξεις παραλαβής χωρίς την έκδοση και κοινοποίηση έκθεσης κατάσχεσης).

Επομένως σύμφωνα με την αμέσως αναφερόμενη παραπάνω σκέψη δεν συνεκροτήθη νόμιμος τίτλος βεβαιώσεως προς είσπραξη δημοσίων εσόδων, διότι δεν υπήρξε οριστικός προσδιορισμός του Φ.Π.Α., και η έλλειψη αυτή υπό την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, στερεί τον φορολογούμενο από την πραγματική δυνατότητα πλήρους, εγκαίρου και ουσιαστικής προσβολής των νομικών του ισχυρισμών και από το δικαίωμα δικαστικής του ακροάσεως από τον αρμόδιο δικαστή της ουσίας.

Επομένως, το ενάγον δεν αποδεικνύει ότι κατά τον χρόνο συζήτησης είχε την ληξιπρόθεσμη απαίτηση που αναφέρει στην αγωγή του εις βάρος της τέταρτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας. Είναι δε αδιάφορο, για την παρούσα δίκη το επικαλούμενο από το ενάγον γεγονός ότι σε χρόνο μεταγενέστερο και, κατόπιν της ...10-2009 εντολής του προϊσταμένου της Α’ Δ.Ο.Υ., διενεργήθηκε και ολοκληρώθηκε την 26-1-2010 επανάληψη της όλης διαδικασίας, ήτοι κατασχέθηκαν στην έδρα της επιχείρησης από την ΥΠΕΕ Κ.

Μακεδονίας με την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-11-2009 έκθεση κατάσχεσης τα απαραίτητα τιμολόγια του χρονικού διαστήματος από την 1-1-1993 έως 31-1-2000 και κοινοποιήθηκε στις 13-1-2010 πρόσκληση του άρθρου 6 του ν.2690/1999, εκδόθηκαν δε ακολούθως: α) οι υπ’ αριθμ. ...7-2-2010 προσωρινές πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ για τις διαχειριστικές περιόδους αντιστοίχως από 1-1 έως 31-12-1993, από1-1 έως 31-12-1994, από1-1 έως 31-12-1995, από 1-1 έως 31-12-1996, από 1-1 έως 31-12-1997, από 1-1 έως 31-12-1998, από 1-1 έως 31-12-1999, από 1-1 έως 31-12-2000, β) οι .../26-3-2010 αποφάσεις επιβολής προστίμου για τις διαχειριστικές περιόδους αντιστοίχως από 1-1 έως 31-12-1993 και από 1-1 έως 31-12-1994 και γ) οι .../2-3-2010 πράξεις επιβολής προστίμου για τις διαχειριστικές περιόδους αντιστοίχως από 1-1 έως 31-12-1993 και από 1-1 έως 31-12-1994, ότι κατά των πράξεων αυτών, οι οποίες κοινοποιήθηκαν νόμιμα μαζί με την έκθεση ελέγχου, ασκήθηκαν εκ νέου εμπρόθεσμες προσφυγές με αίτημα τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, η οποία όμως ματαιώθηκε λόγω μη προσέλευσης του νομίμου εκπροσώπου της τέταρτης εναγομένης και βεβαιώθηκε απαίτηση του ενάγοντος εις βάρος της η οποία ανερχόταν στις 7-2-2013 στο συνολικό ποσό των 1.402.165,43 ευρώ.

Δεν ασκούν, όμως, έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη τα παραπάνω περιστατικά, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα, δεν αποδεικνύουν οφειλή ληξιπρόθεσμη του ενάγοντος μέχρι την πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση της αγωγής αυτής, η οποία έλαβε χώρα στις 7-12-2009, όπως τούτο προκύπτει από την βεβαίωση στα πρακτικά συνεδριάσεως της εκκαλουμένης.

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται το παραπάνω θεμελιωτικό στοιχείο της αξιώσεως του ενάγοντος για την διάρρηξη των ενδίκων απαλλοτριώσεων η αγωγή πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα του χρόνου, κατά τον οποίο έπρεπε να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση του αναιρεσείοντος, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ούτε παραβίασε τις διατάξεις αυτές.

Όμως το Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, έκρινε ότι εφόσον, με τις υπ’ αριθμ. 2533, 2534, 2535, 2536, 2537, 2538, 2539, 2540, 3170, 3173, 3176 και 3178/2009 αποφάσεις του ΙΓ’ Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ακυρώθηκαν οι υπ’ αριθμ. .../29-10-2003 προσωρινές πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α. καθώς και οι υπ’ αριθμ.

… και ...-10-2003 πράξεις επιβολής προστίμων. Φ.Π.Α. και οι υπ’ αριθμ. .../29-10-2003 αποφάσεις επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. ως νομικά πλημμελείς, διότι δεν τηρήθηκε ουσιώδης τύπος διαδικασίας, δεν υπήρξε νόμιμος τίτλος με περαιτέρω συνέπεια η απαίτηση του αναιρεσείοντος να μην έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ειδικότερα, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, τα ποσά, για τα οποία εκδόθηκαν α) οι υπ’ αριθμ. .../29-10-2003 προσωρινές πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ, προϊσταμένου της Α’ ΔΟΥ ... και β) οι υπ’ αριθμ. ...29-10-2003 και ...-10-2003 αποφάσεις επιβολής προστίμου του προϊσταμένου της ίδιας ως άνω ΔΟΥ, καθώς και οι υπ’ αριθμ. ...-10-2003 και ...15-10-2003 πράξεις επιβολής προστίμου του τελευταίου, είχαν βεβαιωθεί ταμειακά δυνάμει του υπ’ αριθμ.

… χρηματικού καταλόγου και με την υπ’ αριθμ. ...3-2-2004 πράξη ταμειακής βεβαίωσης, στην πρώτη περίπτωση και δυνάμει των υπ’ αριθμ. ...-2-2004, ...2-2004 χρηματικών καταλόγων και με τις υπ’ αριθμ. ...3-2-2004 και ...-2-2004 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης, στη δεύτερη περίπτωση, οι δε πράξεις αυτές (ταμειακής βεβαίωσης) δεν ακυρώθηκαν με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του ΙΓ’ Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η απαίτηση του αναιρεσείοντος ήταν ήδη ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (7-12-2009).

Κατόπιν τούτων, ο σχετικός δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1970/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ