Legislator Case Law & Legislation
730/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt discharge grounds due to vague arguments and failure to prove payment details.

Case Number 730/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment in a debt dispute. The appellants argued they had discharged the debt but failed to specify the amount or date of payment, rendering their claim inadmissible and unfounded. The court ruled that the appeal lacked the necessary specificity required by law and was therefore rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it fails to specify the amount and date of alleged debt discharge, and unfounded if the lower court did not violate the law in rejecting such a claim.

Keywords

AI generated
debt discharge inadmissible appeal vague arguments specificity requirement payment details civil procedure dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 416 and 417 of the Civil Code
Articles 211, 236, 361 and 424 of the Civil Code
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 730 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 730/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ. του Α., κατοίκου …, 2) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Βέτση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Ρουμελιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/20211 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5712/2018 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1360/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/2/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπ' αριθ. 1360/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 5712/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε δεκτή η από 4.12.2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή" και "η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ.

α' ΑΚ, συνάγεται ότι, για να έχει, η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με την υλική πράξη της καταβολής, αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής και, συνεπώς, την ελευθέρωση του οφειλέτη, πρέπει: α) να είναι προσήκουσα, δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση, χωρίς να αρκεί τμηματική καταβολή (ΑΠ 204/2021, ΑΠ 907/2005) και β) να γίνει:

είτε προς το δανειστή προσωπικά είτε προς τα άλλα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές πρόσωπα. Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 204/2021, ΑΠ 134/2013, ΑΠ 285/2011, ΑΠ 626/2010). Για να είναι σαφής και ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση εξόφλησης δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό ότι το ποσό που ζητείται με την αγωγή καταβλήθηκε, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν (ΑΠ 123/2020), σε περίπτωση τμηματικών καταβολών, και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος του ορισμένου της σχετικής ένστασης.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, και κατά την προσήκουσα αυτού εκτίμηση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι τις επικαλούμενες πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 11, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που δεν ιδρύονται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση μη κατονομαζόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου ούτε μη λήψη υπόψη από το Εφετείο συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ούτε παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων τα οποία δεν κατονομάζει αλλά αρκείται στην επίκληση των ως άνω αριθμών των αναιρετικών λόγων και του περιεχομένου των αντιστοίχων διατάξεων, με την ειδικότερη αιτίαση ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την προταθείσα από αυτούς ένσταση εξόφλησης της αξίωσης της αναιρεσίβλητης εναντίον τους.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτοί διέλαβαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Άρνηση του κονδυλίου της αγωγής καθόσον έχω εξοφλήσει όλο το αιτούμενο ποσό της αγωγής. Επειδή όμως έχω απωλέσει το αρχείο της εποχής εκείνης, πρέπει η αντίδικος να προσκομίσει όλα τα πρωτότυπα σώματα των συναλλαγματικών που υπέγραψε για να κρίνει το Δικαστήριο Σας επακριβώς το ποσό που οφείλεται, αφού αφαιρεθεί το ποσό της νόμιμης προμήθειας που έχω να λάβω ως πράκτορας ασφαλειών".

Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της έφεσης που οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμόν 5712/2018 απόφασης, δεν επανέφεραν με τον προσήκοντα τρόπο, δηλαδή με λόγο έφεσης. την ένσταση εξόφλησης της ένδικης οφειλής τους.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης αυτός είναι αόριστος, σύμφωνα και με τα όσα εκτίθενται ανωτέρω, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν καθόλου ούτε το χρηματικό ποσό που καταβλήθηκε από αυτούς προς την αναιρεσίβλητη αλλά ούτε και το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η καταβολή του προς την τελευταία.

Το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση εξόφλησης όχι παρά το νόμο κήρυξε την ακυρότητα και, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.2.2022 αίτηση αναίρεσης των 1. Κ. Γ. και 2. Π. Μ. κατά της υπ' αριθ. 1360/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ