Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and confirms trial court's discretion in awarding moral damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeals' decision regarding a traffic accident compensation case. The appellant argued the lower court erred in calculating moral damages by ignoring severe injuries, but the court found this argument inadmissible. The court ruled that the trial court's assessment of moral damages falls within its free evaluation of evidence and is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1 C.P.D.; Art. 932 C.C.: The Supreme Court's review of the trial court's assessment of moral damages is limited to checking for extreme errors, as the determination of a reasonable amount is based on the free evaluation of facts and circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 731 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 731/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Λ. Ζ. του Π., κατοίκου ... για λογαριασμό του Π. Ζ. του Γ., κατοίκου ... επίσης, του οποίου έχει οριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης δυνάμει της 157/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και με την 49/2004 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, οριστικός συμπαραστάτης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Βουκελάτου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Θ. Σ. του Μ., 2. Μ. Σ. του Θ., κατοίκων και των δύο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3.Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' αρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-3-2003 και 19-3-2004 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2006 και 118/2008 αναβλητικές και 410/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/3/2010 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1713/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2012 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 26-9-2011 έκθεση της, κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτου, Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκαν οι από τους αναιρεσιβλήτους Θ.Σ. και Μ.Σ., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις 4835Γ'/13-12-2012 και 4843Γ'/14-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ... κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο (8-3-2013), ενώ οι ίδιοι έχουν λάβει γνώση της από 14-3-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, που νομίμως έχει κοινοποιηθεί σ' αυτούς, όπως συνάγεται από τις υπ' αριθμ. 1591Γ/26-11-2010 και 1567Γ/19-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου ανωτέρω δικαστικού επιμελητή. Επομένως, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους (αρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Εξ άλλου, ο από το αρθ. 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενώ ο από το αρθ. 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Τέλος, ο από το αρθ. 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα ασκούντα ουσιώδη επιρροή, χωρίς απόδειξη, ο δε από το αρθ. 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται εάν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ενώ αντιθέτως, δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το ζήτημα της (συν) υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα προσώπων, δηλαδή αφενός μεν του εναγομένου-νυν αναιρεσιβλήτου-οδηγού του ζημιογόνου μοτοποδηλάτου, αφετέρου δε του ενάγοντος-τραυματισθέντος πεζού-νυν αναιρεσείοντος:
Στις 7-11-2001 και ώρα 00.20' περίπου, ο Θ. Μ. Σ. οδηγούσε το ... δίκυκλο μοτοποδήλατο στην εθνική οδό Ιωαννίνων-Κόνιτσας, με κατεύθυνση προς Κόνιτσα. Όταν έφτασε στο 7,3 χιλιομετρικό σημείο, επειδή, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 3 και 20 παρ. 5 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν μείωσε την μέχρι τότε ταχύτητα του των 50 χιλιομέτρων την ώρα, αν και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για το όχημα του ήταν 40 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ παράλληλα ήταν νύκτα και το οδόστρωμα δεν φωτιζόταν, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα και από ικανή απόσταση τον Π.
Γ. Ζ., ο οποίος διέσχιζε πεζός, κάθετα και από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, το οδόστρωμα, προκειμένου να εισέλθει σε δρόμο κάθετο, ως προς την πορεία του, της εθνικής οδού, με συνέπεια, μισό περίπου μέτρο πριν αυτός εξέλθει του οδοστρώματος, να πέσει επάνω του με το όχημα του, να τον ανατρέψει και να τον εκτινάξει σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων με κατεύθυνση προς Κόνιτσα και προς το μέσον της οδού, ενώ ο ίδιος εξήλθε, στη συνέχεια, του οδοστρώματος, δεξιά ως προς την πορεία του και προσέκρουσε σε δέντρο, όπου και ακινητοποιήθηκε, αφού διάνυσε απόσταση 16,70 περίπου μέτρων από το σημείο παράσυρσης.
Εξάλλου, ο ανωτέρω Π. Ζ., λόγω μέθης, αφού, εξαιτίας οινοπνευματωδών ποτών που είχε αναλώσει προηγουμένως, η περιεκτικότητα του αίματος του σε οινόπνευμα ήταν 0,90 g/l αίματος, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της παραπάνω οδού, εκτός διάβασης πεζών, χωρίς προηγουμένως να κοιτάξει και να βεβαιωθεί, όπως ήταν υποχρεωμένος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4δ κ' ε του ΚΟΚ, ότι δεν κινούνται οχήματα στην εν λόγω οδό ή ότι κινούνται μεν, πλην, όμως, ενόψει της ταχύτητας τους και της απόστασης τους από τον ίδιο, πρόφταινε να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την παραπάνω κίνηση του και ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων.
Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του αυτής, ήταν να παρεμβληθεί και να αποκλείσει την πορεία του ανωτέρω μοτοποδηλάτου, με περαιτέρω συνέπεια, εξαιτίας και της παραπάνω συμπεριφοράς του οδηγού του οχήματος αυτού, να παρασυρθεί από το εν λόγω όχημα, με τις συνέπειες που προεκτέθηκαν. Κατά το τροχαίο αυτό ατύχημα, τραυματίστηκε και ο ανωτέρω Π.
Ζ., ο οποίος υπέστη ειδικότερα τις σωματικές κακώσεις, για τις οποίες γίνεται λόγος στην επόμενη σκέψη. Στο σημείο του ατυχήματος, η ανωτέρω οδός ήταν ευθεία σε μήκος πεντακοσίων περίπου μέτρων. Στο οδόστρωμα της, το οποίο ήταν καλυμμένο με άσφαλτο, υπήρχε κατά μήκος διαγράμμιση από δυο παράλληλες συνεχείς γραμμές, οι οποίες χώριζαν τούτο σε δυο τμήματα, καθένα των οποίων προοριζόταν για την αντίθετη κυκλοφορία και περιλάμβανε μια λωρίδα κυκλοφορίας.
Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος ήταν 7,80 μέτρα και εκατέρωθεν αυτού υπήρχε πεζοδρόμιο πλάτους 0,30 μέτρων και πέραν αυτού χωμάτινο έρεισμα. Το μοτοποδήλατο απείχε από τον Π. Ζ., όταν αυτός άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα, τριάντα περίπου μέτρα. Με βάση τα παραπάνω, το ανωτέρω ατύχημα και τα αποτελέσματα του οφείλονται σε αμέλεια τόσο του Θ.
Σ. σε ποσοστό 70%, όσο και του Π. Ζ. σε ποσοστό 30%. Και τούτο, διότι ο πρώτος, κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν, δεν οδηγούσε το όχημα του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενώ δεν μείωσε την ανωτέρω, υπερβολική για τις συγκεκριμένες κυκλοφοριακές συνθήκες και τον τύπο του οχήματος του, ταχύτητα του.
Οι παραλείψεις του αυτές είχαν ως συνέπεια να μην αντιληφθεί έγκαιρα και από ικανή απόσταση τον Π. Ζ., που διέσχιζε κάθετα και με τον τρόπο που προαναφέρθηκε το οδόστρωμα της οδού, με περαιτέρω συνέπεια, όταν τον αντιλήφθηκε, να μην μπορέσει να ακινητοποιήσει με ασφάλεια το όχημα του πριν από αυτόν ή να επιχειρήσει άλλον ελιγμό για την αποφυγή του ατυχήματος, αλλά, αντίθετα, να πέσει πάνω του και να τον ανατρέψει, με τις συνέπειες που προαναφέρθηκαν.
Επίσης, ο Π. Ζ., για το λόγο που προεκτέθηκε, επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της οδού, χωρίς προηγουμένως να κοιτάξει και να βεβαιωθεί, ότι δεν κινούνται οχήματα σ' αυτό ή ότι κινούνται μεν, πλην, όμως, ενόψει της ταχύτητας τους και της απόστασης τους από τον ίδιο, πρόφταινε να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την παραπάνω κίνηση του.
Αποτέλεσμα τούτου ήταν να μη αντιληφθεί ότι σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από τον ίδιο κινούταν το παραπάνω μοτοποδήλατο, να παρεμβληθεί και να αποκλείσει την πορεία του εν λόγω οχήματος, με περαιτέρω συνέπεια το όχημα τούτο να πέσει πάνω του και να τον ανατρέψει, με τα αποτελέσματα που προεκτέθηκαν. Αντίθετα, αν ο Θ.
Σ. είχε συμμορφωθεί με τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ και οδηγούσε το όχημα του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και παράλληλα είχε μειώσει την ταχύτητα του στα νόμιμα όρια, οπωσδήποτε θα αντιλαμβανόταν έγκαιρα και από ικανή απόσταση τον Π. Ζ. να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα και θα μπορούσε να ακινητοποιήσει με ασφάλεια το όχημα του πριν από αυτόν ή να τον αποφύγει με άλλον ελιγμό, ώστε να του δώσει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την κατά τα παραπάνω διέλευση του και έτσι το επίδικο ατύχημα θα είχε αποτραπεί.
Το ίδιο θα είχε συμβεί, αν ο Π. Ζ. είχε κοιτάξει, πριν πραγματοποιήσει την παραπάνω κίνηση του, αν κινούνται οχήματα στο οδόστρωμα της οδού που σκόπευε να διασχίσει. Διότι τότε θα έβλεπε, ότι το όχημα του Θ. Σ. βρισκόταν στην παραπάνω απόσταση από τον ίδιο και, ότι, ενόψει της ταχύτητας του και της απόστασης του απ' αυτόν, δεν πρόφταινε να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την ανωτέρω κίνηση του και, συνεπώς, ότι θα έπρεπε να αναμείνει τη διέλευση του εν λόγω μοτοποδηλάτου και στη συνέχεια να πραγματοποιήσει την κίνηση του αυτή, οπότε το επίδικο ατύχημα θα είχε και πάλι αποτραπεί.
Επομένως, ο Θ.Σ. και ο Π. Ζ. δεν έδειξαν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τη συμπεριφορά, που θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες βρέθηκαν αυτοί κατά το χρόνο τούτο, αλλά, αντίθετα, παραβίασαν τις διατάξεις του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν και η συμπεριφορά τους αυτή βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα και τα αποτελέσματα του, τα οποία επήλθαν χάρις στα συγκλίνοντα πταίσματα και των δυο.
Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, σχετικά με το ζήτημα του εκ του ατυχήματος επελθόντος τραυματισμού του ενάγοντος, δέχθηκε ότι αυτός υπέστη ρωγμώδες κάταγμα έξω τοιχώματος αριστερού οφθαλμικού κόγχου και ειδικότερα ότι: Εξαιτίας της σωματικής του αυτής κάκωσης, διακομίστηκε αμέσως με ασθενοφόρο όχημα στα Εξωτερικά Ιατρεία του Νοσοκομείου Ιωαννίνων "Γ.
Χατζηκώστα" και από εκεί, την ίδια ημεροχρονολογία, κατεσταλμένος και διασωληνωμένος, στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του εν λόγω Νοσοκομείου, όπου, μετά και από αξονικό έλεγχο, διαπιστώθηκε μόνο η ανωτέρω κάκωση, δηλαδή το ρωγμώδες κάταγμα του έξω τοιχώματος του αριστερού οφθαλμικού κόγχου, γι' αυτό και την επόμενη 8-11-2001 διακομίστηκε στην Παθολογική Κλινική του εν λόγω Νοσοκομείου, στην οποία νοσηλεύτηκε για "αλκοολισμό-ρωγμώδες κάταγμα (ΑΡ) οφθαλμικού κόγχου" μέχρι τις 14-11-2001, οπότε και εξήλθε, με διάγνωση "αλκοολισμός, ρωγμώδες κάταγμα αριστερού οφθαλμικού κόγχου".
Αντίθετα, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι ο Π. Ζ. υπέστη κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα και θλάση εγκεφάλου και από αυτή, εφ' όρου ζωής, ανοϊκή συνδρομή, ψύχωση) πτώση του επιπέδου συνείδησης και βαριά συνχυτικοδιεγερτική κατάσταση με αστασία και αβασία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, στηρίζοντας στις παθήσεις αυτές αποκλειστικά μεν τις αξιώσεις αποζημίωσης για λήψη βελτιωμένης τροφής και πρόσληψη οικιακής βοηθού-αποκλειστικής νοσοκόμας και κυρίως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Και υπό τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι ο παθών ενάγων δεν είχε ανάγκη λήψης βελτιωμένης τροφής, ούτε αποκλειστικής νοσοκόμας-συνοδού και έκρινε ως απορριπτέα, κατ' ουσία, τα αγωγικά αιτήματα, τα σχετικά με τα δύο αυτά κονδύλια, ενώ το αιτούμενο κονδύλιο, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης το έκανε δεκτό (και επεδίκασε το ποσό των 10.000 €) λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ των άλλων παραγόντων, για τον καθορισμό του ποσού αυτού, την ως άνω δεχθείσα, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ως αποδειχθείσα σωματική βλάβη (δηλαδή ρωγμώδες κάταγμα έξω τοιχώματος αριστερού οφθαλμικού κόγχου).
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς αποφάνθηκε και δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των αρθ.914, 297, 298, 300 ΑΚ ούτε τις διατάξεις του ΚΟΚ (αρθ. 38 παρ.4), ενώ, εξ άλλου διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς το ζήτημα της ύπαρξης (συν)υπαιτιότητας του ενάγοντος-παθόντος, ως προς την επέλευση του ατυχήματος, όσο και ως προς το ζήτημα του είδους και της έκτασης του εκ του ατυχήματος επελθόντος τραυματισμού του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης των ως άνω διατάξεων, ευθέως και εκ πλαγίου, ως προς τα ως άνω ζητήματα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, κατά το οποίο οι αιτιάσεις αναφέρονται σε δήθεν ελλείψεις αιτιολογίας, ως προς την υπαιτιότητα του εναγομένου-νυν αναιρεσιβλήτου, οδηγού του μοτοποδηλάτου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη υπαιτιότητας αυτού (κατά ποσοστό 70%) και συνεπώς ο ενάγων-νυν αναιρεσείων ως νικήσας διάδικος (αρθ. 556 ΚΠολΔ), δεν έχει έννομο συμφέρον, για την προβολή του λόγου αυτού.
Επίσης, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος αυτού, κατά το οποίο οι αιτιάσεις αναφέρονται στο ύψος του ποσοστού συνυπαιτιότητας του παθόντος ενάγοντος-νυν αναιρεσείοντα, διότι (αυτό) το ύψος ποσοστού συνυπαιτιότητας ανάγεται στην ανέλεγκτη περί τα πραγματικά περιστατικά κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου (αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
3. Με τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί α )την ύπαρξη (συν)υπαιτιότητας του παθόντος-ενάγοντος-νυν αναιρεσείοντος και β) την επέλευση του είδους και την έκτασης του εκ του ατυχήματος επελθόντος τραυματισμού του (και όχι τις επικαλούμενες από τον ενάγοντα βαρύτερες συνέπειες) υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη: 1) από το αρθ. 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από τον ενάγοντα-νυν αναιρεσείοντα αγωγικούς ισχυρισμούς, προς θεμελίωση της βάσης της αγωγής του, ως προς τα δύο ως άνω ζητήματα, 2) από το αρθ. 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ, εκ του ότι κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς απόδειξη, 3) από το αρθ. 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο ιατρικές βεβαιώσεις και 4) από το αρθ. 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ, εκ του ότι, παρά το νόμο, προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλους τους προταθέντες προς θεμελίωση της αγωγής ισχυρισμούς και τους απέρριψε, ως αβάσιμους (αρθ .559 αριθμ.8 ΚΠολΔ), κατέληξε δε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (αρθ. 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ) ενώ, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του, ως προς τα ως άνω ζητήματα, έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και προσαγόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και τα ως άνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα (ιατρικές βεβαιώσεις), οι οποίες εξ άλλου, μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (559 αριθμ.11 ΚΠολΔ).
Τέλος, ο από το αρθ. 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ λόγος, είναι, επίσης, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στις αναφερόμενες ιατρικές βεβαιώσεις μειωμένη αποδεικτική δύναμη, από εκείνη που είχαν, κατά το νόμο, αλλ' απλώς και μόνον έκρινε αυτές λιγότερο αξιόπιστες σε σχέση με τις λοιπές, ισοδύναμες, ιατρικές βεβαιώσεις, αναφορικά με το ζήτημα του είδους και της έκτασης του εκ του ατυχήματος επελθόντος τραυματισμού του ενάγοντα.
Προϋπόθεση για την ίδρυση του από το αρθ. 559 αριθμ.20 λόγου αναίρεσης (παραμόρφωση εγγράφου) είναι η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος-λάθους "στην ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν αυτός αναφέρεται στην εκτίμηση, από το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας, του περιεχομένου του εγγράφου, προς συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο, το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Επίσης, για την ίδρυση του ίδιου, από το αρθ. 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ, λόγου αναίρεσης (παραμόρφωση εγγράφου), πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του φερομένου ως "παραμορφωθέντος" εγγράφου. Με τον τρίτο, κατά το άλλο μέρος αυτού, από το αρθ. 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (ιατρικές βεβαιώσεις). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί του ότι ο παθών-ενάγων-νυν αναιρεσείον υπέστη εκ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (μόνον) ρωγμώδες κάταγμα έξω τοιχώματος αριστερού οφθαλμικού κόγχου (και όχι θλάση εγκεφάλου, με τις εξαυτού συνέπειες της ανοϊκής συνδρομής-ψύχωσης, όπως επικαλείται ο ενάγων), και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα, ενώ, εξ άλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, αλλά ότι συνεκτίμησε αυτά, μαζί με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
4. Κατά το αρθρ. 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμός πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών επί θανατώσεως τον βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής).
Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του, μη υπερβαίνουσα τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική, έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποίησης δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι δε ως άνω προσδιοριστικοί παράγοντες αποτελούν μέσα, με βάση τα οποία το δικαστήριο καταλήγει στον προσδιορισμό του ποσού και όχι στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ώστε εάν αυτοί δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια να τίθεται θέμα ανεπάρκειας αιτιολογίας (ΑΠ 1644/2006, ΑΠ 6/2009, ΑΠ 1178/2009).
Επομένως, ο τέταρτος από το αρθ.559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στον ενάγοντα-νυν αναιρεσείοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, για τον εκ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος επελθόντα τραυματισμό του, το ποσό των 10.000 ευρώ, παρεβίασε το αρθ.932 ΑΚ, εκ του ότι έπρεπε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα να δεχθεί, μεταξύ των προσδιοριστικών παραγόντων, για τον καθορισμό του ύψους του ποσού, την επικαλούμενη υπ' αυτού, ως επελθούσα εκ του ατυχήματος βαρύτερη σωματική βλάβη (κρανιοεγκεφαλική κάκωση και θλάση εγκεφάλου) και να επιδικάσει σ' αυτόν μεγαλύτερο ποσό, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της παρούσας αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατέθεσε και προτάσεις (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2010 αίτηση της Λ. Ζ. για αναίρεση της 410/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ