Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on breach of financial lease contract and warranty obligations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by General Systems Design against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court found that the defendant breached its warranty obligations by failing to provide necessary spare parts for a machine with a seven-year lifespan, causing significant damages to the plaintiff. The court upheld the decision because the appellate court identified clear contradictions in its reasoning regarding the breach of contract and the calculation of damages.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 K.Pol.D.; Art. 5 para. 6 of Law 2251/1994; A breach of warranty obligations regarding spare parts and maintenance services constitutes a violation of substantive law justifying an appeal, provided the lower court's reasoning contains sufficient contradictions to warrant review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 731 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 731/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL SYSTEMS DESIGN ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στη Ν. Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία προήλθε εκ μετατροπής και συνεπώς τυγχάνει κατά νόμο οιονεί καθολική διάδοχος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "GENERAL SYSTEMS DESIGN ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ". Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Ελευθέριος Παπαγεωργίου και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσια δικηγόρο της την Αγγελική Βαρδάκου-Γιαννούλη.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." πρώην με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κοντοζαμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4610/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7073/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιουνίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. Α.Π. 36/1988). Περαιτέρω, με το νόμο 1665/1986 καθιερώθηκε η σύμβαση της "χρηματοδοτικής μίσθωσης", η οποία είναι σύμβαση μεταξύ μιας εταιρίας ειδικού σκοπού και μιας επιχείρησης ή ενός επαγγελματία, με την οποία η πρώτη παραχωρεί για ορισμένο χρόνο και έναντι μισθώματος στο δεύτερο τη χρήση κεφαλαιουχικών αγαθών, κινητών ή ακινήτων, και ειδικότερα χώρων επαγγελματικής εγκατάστασης καθώς και επιχειρησιακού ή επαγγελματικού εξοπλισμού, παρέχοντάς του συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 - 3 του ανωτέρω νόμου προκύπτει ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι : ανώνυμη εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης ως εκμισθωτής, επιχείρηση ή επαγγελματίας ως μισθωτής, αντικείμενο δε αυτής η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος, κινητού ή ακινήτου, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα, καθώς και το μίσθωμα.
Η διάρκεια εξάλλου της σύμβασης είναι ορισμένη και σε καμιά περίπτωση μικρότερη από αυτή που ορίζει ο νόμος και τέλος η παροχή στο μισθωτή του δικαιώματος είτε να αγοράσει το πράγμα ]είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου νόμου για την σύναψη της σύμβασης απαιτείται συστατικός τύπος ο οποίος προκειμένου για κινητά είναι έγγραφο, ενώ απαιτείται επιπλέον και τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας, που για τα κινητά συνίστανται σε καταχώρηση σε ειδικό δημόσιο βιβλίο στο πρωτοδικείο της έδρας ή κατοικίας του μισθωτή και στο Πρωτοδικείο Αθηνών.
Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, που καταρτίζεται μεταξύ εκμισθωτή (εταιρίας Leasing) και μισθωτή, δεν είναι απλή σύμβαση μίσθωσης πράγματος (ΑΚ 574-618), αλλά σύνθετη ή μεικτή σύμβαση, η οποία έχει στοιχεία : α) Σύμβασης μίσθωσης, παραλλαγμένης, όμως, σε πολλά σημεία από τον "τύπο" που καθιερώνουν οι ΑΚ 574 επ., β) Σύμβασης εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της σύμβασης πωλήσεως, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, γ) Σύμβασης εκχωρήσεως (ΑΚ 455 επ.), με την οποία η εταιρία εκχωρεί τις απαιτήσεις που έχει κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πωλήσεως στο μισθωτή, ώστε να μπορεί αυτός - ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις ως δικαιούχος- να εξαναγκάσει τον προμηθευτή σε τήρηση των υποχρεώσεών του, δ) Συμφώνου προαιρέσεως, με το οποίο παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωσή του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντας και το συμφωνηθέν τίμημα), είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ο εκμισθωτής (εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης) και ο προμηθευτής (κατασκευαστής ή έμπορος) συνδέονται μεταξύ τους με τη σύμβαση πώλησης, την οποία ο πρώτος καταρτίζει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του μισθωτή, που ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος και εκτός από άλλα, πρέπει να συμφωνείται α) ότι η παράδοση του πράγματος από τον προμηθευτή θα γίνει απευθείας στο μισθωτή, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή παρέμβαση του μισθωτή, β) ότι τα δικαιώματα του εκμισθωτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης λόγω μη εκπλήρωσης, πλημμελούς εκπλήρωση, υπερημερίας ως προς την παράδοση ή εγκατάσταση του πράγματος, ελαττωμάτων αυτού κλπ εκχωρούνται στο μισθωτή.
Έτσι, ενώ ο μισθωτής κατά κανόνα δεν συνδέεται με κάποια συμβατική σχέση με τον προμηθευτή, με βάση τα δικαιώματα από την πώληση, που του έχουν εκχωρηθεί από τον εκμισθωτή, μπορεί να στραφεί κατά του προμηθευτή και να τον εξαναγκάσει σε τήρηση των υποχρεώσεών του, σε καταβολή αποζημιώσεως κλπ. Περαιτέρω, στην παράγραφο 6 του άρθρου 5 του ν. 2251/1994 ορίζεται, ότι "ο προμηθευτής καινουργών διαρκών καταναλωτικών αγαθών οφείλει να εξασφαλίζει στους καταναλωτές τη συνεχή παροχή τεχνικών υπηρεσιών για τη συντήρηση και επισκευή τους για χρονικό διάστημα ίσο με την πιθανή διάρκεια της ζωής τους.
Επίσης, οφείλει να εξασφαλίζει στους καταναλωτές την ευχέρεια προμήθειας των ανταλλακτικών και άλλων τυχόν προΪόντων, που απαιτούνται για τη χρήση τους σύμφωνα με τον προορισμό τους για όλη την πιθανή διάρκεια της ζωής τους". Η παροχή στον καταναλωτή της δυνατότητας προμήθειας των ανταλλακτικών που απαιτούνται για την αντικατάσταση εκείνων των μερών του προϊόντος, τα οποία έχουν υποστεί φθορά λόγω χρήσης, προϋποθέτει αφενός την ύπαρξη αποθεμάτων ανταλλακτικών για όλη την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος και αφετέρου χαμηλό κόστος των ανταλλακτικών.
Αυτό σημαίνει, ότι ο προμηθευτής είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίσει την ύπαρξη των αναγκαίων για τη χρήση του προϊόντος ανταλλακτικών, ακόμη και όταν το προϊόν έχει πάψει να παράγεται, για χρονικό διάστημα ίσο με την πιθανή διάρκεια ζωής του. Η μη συμμόρφωση του προμηθευτή προς τις ανωτέρω παρεπόμενες από τη σύμβαση υποχρεώσεις, κατά κανόνα, συνιστά ελαττωματική, πλημμελή εκπλήρωση με ενδεχόμενες συνέπειες την υποχρέωση του προμηθευτή προς αποζημίωση, το δικαίωμα υπαναχώρησης του καταναλωτή κλπ, ανάλογα με τις ειδικότερες περιστάσεις και το είδος της παραβιαζόμενης υποχρέωσης.
Εξάλλου, από το άρθρο 210 παρ. 1 ΕΝ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 193 ΕΝ, (όπως ίσχυαν πριν από εισαγωγή του ν. 2496/1997 "περί ασφαλιστικών συμβάσεων"), 361, 410 και 411 ΑΚ ο ασφαλιστής, που με σύμβαση ασφαλίσεως έχει αναλάβει την υποχρέωση, έναντι ασφαλίστρου, καταβλητέου από τον αντισυμβαλλόμενό του, να αποζημιώσει με το ασφάλισμα τον ασφαλιζόμενο για την απώλεια του πράγματος, που ενδέχεται να συμβεί από τυχαίο περιστατικό κατά τη διάρκεια της ασφαλίσεως, εφόσον σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του κινδύνου, κατά τη διάρκεια της ασφαλίσεως, αποζημιώσει τον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται εκ του νόμου στο τυχόν υφιστάμενο, εξαιτίας της πραγματοποίησης του κινδύνου, δικαίωμα αποζημίωσης ασφαλισμένου κατά τρίτου.
Αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή και ασφαλιζόμενος είναι κατ' αρχήν το ίδιο πρόσωπο, κατ΄ εξαίρεση όμως, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και αντισυμβαλλόμενου, ότι άλλος είναι ο ασφαλιζόμενος, δυνάμενος μάλιστα να οριστεί από τους συμβαλλόμενους ως το πρόσωπο που δικαιούται να απαιτήσει το ασφάλισμα από τον ασφαλιστή, οπότε πρόκειται για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΠ 1597/2001 ΕλλΔ 43.714).- Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία εκθέτει στην αγωγή της, ότι, "με σύμβαση ασφαλίσεως, που συνήψε με την εταιρία με την επωνυμία VCA ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ και για την οποία εκδόθηκε το 19675000999/31-5-1996 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ασφάλισε για λογαριασμό της εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης με την επωνυμία ΑΤΕ LEASING ΑΕ διάφορα ηλεκτρονικά μηχανήματα, που η τελευταία (ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ) είχε αγοράσει κατά μήνα Μάιο 1994, σε εκτέλεση χρηματοδοτικής μίσθωσης, που είχε συνάψει με την αντισυμβαλλόμενη στη σύμβαση ασφάλισης εταιρία (VCA Τηλεοπτικές και Κινηματογραφικές Επιχειρήσεις ΑΕ) και τα οποία είχαν παραδοθεί προς χρήση σ' αυτήν.
Η σύμβαση ασφάλισης είχε διάρκεια από 16-5-1996 έως 16-5-1997 και καλύπτει κάθε απρόβλεπτη και αιφνίδια φυσική απώλεια ή ζημία από οποιαδήποτε αιτία που θα προκαλείτο στα ασφαλισμένα πράγματα και που θα δημιουργούσε ανάγκη επισκευής ή αντικατάστασής τους. Η ενάγουσα στη συνέχεια εκθέτει, ότι μεταξύ των ασφαλιζομένων αντικειμένων περιλαμβανόταν και ένας ψηφιακός εγγραφέας τύπου MOSAIC 120 SEC REAL ΤΙΜΕ DIGITAL DISC RECORDER με δηλωθείσα ασφαλιστική αξία 22.250.000 δραχμών, το οποίο ήταν καινούργιο διαρκές καταναλωτικό αγαθό, αποτελούσε μέρος ενός συστήματος επεξεργασίας εικόνας και ήχου (μοντάζ) για την παραγωγή διαφημιστικών ταινιών DΡ ΜΑΧ του αμερικανικού οίκου DΥΝΑTECH και το είχε αγοράσει η ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ από την εναγομένη, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, που κατά την άσκηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα και παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή, στις 5-5-1994 έναντι τιμήματος 26,255.000 δραχμών.
Η ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ, σύμφωνα με την από 23-12-1993 έγγραφη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσής, που είχε συνάψει με την VCA, παραχώρησε τη χρήση του σ' αυτήν την εταιρία, που είναι ο τελικός αποδέκτης - καταναλωτής και ζήτησε από την εναγομένη - προμηθεύτρια να το παραδώσει σ' αυτήν (VCA). Στις 24-9-1996 κατά τη λειτουργία του μηχανήματος παρουσιάστηκε πρόβλημα, και συγκεκριμένα το διαγνωστικό πρόγραμμα εμφάνιζε μήνυμα βλάβης και το μηχάνημα δεν λειτουργούσε.
Η ασφαλισμένη ενημέρωσε τόσο τη χρηματοδοτική εταιρία, όσο και την εναγομένη πωλήτρια εταιρία, η οποία απέστειλε ειδικό, ο οποίος εξέτασε το μηχάνημα και διαπίστωσε, ότι το μηχάνημα ήταν αδύνατο να επισκευαστεί και η διαπίστωση αυτή γνωστοποιήθηκε με επιστολή στην μισθώτρια του πράγματος ασφαλισμένη.
Η ενάγουσα, συμμορφούμενη προς τις υποχρεώσεις της από την ασφαλιστική σύμβαση, αφού εξέτασαν πραγματογνώμονες το μηχάνημα και βεβαιώθηκε και από αυτούς η αδυναμία επισκευής, διότι είχε υποστεί βλάβη ο οδηγός του σκληρού δίσκου και η εναγομένη δεν είχε διαθέσιμα τα απαιτούμενα ανταλλακτικά, κατέβαλε ως ασφαλιστική αποζημίωση στη μισθώτρια (VCA) με την συναίνεση και την εντολή της ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ το ποσό των 8.956.696 δραχμών.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα εκθέτει ότι με την σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης και το παράρτημα αυτής (23-12-1993 και 4-4-1994) η ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ έχει εκχωρήσει τα δικαιώματα και τις αξιώσεις της από την πώληση, μεταξύ των οποίων και την αξίωση λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της σύμβασης, στη μισθώτρια VCA ΑΕ. Περαιτέρω, εκθέτει, ότι με την καταβολή του ασφαλίσματος υπεισήλθε εκ του νόμου σε κάθε αξίωση, που έχει ο ασφαλισμένος έναντι των τρίτων λόγω της ζημίας που υπέστη, και επομένως, στην αξίωση αποζημίωσης που υπέστη η ασφαλισμένη της από την παράνομη παράλειψη της εναγομένης να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις, που επιβάλλει η παράγραφος 6 του άρθρου 5 του ν. 2251/1994, και ειδικότερα της παρεπόμενης υποχρέωσης να φροντίσει να είναι σε θέση για χρονικό διάστημα επτά (7) ετών, που ήταν το πιθανό διάστημα ζωής του μηχανήματος να παρέχει συνεχώς τεχνικές υπηρεσίες για τη συντήρηση και να έχει στη διάθεσή της το απαιτούμενο απόθεμα ανταλλακτικών".
Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο, που δίκασε, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτής. Με τη κρίση του αυτή (το Εφετείο) δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ. ΑΠ 11/1996).- Στη περίπτωση, που ερευνάται, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, που δίκασε, δέχθηκε ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τον οποίον, όμως, δεν είχε προβάλλει η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της, και συγκεκριμένα ότι "η πωλήτρια γνώριζε, ότι η αγορά είχε γίνει με τους όρους και τις προϋποθέσεις της ειδικής αυτής σύμβασης". Πλην, όμως, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ. Πολ.Δ), ο ισχυρισμός αυτός, έστω και μη αυτολεξεί όπως ανωτέρω, διαλαμβάνεται εκεί, κυρίως στη πρώτη σελίδα.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει v' απορριφθεί.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολομ.
ΑΠ 24/1992).- Στη περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η εταιρία με την επωνυμία ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ συνήψε με την εταιρία με την επωνυμία "VCA Τηλεοπτικές και Κινηματογραφικές Επιχειρήσεις ΑΕ", την από 23-12-1993 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία συμπληρώθηκε με το από 4-4-1994 με αρ.
Ανο4 παράρτημα, σύμφωνα με την οποία η ανωτέρω εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης αγόρασε από την εναγομένη διάφορα ηλεκτρονικά μηχανήματα. Τα μηχανήματα αυτά, τα οποία επέλεξε και διαπραγματεύτηκε την αγορά τους η εταιρία VCA, παραδόθηκαν κατά χρήση από την πωλήτρια στη μισθώτρια, όπως είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και η πωλήτρια γνώριζε, ότι η αγορά είχε γίνει με τους όρους και τις προϋποθέσεις της ειδικής αυτής σύμβασης, αφού σημειώνει στο δελτίο αποστολής των μηχανημάτων, ότι παραδίδει αυτά στην εταιρία VCA κατ' εντολή της ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ, βάσει χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Με τη σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης (από 23-12-1993, άρθρα 11 και 17) η εταιρία ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ εκχώρησε προς τη μισθώτρια VCA κάθε αξίωση από τη σύμβαση της πώλησης (εγγυητική ευθύνη και ευθύνη από ελαττώματα), καθώς και κάθε αξίωση για αποζημίωση λόγω πλημμελούς εκτέλεσης της σύμβασης. Εξάλλου, η ενάγουσα συνήψε με τη μισθώτρια εταιρία VCA Τηλεοπτικές και Κινηματογραφικές Επιχειρήσεις ΑΕ σύμβαση ασφάλισης των αγορασθέντων πραγμάτων.
Για τη σύμβαση εκδόθηκε το 19675000999/31-5-1996 ασφαλιστήριο, σύμφωνα με το οποίο η σύμβαση ασφάλισης είχε διάρκεια από 16-5-1995 έως 16-5-1997 και κάλυπτε κάθε απρόβλεπτη και αιφνίδια φυσική απώλεια ή ζημία από οποιαδήποτε αιτία, που θα προκαλείτο στα ασφαλισμένα αντικείμενα και που θα δημιουργούσε ανάγκη επισκευής ή αντικατάστασής τους.
Μεταξύ των ασφαλισμένων αντικειμένων περιλαμβανόταν και ένας ψηφιακός εγγραφέας, τύπου MOSAIC 120 SEC REAL ΤΙΜΕ DIGITAL DISC RECORDER με δηλωθείσα ασφαλιστική αξία 22.250.000 δραχμές. Το μηχάνημα, το οποίο ήταν καινούργιο και διαρκές καταναλωτικό αγαθό, αποτελούσε μέρος ενός συστήματος επεξεργασίας εικόνας και ήχου (μοντάζ) για την παραγωγή διαφημιστικών ταινιών DΡ ΜΑΧ του αμερικανικού οίκου DYNATECH και το είχε αγοράσει η ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ από την εναγομένη εταιρία, η οποία, κατά την άσκηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας, προμηθεύει προϊόντα και παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή, στις 5-5-1994, καταβάλλοντας τίμημα 26.255.000 δραχμές, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και ο ΦΠΑ και παραχώρησε, κατά τα ανωτέρω, τη χρήση του στην εταιρία VCA.
Στις 24-9-1996 παρουσιάστηκε σοβαρό πρόβλημα κατά τη λειτουργία του μηχανήματος, και συγκεκριμένα το διαγνωστικό πρόγραμμα εμφάνισε μήνυμα βλάβης (MOSAIC STΑΤUS 0004-DEVICE ΝΟΤ READY) και το μηχάνημα δεν λειτουργούσε. Η ασφαλισμένη εταιρία (μισθώτρια) ενημέρωσε την ενάγουσα στις 27-9-1996 για τη βλάβη που παρουσιάστηκε, με την επιπλέον ενημέρωση ότι ο αντιπρόσωπος της πωλήτριας εταιρίας εξέτασε το μηχάνημα και διαπίστωσε ότι είναι αδύνατη η επισκευή και ζητούσε από αυτήν να καταβάλει ασφαλιστική αποζημίωση.
Η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία όρισε πραγματογνώμονες για να διαπιστώσουν τη βλάβη και να καθορίσουν το ύψος της ζημίας. Από την εξέταση του μηχανήματος προέκυψε, ότι το σύστημα δεν μπορούσε να ξεκινήσει τη λειτουργία του λόγω βλάβης στον οδηγό του σκληρού δίσκου, και ότι ήταν αδύνατη η επισκευή αυτού, καθώς και η αντικατάστασή του.
Η αδυναμία επισκευής ή αντικατάστασης του μηχανήματος οφειλόταν στο γεγονός, ότι ο αμερικανικός οίκος, από τον οποίο η εναγομένη πωλήτρια εταιρία είχε προμηθευτεί το σύστημα, είχε πτωχεύσει και ήταν αδύνατη η προμήθεια καινούργιου μηχανήματος ή ανταλλακτικών, η πωλήτρια δε, κατά παράβαση των υποχρεώσεών της, δεν είχε διαθέσιμα ανταλλακτικά.
Το μηχάνημα, που παρουσίασε τη βλάβη, είχε πιθανή διάρκεια ζωής επτά (7) ετών με εικοσιτετράωρη λειτουργία κάθε ημέρα, η εναγομένη δε είχε υποχρέωση, σύμφωνα με το ανωτέρω αναφερόμενο άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 2251/1994, αλλά και την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να είναι σε θέση να παρέχει συνεχώς τεχνικές υπηρεσίες για τη συντήρηση και την επισκευή του μηχανήματος σε περίπτωση βλάβης του.
Η εναγομένη παραβίασε τις ανωτέρω υποχρεώσεις της, με συνέπεια τη ζημία της αγοράστριας εταιρίας ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ, η οποία είχε, κατά τα ανωτέρω, εκχωρήσει τη σχετική αξίωση για αποζημίωση λόγω πλημμελούς εκτέλεσης της παροχής στη μισθώτρια εταιρία στην οποία είχε παραχωρήσει τη χρήση των πραγμάτων. Το ύψος της ζημίας ανέρχεται στο ύψος των 8.956.696 δραχμών, οι οποίες απαιτήθηκαν για την αγορά άλλου μηχανήματος από άλλη προμηθεύτρια εταιρία σε αντικατάσταση αυτού που υπέστη βλάβη.
Η βλάβη, που υπέστη το μηχάνημα, περιλαμβάνεται στους ασφαλιστέους κινδύνους (ζημία από οποιαδήποτε αιτία που θα προκαλείτο στα ασφαλισμένα αντικείμενα που θα προκαλείτο στα ασφαλιστικά αντικείμενα που θα δημιουργούσε ανάγκη επισκευής ή αντικατάστασης) και γι' αυτό η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε το ανωτέρω ποσό των 8.956.696 δραχμών, καθώς και 334.443 δραχμές για χαρτόσημο αποζημίωσης στην αντισυμβαλλόμενή της στην ασφαλιστική σύμβαση, μετά από συνεννόηση και εντολή της ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ υπέρ της οποίας είχε συναφθεί η σύμβαση ασφαλίσεως και υποκαταστάθηκε από το νόμο στα δικαιώματα από τη σύμβαση πώλησης κατά της εναγομένης πωλήτριας εταιρίας.
Περαιτέρω, η ενάγουσα ασκεί το δικαίωμα αποζημίωσης για ζημία που προέκυψε από την πλημμελή εκπλήρωση της σύμβασης εκ μέρους της πωλήτριας, η οποία, ως προμηθεύτρια καινουργών διαρκών καταναλωτικών αγαθών, δεν είχε φροντίσει για την εξασφάλιση στους καταναλωτές συνεχούς παροχής τεχνικών υπηρεσιών για τη συντήρηση και επισκευή για χρονικό διάστημα ίσο με την πιθανή διάρκεια ζωής, που συγκεκριμένη περίπτωση ήταν επτά (7) έτη και η βλάβη παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους της ζωής του μηχανήματος (αγορά 5-5-1994 βλάβη 24-9-1996)".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρείς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 15.6.2005 αίτηση της GENERAL SYSTEMS DESIGN για αναίρεση της 7073/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη τής αναιρεσίβλητης την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ