Supreme Court dismisses appeal against civil service promotion decision citing procedural errors and lack of material impact.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the bank's appeal against a lower court's decision regarding a civil servant's promotion. The appellant argued that the appellate court failed to consider an official evaluation table, claiming it would have shown the employee was superior to those promoted. The court rejected this, noting the evaluation table concerned different years and different employees, rendering the alleged omission immaterial to the case outcome. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335 and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An omission of evidence by the court of first instance constitutes a ground for appeal only if the alleged facts could have materially influenced the trial's result.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 731 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 731/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεμιστοκλή Μερσίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α. Γ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Κουτσούκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 247/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5235/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 201 ΑΚ, "αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης)". Και, σύμφωνα με το άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ, "η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της".
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ.1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνείται η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή από εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ (όπως ο κανονισμός της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, ΟλΑΠ 27/1995, ΑΠ 444/2010).
Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για τη βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξή του, αλλά η κρίση αυτή ελέγχεται ως κατάφωρα άδικη, τότε η πλήρωση της αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε θεωρείται ότι η αίρεση έχει πληρωθεί πλασματικά (ΑΚ 207 παρ.1).
Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια, μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, διαπιστώνεται ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, το δικαίωμα προαγωγής του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι η προαγωγή πραγματοποιήθηκε από τότε, που έπρεπε να έχει διενεργηθεί από τον εργοδότη.
Ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του. Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση κανονισμού με συμβατική ισχύ, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του, έστω και απλώς, υπερέχοντος και, επίσης, παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, εν όψει και του περιορισμένου αριθμού των κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού, που πληρούνται με τις προαγωγές (ΑΠ 1040/2012).
2. Επειδή, από τα άρθρα 118 παρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 και αρ.19), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υποθέσεως ή η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε ή το συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται, τουλάχιστον κατά το ουσιώδες μέρος αυτών, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς σ' αυτήν.
Εάν η παράθεση των ουσιαστικών παραδοχών απουσιάζει εντελώς, ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου αποβαίνει ανέφικτος και ο Άρειος Πάγος, στο πλαίσιο του ισχύοντος συζητητικού δικονομικού συστήματος (ΚΠολΔ 106), δεν έχει τη δυνατότητα να τις αναζητήσει οίκοθεν, με αναδρομή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (πρβλ.
ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 321/2001, Διοικητική ΟλΑΠ 14/2010).
3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη 5235/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι με ελλιπείς ή, άλλως, αντιφατικές αιτιολογίες κρίθηκε ότι, κατά τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αφ' ενός του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν είχε προαχθεί κατά τις, γενόμενες την 30-10-2006, προαγωγικές κρίσεις του προσωπικού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και αφ' ετέρου των συναδέλφων του, οι οποίοι είχαν προαχθεί κατ' αυτές, ήτοι [όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο] των Α Α., Β.
Β., Κ. Μ., Χ. Α., Κ. Β., Θ. Μ. - Γ., Σ. Χ., Β. Δ., Ν. Κ., Σ. Κ. και Α. Τ., ο αναιρεσίβλητος υπερτερούσε καταδήλως των εν λόγω και θα έπρεπε να έχει προαχθεί στη θέση ενός τουλάχιστον από αυτούς. Ακόμη, με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι παρά το νόμο απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η, νομίμως προβληθείσα, διακωλυτική ένσταση της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την οποία εάν δεν ήθελε προαχθεί κάποιος από τους ανωτέρω υπαλλήλους αυτής, θα είχε προαχθεί στη θέση του κάποιος από άλλους συναδέλφους του αναιρεσιβλήτου, ήτοι τους Α.
Γ., Β. Α., Ε. Γ., Δ. Φ., Γ. Κ., Σ. Μ., Κ. Γ. και Δ. Δ., οι οποίοι, έστω και απλώς, υπερείχαν εκείνου ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Παρατηρείται, όμως, ότι στο αναιρετήριο, πέραν των γενικών αναφορών περί της διαδικασίας και της σπουδαιότητας των κριτηρίων, βάσει των οποίων στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας πρέπει να γίνονται οι προαγωγές του προσωπικού αυτής, του οποίου η κατάσταση διέπεται από κανονισμό συμβατικής ισχύος, ουδέν διαλαμβάνεται ως προς τις ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου σχετικά με τα προσόντα του αναιρεσιβλήτου και των συγκρινόμενων με αυτόν υπαλλήλων, προκειμένου να μπορεί να συναχθεί εάν από τη σύγκριση θεμελιώνεται, πράγματι, κατάδηλη υπεροχή του ενάγοντος έναντι των συναδέλφων του της πρώτης κατηγορίας [τα ονόματα των οποίων, πάντως, δεν συμπίπτουν με εκείνα που αναφέρονται μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την έρευνα της επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής, η οποία και έγινε δεκτή] ή απλή, έστω, υπεροχή κάποιου από τους υπαλλήλους της δεύτερης κατηγορίας έναντι του αναιρεσιβλήτου [κατά την έρευνα της διακωλυτικής ενστάσεως, που απορρίφθηκε ως αβάσιμη].
Επομένως, αμφότεροι οι εξεταζόμενοι λόγοι της αιτήσεως είναι αόριστοι και, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι, διότι, όπως διατυπώνονται, χωρίς να περιλαμβάνουν, τουλάχιστον κατά το ουσιώδες μέρος, τις ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου, δεν επιτρέπουν στον Άρειο Πάγο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν ορθώς ή μη εφαρμόσθηκαν οι ως άνω διατάξεις (βλ.
παραπάνω, αρ.1) κατά την απόρριψη της διακωλυτικής ενστάσεως της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής [αναγνώριση προαγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου από 31-10-2006].
4. Επειδή, κατά το άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ, η εκ μέρους του εργοδότη ή των υπ' αυτού προστηθέντων οργάνων, παρεμπόδιση της πλήρωσης αναβλητικής αιρέσεως, αντίθετα προς την καλή πίστη, εκδηλούμενη στο πλαίσιο των προαγωγικών κρίσεων προσωπικού, του οποίου η κατάσταση διέπεται από κανονισμό συμβατικής ισχύος, δεν αποτελεί, απλώς, αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως, αλλά συνιστά και παρανομία.
Κατά συνέπεια, εάν συντρέχει υπαιτιότητα, η εν λόγω συμπεριφορά του εργοδότη στοιχειοθετεί αδικοπραξία και, εφ' όσον έχει τελεσθεί υπό συνθήκες που ενέχουν προσβολή της προσωπικότητας του υπαλλήλου, ο οποίος έχει παραλειφθεί στις προαγωγές, καθίσταται παραγωγική ηθικής βλάβης που γεννά δικαίωμα εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 919 και 932 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας παράλειψη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά τις προαγωγικές κρίσης της 30-10-2006 υπήρξε παράνομη και υπαίτια, ως καταχρηστική και προκάλεσε σ' αυτόν προσωπική και υπηρεσιακή μείωση στο ατομικό και επαγγελματικό του περιβάλλον, που συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του.
Κατόπιν αυτού, το εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση ποσού 2.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία είχε επιφέρει σ' αυτόν η ως άνω προσβολή. Με την κρίση αυτή, το εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις. Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η παράλειψη προαγωγής δεν συνιστά αδικοπραξία, αλλά παραβίαση ενοχικής υποχρεώσεως που παρέχει, απλώς, αγωγή προς εκπλήρωση και με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Επειδή, από τα άρθρα 335 και 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι η μη λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο όταν ο ισχυρισμός ή τα πραγματικά γεγονότα, για την απόδειξη των οποίων έγινε η επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών αυτών μέσων, μπορούσαν να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως προβάλλεται το παράπονο ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη, αν και είχε προσκομισθεί νομίμως από την αναιρεσείουσα, τον επίσημο πίνακα αξιολόγησης υποψηφίων, ο οποίος είχε συνταχθεί από την προς τούτο συσταθείσα, με την 258/9-5-2001 πράξη του Διοικητή αυτής, γνωμοδοτική επιτροπή, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υπαλλήλων, που επρόκειτο να κριθούν για προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου και μέχρι την 1-4-2001 είχαν συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό.
Και ότι εάν ο πίνακας αυτός είχε ληφθεί υπ' όψη, το εφετείο θα είχε διαπιστώσει ότι οι υπάλληλοι Α. Α., Χ. Α., Κ. Β., Β. Β., Κ. Μ., Θ. Μ. - Γ., Σ. Χ., Β. Δ., Ν. Κ., Σ. Κ. και Α. Τ. είχαν αξιολογηθεί ως πολύ ανώτεροι από τον αναιρεσίβλητο, με αποτέλεσμα η προαγωγή τους έναντι αυτού να είναι εύλογη και ουδόλως καταχρηστική. Παρατηρείται, όμως, ότι η δυσμενής για την αναιρεσείουσα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφέρεται στις προαγωγές του έτους 2006 (ήτοι, εκδηλώθηκε κατά την έρευνα της επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής) και όχι σ' εκείνες του έτους 2001 (που δεν αποτελούσαν αντικείμενο ούτε και της κυρίας βάσεως της αγωγής), εν όψει των οποίων, κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, φέρεται συνταχθείς ο εν λόγω πίνακας αξιολόγησης.
Και ότι, πέραν τούτου, οι ως άνω υπάλληλοι είναι τελείως διαφορετικοί από εκείνους, ήτοι τους Χ. Π., Α. Α., Α. Α. και Κ. Β., προς τους οποίους συγκρίθηκε ο αναιρεσίβλητος και βρέθηκε να υπερτερεί καταφανώς. Εξ αυτών προκύπτει ότι η αξιολόγηση του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, ακόμη και αν πράγματι παραλείφθηκε, δεν ασκεί εν προκειμένω ουσιώδη επιρροή, διότι αναφέρεται σε διαφορετικά δεδομένα.
Επομένως, ο εξεταζόμενος τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος.
6. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-5-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 5235/ 2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Μαΐου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ