Legislator Case Law & Legislation
731/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of easement claim due to abuse of right.

Case Number 731/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an easement claim, remanding the case for further proceedings. The lower court had rejected the claim based on the principle of abuse of right, but the Supreme Court found the First Instance Court failed to apply Article 281 of the Civil Code correctly. The court ruled that the lower court ignored the lack of conduct by the claimants that would justify such a finding and the disproportionate harm to the servient landowner compared to the benefit to the claimants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 560 of the Civil Code; The exercise of a right of way constitutes an abuse of right only if it exceeds the limits of good faith and social/economic purpose, requiring a specific factual assessment of the parties' conduct and the resulting harm.

Keywords

AI generated
abuse of right easement claim right of way Civil Code proportionality test good faith principle remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 731 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 731/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1)Δ. συζ. Σ. Π., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., 2)Α. συζ. Α. Π., το γένος Π. Ε., κατοίκου ..., 3) Α. συζ. Ι. Α., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ... 4)Β.-Π. Τ. του Α., και 5)Ε. συζ. Β.-Π. Τ., το γένος Σ. Λ., κατοίκων .... Η 3η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι λοιποί 1η, 2η, 4ος, 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Τ. Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1)Α. χας Γ. Σ., το γένος Ξ. Θ., 2)Π. Γ. Σ., 3)Ι., συζ. Κ. Κ., το γένος Γ. Σ., κατοίκων ..., 4)Η. Φ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο 5)Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6)Ε. - Ι. Σ. Γ., συζ. Β. Π. και 7)Β. Α. Π., κατοίκων .... Οι 1η,2ος 3η 6η και 7ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Μιχαλάκη-Δρακούλη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με: α)την από 15-7-2000 αγωγή των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση β)τις από 1-2-2002 προτάσεις-ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και γ)τις από 5-2-2002 προτάσεις- πρόσθετη παρέμβαση-επαναγωγή των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Χίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2002 μη οριστική, 193/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15-3-2004 αίτησή τoυς και με τους από 24-9-2004 πρόσθετους λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η 625/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Στη συνέχεια οι ήδη αναιρεσείοντες επανέφεραν προς συζήτηση την εν λόγω υπόθεση με την από 2-7-2008 κλήση τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1812/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε και πάλι τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 10/5/2012 κλήση τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 269/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε και πάλι τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν εκ νέου προς συζήτηση οι καλούντες με την από 23-12-2015 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος ανέγνωσε την από 16-11-2005 έκθεση, του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αντωνιάδη, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 11/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, που δίκασε ως Εφετείο. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καλούντων, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες, πλην της τρίτης Α. συζ. Ι. Α., το γένος Σ. Μ., εκπροσωπήθηκαν από τον προς τούτο ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ.

Σ. Τ. καθώς και οι αναιρεσίβλητοι, πλην των τέταρτου (Η. Φ. του Π.) και πέμπτου (Α. Κ. του Ν.), με την ειδική προς τούτο εξουσιοδοτηθείσα πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Μιχαλάκη-Δρακούλη. Κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των παριστάμενων αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της από 23 - 12 - 2015 κλήσης αυτών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτή (της 19-10-2016) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τρίτη των αναιρεσειόντων Α.

σύζ. Ι. Α., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά τα δικάσιμο αυτή, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς ομοδίκους της, όπως τούτο προκύπτει από τη μετ' επίκληση προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 11552 Β'/8-4-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Βόρειου Αιγαίου Φωτίου Ε.

Κ.. Επίσης, οι απολιπόμενοι τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσίβλητων κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, από τους πιο πάνω επισπεύδοντες τη συζήτηση, με τη νόμιμη επίδοση σ' αυτούς τόσο αντιγράφου της αναιρέσεως, όσο και κλήσεως για συζήτηση (υπ' αριθμ. 11555 Β' και 11556 Β'/8-4-2016 εκθέσεις επιδόσεως του πιο πάνω δικαστικού επιμελητή) προς τον πληρεξούσιο και αντίκλητό τους Δημήτριο Γ.

Μυλωνάδη, που διορίστηκε απ' αυτούς νομίμως με τις υπ' αριθμ. 29608 και 29609/2010 δηλώσεις χορήγησης ειδικής πληρεξουσιότητας του στη ... ΗΠΑ συμβολαιογράφου Δ. Β. Β. και οι οποίες νομίμως κατατέθηκαν στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αριθμ. πρωτ. 52/15-7-2016 έγγραφο του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών).

Συνεπώς, εφόσον η τρίτη αναιρεσείουσα και οι τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσίβλητων δεν παραστάθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.).- Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ.

προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.Α.Π.17/1995).

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.

Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 62/1990).

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 62/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, επί της ένδικης ανταγωγής των αναιρεσειόντων, περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος δουλείας διόδου δια του επίδικου ακινήτου, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξέφερε καταφατική κρίση για το δικαίωμα αυτό δουλείας διόδου των αντεναγόντων, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανταγωγή, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού, που πρόβαλαν παραδεκτά οι αναιρεσίβλητοι, με τις ακόλουθες αιτιολογίες, κατά τα κύρια σημεία αυτών:

Τον Ιούλιο του 1974 ο στρατός άνοιξε δρόμο, που οδηγούσε από την παραλία της Α. Φ. προς στρατιωτικό φυλάκιο. Ο δρόμος αυτός αφορά την επίδικη εδαφική λωρίδα, έχει έκταση 210 τ.μ., βρίσκεται κοντά στις ιδιοκτησίες των αντεναγόντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και καταλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα της δεύτερης αυτοτελούς διαιρεμένης ιδιοκτησίας των 275 τ.μ., που μεταβιβάστηκε, μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, από τους τρεις πρώτους ενάγοντες-αντεναγομένους-αναιρεσίβλητους στους προσθέτως παρεμβαίνοντες, μετά από τη σύσταση στο μεγαλύτερο ακίνητο αυτών οριζόντιας ιδιοκτησίας το έτος 1998.

Τη διάνοιξη της οδού αυτής για τις ανάγκες του στρατού εκμεταλλεύτηκαν οι εναγόμενοι αντενάγοντες και άρχισαν να διέρχονται από την ιδιοκτησία των εναγόντων, που απουσίαζαν στις Η.Π.Α. και έτσι έπαυσαν να χρησιμοποιούν την προς βορρά δίοδο, που διήρχετο δια του ακινήτου του μη διάδικου Κ.-Κ.. Από το 1974 έως και το 1995 οι ενάγοντες δεν αδιαφόρησαν για την επίδικη αυτή λωρίδα, την οποία θεωρούσαν ανέκαθεν ότι ανήκει στη συγκυριότητά τους, οι δε εναγόμενοι εξακολουθούσαν να διέρχονται από το δρόμο αυτό, που δεν κατέστη κοινόχρηστος για το λόγο αυτόν.

Όταν το 1998 οι ενάγοντες επιχείρησαν να περιφράξουν την ιδιοκτησία τους, μετά από αίτηση των εναγομένων - αντεναγόντων, με την 152/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χίου, αναγνωρίστηκαν αυτοί προσωρινά δικαιούχοι οιονεί νομής δουλείας διόδου, πλάτους 2 μέτρων και μήκους 17,40 μ., που καταλήγει στη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων, όπου συνεχίζεται η επίδικη δίοδος.

Η δίοδος όμως αυτή διαπερνά την ιδιοκτησία των προσθέτως παρεμβαινόντων από τη βορειοδυτική έως τη νοτιοανατολική γωνία και τη χωρίζει σε δύο τμήματα, στερώντας στους ιδιοκτήτες της εκτάσεως αυτής των 275 τ.μ. να την αξιοποιήσουν, ανεγείροντας οποιοδήποτε κτίσμα επ' αυτού και ουσιαστικά καταλύοντας το δικαίωμά τους.

Με τον τρόπο αυτό διαπιστώνεται ότι η ζημία, που υφίστανται οι συγκύριοι του δουλεύοντος ακινήτου, είναι πολύ μεγαλύτερη από την ωφέλεια που οι εναγόμενοι - αντενάγοντες αποκομίζουν από την άσκηση της δουλείας διόδου δια μέσου του ακινήτου αυτού, δεδομένου ότι οι ανάγκες τους μπορούν να καλυφθούν από το Δήμο, εφόσον διαμορφώσει την υπάρχουσα δημοτική οδό, άλλωστε η δίοδος αυτή δεν δημιουργήθηκε προς αξιοποίηση του οικισμού της Α.

Φ. και των παρόδιων και μη ιδιοκτητών, αλλά για στρατιωτικούς αποκλειστικά σκοπούς. Περαιτέρω, δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι ο τρόπος ασκήσεως του εν λόγω υφισταμένου δικαιώματος διελεύσεως των εναγομένων - αντεναγόντων από την επίδικη έκταση (δίοδο), γίνεται καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Με τις κρίσεις του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., που εφάρμοσε, διότι τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα αυτή πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, βάσει της διατάξεως αυτής, στοιχεία για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των αντεναγόντων.

Ειδικότερα, δεν αναφέρεται καμία συμπεριφορά των δικαιούχων - αντεναγόντων, σε συνάρτηση με εκείνη των υπόχρεων - αντεναγομένων, που να δημιούργησε στους τελευταίους και μάλιστα ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν οι πρώτοι το δικαίωμά τους, μόνες δε οι επικαλούμενες επαχθείς συνέπειες για τους υπόχρεους, από την άσκηση του δικαιώματος αυτού, δεν επαρκούν για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος του κυρίως δικογράφου, όπως συμπληρώθηκε με τον πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.).

Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 11/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, που δίκασε ως Εφετείο.-

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.-

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ