Supreme Court allows appeal against lower court's property ownership decision due to failure to consider relevant evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence proving the chain of title, which contradicted its findings. Consequently, the Court found the appeal admissible under Article 11 of the Code of Civil Procedure and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 11 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court failed to consider or properly weighed evidence that could have established the facts necessary for its decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 731 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 731/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ... και 4. Χ4, κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος-αναιρεσείοντος ΧΧ, ο οποίος απεβίωσε στις 22-3-2003. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Τσουρούλα-Σωτηροπούλου.
Του καθού η κλήση - αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανοτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111ΤΠ/1995 μη οριστική, 60ΤΠ/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2001 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αποβιώσας αναιρεσείων με την από 9-5-2002 αίτηση του και οι κληρονόμοι αυτού-καλούντες με την από 12-6-2008 κλήση τους καθώς και με τους από 5-9-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Η πληρεξούσια δικηγόρος των καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ.1 και 290 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψή αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 405/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, μετά τη κατάθεση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση, αποβίωσε στις 22-3-2003 στη ... ο αρχικώς αναιρεσείων ΧΧ, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του και τα τρία τέκνα του, πρώτη και δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των ήδη καλούντων (βλ.
την από 23-10-2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Δήμου ..., το .../22-10-2004 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών της Δημάρχου ..., το .../24-7-2006 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομίας της γραμματέας του Πρωτοδικείου Σύρου και το .../24-7-2006 πιστοποιητικό του ιδίου Πρωτοδικείου περί μη δημοσίευσης διαθήκης του αποβιώσαντος).
Επομένως, οι πιο πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς αναιρεσείοντος (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ) νομίμως φέρουν προς συζήτηση την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με την από 12-6-2008 κλήση τους και νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ότι συνεχίζουν στο όνομά τους τη δίκη.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, νομίμως χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.
Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του (ΑΠ 411/2009). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κοινή απώτερη δικαιοπάροχος των διαδίκων ΑΑ, είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της, ένα ακίνητο, εκτάσεως μισής ζευγαριάς ή 1.343,60 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού της Χώρας της ...με όρια Β.Δ.
ιδιοκτησία ... και ... (πρώην κληρ. ...), βόρεια ιδιοκτησία ..., Β.Δ. ιδιοκτησίες κληρονόμων ..., ..., πρώην ... και ΒΒ (πρώην ...) και δημόσιο δρόμο, ΝΑ, δημόσιο δρόμο (αδιαμόρφωτο μονοπάτι) με ιδιοκτησίες ..., ... (πρώην ...), ... (πρώην ...) και δημόσιο δρόμο και Ν.Δ. ιδιοκτησία κληρονόμων ..., πρώην ... . Η προαναφερόμενη απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος με το .../1941 συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σερίφου Αρ.
Πατσουράκη, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στη δικαιοπάροχο του ενάγοντος ΓΓ μια (εκ των δύο) οικία και οικόπεδο, συνορευόμενο με οικία ΒΒ (δικαιοπαρόχου του εναγομένου), ... και δημόσιο δρόμο. Στην συνέχεια, η τελευταία με την υπ' αριθμ. .../21.3.1989 δημόσια διαθήκη ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Χρυσολωρά, η οποία δημοσιεύθηκε στις 17.11.1989 στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών με το 3436/17.11.1989 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο ως άνω ακίνητό της εγκατέστησε κληρονόμο τον ενάγοντα σε τμήμα του ως άνω αρχικού οικοπέδου αφού προηγουμένως η διαθέτης με την ως άνω δημόσια διαθήκη προέβη επίσης στην σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ.
και Ν.Δ. 1024/71. Η άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντος ΓΓ από το χρόνο που απέκτησε, λόγω αγοράς, το εν λόγω ακίνητο δηλ. το έτος 1941 άσκησε σε αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως, όλες τις πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στην φύση και στο σκοπό του και συγκεκριμένα το δικαίωμα της οίκησης στην συνυπάρχουσα σε αυτό οικία, αποτελούμενη από δυο δωμάτια και κουζίνα, και στη συνέχεια στην ανέγερση διώροφης κατοικίας, εμβαδού 174,36 τ.μ.
κατόπιν εκδόσεως σχετικής αδείας από το αρμόδιο Πολεοδομικό γραφείο. Τις ως άνω πράξεις νομής με διάνοια κυρίου συνέχισε ο ενάγων να ασκεί στο επίδικο από το χρόνο της σε αυτόν επαγωγής, λόγω κληρονομικής διαδοχής το έτος 1991 (ήτοι 7.2.1991) του ως άνω ακινήτου και συγκεκριμένα στην αποδοχή κληρονομιάς, καταβολή του φόρου κληρονομιάς, σύνταξη σχεδιαγράμματος, εποπτεία και φύλαξη αυτού.
Μετά ταύτα, ο ενάγων κατέστη κύριος της ως άνω ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα της οικίας και εκτάσεως 165,26 τ.μ. οικοπέδου με παράγωγο τρόπο αλλά και με έκτακτη χρησικτησία. Ο εναγόμενος, ο οποίος, όπως αναφέρεται ανωτέρω, είναι κύριος όμορου οικοπέδου με ισόγεια παλαιά οικία σ' αυτό ισχυρίζεται ότι το τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά αυτού εκτάσεως 67,90 τ.μ, ανήκει στην δική του ιδιοκτησία αμφισβητώντας, έτσι, την κυριότητα του ενάγοντος επ' αυτού.
Ο εν λόγω ισχυρισμός του εναγομένου είναι απορριπτέος κατ' ουσίαν, καθόσον από την ανάγνωση του .../26.1.1941 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σερίφου Αριστείδη Πατσουράκη, δυνάμει του οποίου περιήλθε, λόγω αγοράς, στην δικαιοπάροχο του ενάγοντος ΓΓ, στην περιγραφή του εν λόγω ακινήτου αναφέρει, όσον αφορά την οριοθέτηση αυτού τα εξής: "...
συνορευόμενο με οικία ΒΒ ...", του δικαιοπαρόχου δηλαδή του εναγομένου. Από την ανάγνωση του ως άνω συμβολαίου ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, ότι το επίδικο τμήμα εκτάσεως 67,90 τ.μ. που συνορεύει βόρεια και σε πλευρά μήκους 6,60 μ. με οικόπεδο συνιδιοκτησίας ΔΔ, ΓΓ και ΕΕ, ανατολικά και σε πλευρά μήκους 11,60 μ.
με λοιπή έκταση του ακινήτου του ενάγοντος, νότια και σε πλευρά 7,10 μ. με κοινόχρηστη λωρίδα και δυτικά σε πλευρά 12,20 μ. με κοινόχρηστη λωρίδα και πέραν αυτής με οικόπεδο του εναγομένου, ανήκει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος. Σημειώνεται ότι στο ίδιο συμβόλαιο άλλο σημείο αυτού (σελ.3) γίνεται αναφορά σε ακίνητα, οπότε και στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαθέτης, εάν ήθελε ως σύνορο το ακίνητο και όχι την οικία, θα αναγραφόταν το ακίνητο και όχι η οικία ΒΒ.
Αντιθέτως, η κοινόχρηστη λωρίδα εκτάσεως 43,45 τ.μ. δεν προκύπτει ότι ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα. Τούτο προκύπτει από το προαναφερόμενο .../26.1.1941 συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Αρ. Πατσουράκη. Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι επιπρόσθετα οι μάρτυρες του ενάγοντα με σαφήνεια και κατηγορηματικό τρόπο κατέθεσαν για την άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου (και καλή πίστη μέχρι το έτος 1946) από μέρους του ενάγοντος στο επίδικο τμήμα επί χρονικό διάστημα μείζον της 20ετίας και συγκεκριμένα από το έτος 1941 μέχρι του χρόνου άσκησης της αγωγής, ενώ αντιθέτως οι καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου δεν κρίνονται πειστικές.
Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας του ενάγοντος ΣΤ μεταξύ των άλλων κατέθεσε ότι "... είχα ακούσει από τη γιαγιά και δικαιοπάροχο του ενάγοντος ότι το οικόπεδό της έφτανε μέχρι το σπίτι του εναγομένου, το οποίον παλαιότερα ήταν φούρνος. Μετά το θάνατο της ΓΓ αφέθηκε, όπως προανέφερα, μια κοινόχρηστη λωρίδα στο οικόπεδο του ενάγοντος, η οποία εχρησιμοποιείτο από αυτόν και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες του όλου οικοπέδου για την προσπέλασή τους στον δημόσιο προς νότο δρόμο ...".
Ο δε έτερος μάρτυρας του ενάγοντος ΖΖ μεταξύ των άλλων κατέθεσε ότι στο επίδικο τμήμα υπήρχε κολώνα της ΔΕΗ για την αφαίρεση της οποίας επιμελήθηκε ο ΗΗ και ότι στον αμφισβητούμενο χώρο ο εναγόμενος δεν έκανε καμμία πράξη, αντίθετα δε χρησιμοποιούσε το χώρο αυτό η ΓΓ και μετά το θάνατό της τα εγγόνια της, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων.
Αντιθέτως το Δικαστήριο δεν πείθεται από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου ΘΘ, η οποία κρίνεται αντιφατική, αφού μεταξύ των άλλων κατέθεσε ότι "... Ο αρχικός τίτλος του ΒΒ (δηλ. του δικαιοπαρόχου του εναγομένου) όριζε ότι προς ανατολάς το οικόπεδο του συνορεύει με δημόσιο δρόμο και ΑΑ. Όταν το αγόρασε το ακίνητο ο ΧΧ το οροθέσανε κατά τα ανατολικά όρια, δηλαδή βάλανε σταλίκια ...". " Μέχρι το 1982 δεν είχα έρθει σε επαφή με το οικόπεδο του εναγομένου και των εναγόντων ...".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων έχει καταστεί κύριος του επίδικου οικοπεδικού τμήματος και με έκτακτη χρησικτησία και κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του αρχικού εναγομένου ότι ο ίδιος είναι κύριος του τμήματος αυτού, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και αναγνώρισε τον τελευταίο κύριο του λεπτομερώς περιγραφόμενου οικοπεδικού τμήματος, εκτάσεως 67,90 τ.μ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας και της σχετικής με τη βάση αυτή αιτιολογίας που επαρκώς στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1813, 1846, 974, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι η απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος ΑΑ με το αναφερόμενο συμβόλαιο του 1941 μεταβίβασε λόγω πώλησης στην άμεση δικαιοπάροχο του ενάγοντος μία οικία και οικόπεδο, ότι η τελευταία με δημόσια διαθήκη του 1989 εγκατέστησε κληρονόμο της τον ενάγοντα σε τμήμα του αρχικού οικοπέδου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα και ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, καθώς και ο ίδιος από το χρόνο του αναφερόμενου θανάτου της άμεσης δικαιοπαρόχου του, ασκούσαν συνεχώς πράξεις νομείς επί του επιδίκου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε τα λεπτομερώς ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά. Οι ήδη αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της κύριας αναίρεσης, καθώς και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι 1) το .../30-8-1937 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σερίφου Αγγέλου Γεωργίου, με το πιστοποιητικό μεταγραφής του στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σερίφου στον τόμο ...
και αύξοντα αριθμό 14, με το οποίο η προαναφερθείσα κοινή δικαιοπάροχος ΑΑ από τον αναφερόμενο αγρό της με τις δύο οικίες μεταβίβασε στον υιό της ΒΒ, που είναι ο άμεσος δικαιοπάροχος του αρχικού εναγομένου, τη μία οικία την ευρισκόμενη στο δυτικό σημείο του αγρού "μετά του ημίσεως προαυλίου της" και στο οποίο αναφέρεται επίσης, ότι η ως άνω δωρήτρια την άλλη οικία "μετά του υπολοιπομένου 1/2 της αυλής", θα μεταβιβάσει με άλλη συμβολαιογραφική πράξη προς την ΓΓ, δηλαδή τη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, πράγμα που αργότερα έπραξε η ΑΑ με το .../26-1-1941 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σερίφου Αριστείδη Πατσιουράκη, 2) το .../10-4-1968 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Ρώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο ανωτέρω ΒΒ μεταβίβασε στον αρχικό εναγόμενο ακριβώς το πιο πάνω ακίνητο που του είχε δωρήσει η μητέρα του και απώτερη κοινή δικαιοπάροχος των διαδίκων, στο οποίο υπάγεται και η επίδικη λωρίδα, ήτοι "μίαν ισόγειον οικία, αποτελουμένη εξ ενός δωματίου μετά κουζίνας και αυλής (ημίσεως της όλης αυλής) ...
συνορευόμενον ανατολικώς με δημόσιον δρόμον, ιδιοκτησίαν ΚΚ και με συνεχομένην αυλήν οικίας ιδιοκτησίας ΓΓ ...". Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης, δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ουδόλως μνημονεύει και από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προκύπτει η ακρίβεια του ανωτέρω θεμελιώδους ισχυρισμού τους, δεδομένου μάλιστα ότι μνημονεύει μόνο το ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο του 1941, με το οποίο μεταβιβάστηκε στη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων από τη κοινή δικαιοπάροχο η άλλη οικία με το υπόλοιπο ήμισυ της αυλής και με βάση το οποίο δέχτηκε κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου από τη δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 263/2001 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ