Legislator Case Law & Legislation
730/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract classification, upholding appellate court's factual assessment of employment relationship.

Case Number 730/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the appellate court's decision regarding the classification of a labor contract. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific insurance documents and witness testimonies proving an employment relationship, claiming this would have led to a different outcome. The court ruled that the appellate court properly evaluated all evidence and that factual assessments regarding the existence of subordination are not subject to appellate review under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; An employment relationship exists when the worker is subject to legal and personal dependence on the employer, characterized by the employer's right to give binding instructions and exercise supervision, which constitutes a factual assessment not reviewable on appeal.

Keywords

AI generated
labor contract classification employment relationship subordination test appellate review factual assessment civil procedure code legal dependence

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 38 of the Law on the Introduction of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Civil Procedure Code
Article 577 of the Civil Procedure Code
Article 561 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183, 191 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 730 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 730/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Μαθιουδάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2089/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4663/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-12-2021 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 4663/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν.Α.Κ.), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Αντίθετα σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Δηλαδή βασικά κριτήρια για να κριθεί το πότε υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ο βαθμός πρωτοβουλίας που έχει ο παρέχων τις υπηρεσίες του στον αντισυμβαλλόμενο κατά την εκτέλεση της σύμβασης, η μερική ή ολική επιλογή του χρόνου εκτέλεσης και το αν επιτρέπεται στον εργαζόμενο να εκφεύγει του εργοδοτικού ελέγχου.

Και στη σύμβαση πάντως αυτή υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζόμενου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν χωρίς άλλο εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζόμενου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από τη συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.

Α.Π. 28/2005, Α.Π. 884/2017, 697/2016). Ακόμη, δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολούμενου, η μη ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η μη χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλιση του σε Ταμείο Ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών, η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελεύθερων επαγγελματιών (ΑΠ 1775/2017, 1110/2017, 997/2017, 602/2017).

Πάντως, δεδομένου ότι ο όρος εξαρτημένη εργασία αποτελεί νομική έννοια, στο δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών υπό τα οποία λειτούργησε η σχέση, αν υπάρχει ή δεν υπάρχει εξαρτημένη εργασία με γνώμονα τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που έδωσαν σ' αυτήν οι διάδικοι.

Εξάλλου, επί της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Τέλος, με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 472/1985, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 16 παρ.1 εδ.τελ. του ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 368/1994, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της ίδιας διάταξης, του άρθρου 16 παρ.1 εδ.τελ.

του ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 2229/1994 "Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 1418/1984..." καθορίζονται τα κατώτατα όρια τεχνικής στελέχωσης, τα όρια της στελέχωσής τους από άλλο επιστημονικό ή τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, τα κατώτατα όρια κεφαλαίων, μηχανικού εξοπλισμού, ελάχιστης καθαρής θέσης και σύνθεσης οργάνων διοίκησης των εργοληπτικών επιχειρήσεων, που απαιτούνται για την εγγραφή τους στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (ΜΕΕΠ), η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάληψη κατασκευής δημοσίων έργων.

Με την παρ.1 του άρθρου αυτού ορίζονται τα κατώτατα όρια βασικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων με τεχνικούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) και με την παρ.7 ότι "Όλες οι επιχειρήσεις του Μ.Ε.ΕΠ πρέπει να έχουν τεχνικό διευθυντή ένα από τα στελέχη τους τα εγγεγραμμένα στο ΜΕΚ.

Δύο τουλάχιστον από τα στελέχη της συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Τα στελέχη της επιχείρησης των παρ. 1 και 2 έχουν συνεχή απασχόληση σε αυτή, μετέχουν ενεργά στο έργο της επιχείρησης, είναι ασφαλισμένα από την εργοληπτική επιχείρηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα και δεν μπορεί να απασχολούνται σε άλλη εργοληπτική επιχείρηση.

Η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους αποδεικνύεται από την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας ή του εταίρου της προσωπικής εταιρείας ή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ανάλογα με τη μορφή της εργοληπτικής επιχειρήσεως. Εφόσον τα στελέχη αυτά δεν έχουν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες, η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης αποδεικνύεται από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι θεσπίζεται ως προϋπόθεση της εγγραφής της εργοληπτικής επιχείρησης στα Μητρώα Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ), εκτός των άλλων, η στελέχωσή της με, κατά τεκμήριο, ως εκ της εγγραφής τους στα ΜΕΚ, έμπειρα στελέχη και η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης, θεωρούμενη ότι αποδεικνύεται είτε από την ιδιότητα τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου ή του εταίρου της εργοληπτικής εταιρείας, είτε από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Αντίθετα, όμως, δεν συνάγεται από τις εν λόγω διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται απλώς αποδεικτικός τύπος προς απόδειξη ενώπιον του αποφασίζοντος την εγγραφή των εργοληπτικών εταιρειών στο ΜΕΕΠ οργάνου πλήρωσης μίας εκ των για την εγγραφή αυτή προϋποθέσεων, και ότι η συνδέουσα την εργοληπτική εταιρεία και τα ως άνω τεχνικά στελέχη σύμβαση παροχής των υπηρεσιών τους φέρει υποχρεωτικά, εκ του νόμου, και καθόσον αφορά την μεταξύ τους πραγματική σχέση τον χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας.

Η κρίση για την ύπαρξη ή μη αυτής απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας μετ' επίκληση από τους διαδίκους και απόδειξη ή μη των συστατικών αυτής περιστάσεων, δηλαδή της νομικής εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με την παροχή της εργασίας του, σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, την υποχρέωσή του προς συμμόρφωση στις οδηγίες και τις εντολές αυτές και την αποδοχή του ελέγχου από τον εργοδότη (ΑΠ 2242/2013, 2102/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984, ΑΠ 32/2022, 849/2020, 927/2017). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 997/2017, 319/2017, 756/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας, μετά την άσκηση εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2089/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της από 15-4-2014 αγωγής αυτής κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, με αντικείμενο αξιώσεις της από την επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με την προσβαλλόμενη 4663/2019 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εναγομένη είναι τεχνική εταιρεία και δραστηριοποιείται στην κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία δημοσίων τεχνικών έργων. Η ενάγουσα είναι χημικός μηχανικός και απασχολήθηκε με την ειδικότητα αυτή με σύμβαση παροχής υπηρεσιών από 16.3.1994 έως 15.6.1997 στην κοινοπραξία ".... ..." για τη λειτουργία του έργου "Λειτουργία, Συντήρηση και Επισκευές του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ..." (Εργολαβία ...).

Η αρχική ανάδοχος του έργου "ήταν η "...." και με τροποποίηση του αρχικού συμφωνητικού της 27.3.1995 υπεισήλθαν στο σχήμα η "..." και η εναγομένη εταιρεία, η οποία συμμετείχε με ποσοστό 13%. Κατά το εν λόγω διάστημα η ενάγουσα δεν διέθετε εργοληπτικό πτυχίο και δεν μπορούσε να συμμετέχει σε δημόσιους διαγωνισμούς και ουσιαστικά προσέφερε τις υπηρεσίες της ως υπεργολάβος άλλων εργοληπτικών εταιρειών.

Εν συνεχεία, η ενάγουσα απασχολήθηκε με σύμβαση παροχής υπηρεσιών από 16.6.1997 έως 15.9.1999, ως υπεύθυνη χημικός μηχανικός και Διευθύντρια του έργου "Λειτουργία και Συντήρηση του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ..." (Εργολαβία ...), στην κοινοπραξία "... ...". Η συμμετοχή των εν λόγω εταιρειών στην ως άνω κοινοπραξία ήταν σε ποσοστό 50% η κάθε μία.

Όπως δε προκύπτει από το, υπ' αριθμ.πρωτ. ..., πιστοποιητικό της εταιρείας ΕΥΔΑΠ Α.Ε., η προαναφερόμενη κοινοπραξία απασχολούσε για την εκτέλεση των εργασιών της 26 άτομα προσωπικό, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα και δη με την ιδιότητα της Διευθύντριας, Διπλωματούχου Χημικού Μηχανικού, με αποδεδειγμένη εμπειρία στη λειτουργία, συντήρηση και διοίκηση έργων ανάλογης φύσης.

Από 16.9.1999 έως 6.3.2002 η ενάγουσα απασχολήθηκε με σύμβαση παροχής υπηρεσιών, ως υπεύθυνη Χημικός Μηχανικός και Διευθύντρια του έργου "Λειτουργία και Συντήρηση του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ..." (Εργολαβία ...), στην κοινοπραξία "... ...". Η συμμετοχή των εν λόγω εταιρειών στην ως άνω κοινοπραξία ήταν σε ποσοστό 50% η κάθε μία.

Όπως δε προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. ..., πιστοποιητικό της εταιρείας ΕΥΔΑΠ Α.Ε., η προαναφερόμενη κοινοπραξία απασχολούσε για την εκτέλεση των εργασιών της 29 άτομα προσωπικό, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα και δη με την ιδιότητα της Διευθύντριας, Διπλωματούχου Χημικού Μηχανικού, με αποδεδειγμένη εμπειρία στη λειτουργία, συντήρηση και διοίκηση έργων ανάλογης φύσης.

Εν συνεχεία, η ενάγουσα απασχολήθηκε με σύμβαση παροχής υπηρεσιών από 7.3.2002 έως 9.11.2005, ως υπεύθυνη Χημικός Μηχανικός και Διευθύντρια του έργου "Λειτουργία και Συντήρηση του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ..." (Εργολαβία ...), στην κοινοπραξία "...". Η συμμετοχή στην κοινοπραξία ήταν ποσοστό 92,20% για την εταιρεία "..." και ποσοστό 7,80% για τον Γ.

Μ.. Στα πλαίσια της εργολαβίας αυτής η ενάγουσα ήταν υπεύθυνη για την εκκένωση, τον καθαρισμό, τις επισκευές και την επανεκκίνηση των δύο πρωτοβάθμιων χωνευτών του …. Όπως δε προκύπτει από το υπ' αριθμ.πρωτ. ..., πιστοποιητικό της εταιρείας ΕΥΔΑΠ Α.Ε., η προαναφερόμενη κοινοπραξία απασχολούσε για την εκτέλεση των εργασιών της 36 άτομα προσωπικό, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα και δη με την ιδιότητα της Διευθύντριας, Διπλωματούχου Χημικού Μηχανικού, με αποδεδειγμένη εμπειρία στη λειτουργία, συντήρηση και διοίκηση έργων ανάλογης φύσης.

Η εναγομένη αρχικά δεν συμμετείχε στο εν λόγω ανάδοχο σχήμα, αλλά ήταν απλώς υπεργολάβος. Την 29.4.2005 ο Γ. Μ. απεβίωσε και ανέλαβαν οι κληρονόμοι τις υποχρεώσεις του μέχρι την 1.8.2005, οπότε υποκαταστάθηκε από την εναγομένη εταιρεία, η οποία υπεισήλθε στην κοινοπραξία με ποσοστό 7,80%. Ακόμη, η ενάγουσα απασχολήθηκε με σύμβαση παροχής υπηρεσιών από 9.11.2005 έως 28.5.2006, ως υπεύθυνη Χημικός Μηχανικός και Διευθύντρια του έργου "Λειτουργία και Συντήρηση του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ... (...) για έξι μήνες" (Εργολαβία ...), στην εναγομένη εταιρεία (βλ το υπ'αριθμ.πρωτ. 10106/1.8.2013 πιστοποιητικό της εταιρείας ΕΥΔΑΠ Α.Ε.).

Εν συνεχεία, η ενάγουσα απασχολήθηκε με σύμβαση παροχής υπηρεσιών από 29.5.2006 έως 28.5.2008, ως υπεύθυνη Χημικός Μηχανικός και Διευθύντρια του έργου "Λειτουργία και Συντήρηση του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ... (...) για δύο έτη" (Εργολαβία ...), στην κοινοπραξία "... ...". Στα πλαίσια της εργολαβίας αυτής, η ενάγουσα ήταν ατομικά υπεύθυνη για την εκκένωση, την εγκατάσταση συστήματος απομάκρυνσης αφρών και την επανεκκίνηση των δύο πρωτοβαθμίων χωνευτών και του δευτεροβάθμιου χωνευτή του Κ.Ε.Λ.Μ.

Η συμμετοχή της εναγομένης στο εργολαβικό σχήμα ανερχόταν στο ποσοστό 44,42%, της δε "..." στο ποσοστό 55,58%. Όπως δε προκύπτει από το υπ'αριθμ.πρωτ. ... πιστοποιητικό της εταιρείας ΕΥΔΑΠ Α.Ε., η προαναφερόμενη κοινοπραξία απασχολούσε για την εκτέλεση των εργασιών της 30 άτομα προσωπικό, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα και δη με την ιδιότητα της Διευθύντριας, Διπλωματούχου Χημικού Μηχανικού, με αποδεδειγμένη εμπειρία στη λειτουργία, συντήρηση και διοίκηση έργων ανάλογης φύσης.

Περαιτέρω, από 29.5.2008 έως 28.8.2011 η ενάγουσα απασχολήθηκε με σύμβαση παροχής υπηρεσιών, ως υπεύθυνη Χημικός Μηχανικός και Διευθύντρια του έργου "Λειτουργία και Συντήρηση του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ... (...) για τριάντα έξι μήνες" (Εργολαβία ...), στην κοινοπραξία "...". Όπως δε προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. ...

πιστοποιητικό της εταιρείας ΕΥΔΑΠ Α.Ε., η προαναφερόμενη κοινοπραξία απασχολούσε για την εκτέλεση των εργασιών της 36 άτομα προσωπικό, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα και δη με την ιδιότητα της Διευθύντριας, Διπλωματούχου Χημικού Μηχανικού, με 20ετή αποδεδειγμένη εμπειρία στη λειτουργία, συντήρηση και διοίκηση έργων ανάλογης φύσης.

Η συμμετοχή των εν λόγω εταιρειών στην ως άνω κοινοπραξία ήταν σε ποσοστό 50% η κάθε μία. Με την ολοκλήρωση του έργου η ενάγουσα υπέγραψε τα από 13.12.2011 και 30.6.2012 συμφωνητικά λύσης συνεργασίας, με τα οποία δήλωνε, μεταξύ άλλων, τη λύση της συνεργασίας της, την εκτέλεση των εργασιών που είχε αναλάβει και πως δεν είχε οικονομικές ή άλλες απαιτήσεις.

Μετά δε τη λήξη της συμβάσεως της ενάγουσας με την κοινοπραξία "...." και εφόσον δεν προβλεπόταν άμεσα η συνέχιση του έργου του Κέντρου Λυμάτων ..., παρά μόνον η συντήρηση του, για την οποία δεν απαιτούντο οι υπηρεσίες της ενάγουσας, η εναγομένη αποφάσισε να συνεχίσει τη συνεργασία της με την ενάγουσα ατομικά με την προοπτική αναλήψεων νέων δημόσιων έργων στον ίδιο τομέα.

Έτσι, κατά τα έτη 2012 και 2013 η ενάγουσα απασχολήθηκε με την προετοιμασία φακέλων δημοπρασιών και εκτέλεσε τα έργα της υπεύθυνης βιολογικού καθαρισμού ... και ..., που είχαν αναληφθεί από την εναγομένη. Όμως, η συνεργασία τους διεκόπη τον μήνα Φεβρουάριο του 2014. Από δε τον μήνα Απρίλιο του ίδιου έτους η ενάγουσα άρχισε να συνεργάζεται με την εργοληπτική εταιρεία ...., που εδρεύει στη ..., ενώ τον Ιούνιο του έτους 2016 η ενάγουσα εμφανίζεται να συνεργάζεται με την "....", η οποία επεδίωκε να κηρυχθεί ανάδοχος του έργου "...

από το ...", που είχε προκηρύξει η Περιφέρεια .... Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ενάγουσα είναι Χημικός Μηχανικός και κατέχει την μέγιστη εγγραφή (4ης Τάξεως) ΜΕΚ (Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών). Ένας τέτοιος επαγγελματίας συνεργάζεται, έναντι ιδιαίτερα υψηλών αποδοχών, με εργοληπτικά σχήματα που συμμετέχουν σε διαγωνισμούς, για τους οποίους απαιτείται η συνεργασία με ανώτερα τεχνικά στελέχη, και προσφέρει τις υπηρεσίες του προκειμένου οι συμμετέχοντες να πληρούν τις προϋποθέσεις των διακηρύξεων των συμβατικών τευχών.

Ειδικότερα, για τη λειτουργία και τη συντήρηση των εγκαταστάσεων του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων ..., η εταιρεία ΕΥΔΑΠ Α.Ε., σε κάθε διαγωνισμό που προκήρυσσε τουλάχιστον μέχρι το έτος 2013, ζητούσε από τις διαγωνιζόμενες εταιρείες ή κοινοπραξίες να συνεργάζονται με τεχνικά στελέχη που διαθέτουν την αιτούμενη από την Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων εμπειρία.

Η ενάγουσα εισέφερε το πιο πάνω πτυχίο της στην εναγομένη, που έτσι καταχωρήθηκε στα Μητρώα Εμπειρίας Κατασκευαστών του ΥΠΕΧΩΔΕ. Παράλληλα, η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα και αυτή απασχολήθηκε σε διάφορα τεχνικά έργα, την εκτέλεση των οποίων είχε αναλάβει η εναγομένη σε σύμπραξη με άλλους κατασκευαστές, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα.

Τα καθήκοντα της ενάγουσας στα παραπάνω έργα συνίσταντο στην οργάνωση και διεύθυνση των εργοταξίων, στην εφαρμογή της μελέτης και στην επίβλεψη της εκτέλεσης των εργασιών για την κατασκευή των έργων, στους υπολογισμούς και τις επιμετρήσεις των εργασιών κ.λπ. και γενικότερα στη, με δική της ευθύνη, εκτέλεση όλων των τεχνικών εργασιών που απαιτούνταν για την κατασκευή, περάτωση και συντήρηση τους.

Ειδικότερα δε η ενάγουσα ως Διευθύντρια του Κέντρου Λυμάτων ... αποφασίζει αυτοβούλως, με κριτήριο την εξειδικευμένη εμπειρία της, για ο,τιδήποτε συμβεί στο έργο αυτό και για τις πράξεις της υπόκειται στις διοικητικές και πειθαρχικές κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο για τη μη ορθή λειτουργία της εγκατάστασης.

Επίσης, έχει την ελευθερία να οργανώσει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της και δη επιβλέπει, συντονίζει και διευθύνει το σύνολο των δραστηριοτήτων του Αναδόχου σε καθημερινή βάση. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας των παραπάνω συμβάσεων τόπος παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας ήταν εκ των πραγμάτων ο τόπος όπου εκτελούταν τα διάφορα έργα που κάθε φορά αυτή αναλάμβανε.

Ο χρόνος, όμως, παροχής των υπηρεσιών αυτών καθοριζόταν αποκλειστικά από την ίδια, χωρίς να υφίσταται καταρτισμένο από την εναγομένη δεσμευτικό γι' αυτήν ωράριο εργασίας. Γι' αυτό, άλλωστε, και στα δελτία τήρησης του ωραρίου, που τηρούσε η εναγομένη, και στα οποία αναγραφόταν η ώρα προσέλευσης και η ώρα αποχώρησης του προσωπικού, υπάρχουν όλα τα ονόματα των εργαζομένων της εναγομένης πλην της ενάγουσας, η οποία ως εκ της θέσης ευθύνης της δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο και για το ζήτημα αυτό δεν υπόκειτο σε έλεγχο από οποιοδήποτε πρόσωπο.

Κατά την παροχή δε των πιο πάνω υπηρεσιών της, η ενάγουσα δεν "εργαζόταν υπό την επίβλεψη και τον έλεγχο ή την καθοδήγηση των εκπροσώπων της εναγομένης και ειδικότερα δεν ακολουθούσε δεσμευτικές γι' αυτήν οδηγίες και εντολές ως προς τον τρόπο και το\/χρόνο παροχής των υπηρεσιών της, αφού, λόγω της εμπειρίας και των τεχνικών γνώσεων της, ενεργούσε μόνη της, αυτοβούλως, χωρίς εποπτεία της εναγομένης, για τη διεκπεραίωση των έργων που της είχαν ανατεθεί.

Ακόμη, η ενάγουσα είναι εκείνο το τεχνικό στέλεχος που η αμοιβή του καθορίζεται από ελεύθερη διαπραγμάτευση στο πλαίσιο των ευθυνών που αναλαμβάνει και είναι πολλαπλάσια των αποδοχών που δικαιούνται κατά την εργατική νομοθεσία διπλωματούχοι μηχανικοί ανάλογης προϋπηρεσίας που προσφέρουν μισθωτή εργασία.

Την υπέρτερη αμοιβή της έναντι των τελευταίων συναδέλφων της δεν αρνείται η ενάγουσα διατεινόμενη και η ίδια ότι αυτή η αμοιβή είχε συμφωνηθεί. Αμειβόταν δε η ενάγουσα με έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών και παρακράτηση επί της καταβαλλόμενης αμοιβής του φόρου εισοδήματος ελεύθερων επαγγελματιών, κι όχι του φόρου των μισθωτών υπηρεσιών.

Σημειωτέον δε ότι οι αποδείξεις παροχής υπηρεσιών εκδίδονταν από την ενάγουσα προς την εκάστοτε, κάθε φορά, κοινοπραξία (εργοληπτικό σχήμα). Δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη της πλήρωνε τις ασφαλιστικές της εισφορές. Έτσι, η ενάγουσα εκτέλεσε μια σειρά έργων της εναγομένης και εισέπραττε τμηματικά την αμοιβή της.

Προβάλλει, επίσης, η ενάγουσα προς επίρρωση του γενικού της ισχυρισμού ότι ήταν μισθωτή υπάλληλος στην επιχείρηση της εναγομένης το γεγονός ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή της καταβαλλόταν τμηματικά και συγκεκριμένα ανά μήνα, το οποίο γεγονός συνομολογεί και η εναγομένη, αποδεχόμενη ότι "....ο τρόπος καταβολής της αμοιβής της (όπως άλλωστε και των άλλων μηχανικών) γινόταν τμηματικά, κατά μήνα, κατόπιν συμφωνίας με την κοινοπραξία και προβλέπονταν μεγαλύτερα ποσά τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και το καλοκαίρι (λόγω και των αυξημένων αναγκών των περιόδων αυτών).

Άλλωστε και η ΕΥΔΑΠ κατέβαλε μηνιαίως στην κοινοπραξία την συμφωνηθείσα αμοιβή για την εκτέλεση του έργου". Από μόνο του, όμως, το γεγονός αυτό, χωρίς να ενισχύεται και από άλλα στοιχεία δεν μπορεί να οδηγήσει στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης περί σχέσεως εξαρτημένης εργασίας. Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι η εργασιακή σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αλλά αυτή των ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού η ενάγουσα δεν τελούσε, υπό καθεστώς νομικής και προσωπικής εξάρτησης από τα πρόσωπα που αντιπροσώπευαν την εναγομένη.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι, πέραν των συμφωνηθέντων με τις έγγραφες συμβάσεις που προαναφέρονται, είχε οποτεδήποτε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να αμείβεται η ενάγουσα για τις υπηρεσίες που παρείχε με τακτικό μισθό, ούτε ότι ελάμβανε μηνιαίως τέτοιο μισθό. Σημειώνεται δε ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που η σύμβασή της ήταν ενεργή ως σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η ενάγουσα ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, ούτε εξέφρασε κάποια επιφύλαξη, ούτε διατύπωσε κάποια παρατήρηση ή αντίρρηση ως προς τους όρους της σύμβασής της.

Συνεπώς, είναι αβάσιμες οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, που έχουν ως βάση τους την επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική βάση τους. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, διατυπώνοντας σαφές αποδεικτικό πόρισμα, και ουδόλως παραβίασε, εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον ρητά δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσέφερε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τις αναγόμενες στην ειδικότητά της υπηρεσίες της και ότι δεν συνέτρεχαν τα αποφασιστικά, ως άνω κριτήρια υποβολής της σε νομική εξάρτηση απ' αυτήν και χαρακτηρισμού της μεταξύ τους σχέσης ως εξαρτημένης εργασίας, ειδικότερα δε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι παρείχε την εργασία της με βάση δεσμευτικές γι' αυτή εντολές και οδηγίες της εναγομένης ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής αυτής, ούτε ότι η εναγομένη ασκούσε, διά των εκπροσώπων της, εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσής της προς αυτές, αλλά αντίθετα (αποδείχθηκε) ότι απασχολείτο χωρίς να υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από την εναγομένη, ενεργώντας, λόγω της εμπειρίας της, αυτοβούλως και αυτοδικαίως, χωρίς να υπόκεινται στις οδηγίες των εκπροσώπων της εναγομένης, έχοντας την ελευθερία να οργανώσει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της.

Δει/συνιστά δε ανεπάρκεια αιτιολογιών, η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι "η ενάγουσα ως Διευθύντρια του Κέντρου Λυμάτων ... αποφασίζει αυτοβούλως, με κριτήριο την εξειδικευμένη εμπειρία της, για ο,τιδήποτε συμβεί στο έργο αυτό και για τις πράξεις της υπόκειται στις διοικητικές και πειθαρχικές κυρώσεις που προβλέπονται από το\/νόμο για τη μη ορθή λειτουργία της εγκατάστασης", χωρίς να εξειδικεύεται ο νόμος, στον οποίο προβλέπονται οι διοικητικές και πειθαρχικές κυρώσεις για τη μη ορθή λειτουργία της εγκατάστασης, και το ποιος ήταν αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας σε βάρος της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Επίσης, με την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι "ο χρόνος παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας καθοριζόταν αποκλειστικά από την ίδια, χωρίς να υφίσταται καταρτισμένο από την εναγομένη δεσμευτικό γι' αυτήν ωράριο εργασίας", χωρίς να αναφέρεται ειδικότερα, από πού προέκυψε το συμπέρασμα περί αυτοδύναμης από την αναιρεσείουσα οργάνωσης του χρόνου εργασίας της, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών σχετικά με τα στοιχεία του χρόνου της παροχής της εργασίας της ενάγουσας, αφού, όπως εκτέθηκε παραπάνω, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Επιπλέον, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση περί της ύπαρξης στα δελτία τήρησης του ωραρίου που τηρούσε η εναγομένη και στα οποία αναγραφόταν η ώρα προσέλευσης και η ώρα αποχώρησης του προσωπικού, όλων των ονομάτων των εργαζομένων της εναγομένης πλην της ενάγουσας, η οποία ως εκ της θέσης ευθύνης της δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο και για το ζήτημα αυτό δεν υπόκειτο σε έλεγχο από οποιοδήποτε πρόσωπο", αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου για την στήριξη του ως άνω πορίσματος του, και όχι αιτιολογία (παραδοχή), ώστε στα πλαίσια της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 76/2013).

Περαιτέρω δεν ενέχουν αντίφαση οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι κατά το χρονικό διάστημα, από 16-3-1994 έως και τις 30-6-2012, η ενάγουσα απασχολείτο ως ανεξάρτητη επαγγελματίας στις αναφερόμενες σ' αυτή (απόφαση) Κοινοπραξίες, δυνάμει αντίστοιχων συμβάσεων παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, με το ότι παράλληλα η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα και αυτή απασχολήθηκε σε διάφορα τεχνικά έργα, την εκτέλεση των οποίων είχε αναλάβει η εναγομένη σε σύμπραξη με άλλους κατασκευαστές, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, εφόσον κατά τη προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη εξάρτησης αυτής αναγόταν στον τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών της σε συνδυασμό με τη δυνατότητα απασχόλησης αυτής και σε άλλες Κοινοπραξίες ως ελεύθερη επαγγελματίας.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το τελευταίο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σε αυτόν επί μέρους παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με το ύψος των αποδοχών της αναιρεσείουσας, την έκδοση αποδείξεων παροχής υπηρεσιών και την φορολογική και κοινωνικοασφαλιστική αντιμετώπιση της επίδικης συμβάσεως εργασίας, που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, ως κατ' ουσίαν εσφαλμένη, είναι απαράδεκτος, διότι η, επ' αυτών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός εκάστου, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 253/2018, 319/2017).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, 188/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δε συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα αναγραφόμενα στον λόγο αυτό οκτώ (8) συνολικά αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει σχετικά με την καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας και τον χαρακτηρισμό της αμοιβής της ως μισθού και ειδικότερα:

α) το αντίγραφο της κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού μισθοδοσίας του για το χρονικό διάστημα από 24-10-2008 έως 08-04-2009, από το οποίο προκύπτει η σταθερή και σε μηνιαία βάση καταβολή της μισθοδοσίας μου από την εναγομένη, ύψους 4.801,50 ευρώ καθώς η καταβολή εκ μέρους της εναγομένης Δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2008 και επιδόματος αδείας για το έτος 2009, β) το αντίγραφο της κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού μισθοδοσίας του για το χρονικό διάστημα από 19-12-2008 έως 10-06-2009, από το οποίο προκύπτει η σταθερή και σε μηνιαία βάση καταβολή της μισθοδοσίας του από την εναγομένη, ύψους 4.801,50 ευρώ, καθώς και η καταβολή εκ μέρους της εναγομένης Δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2008 και επιδόματος αδείας για το έτος 2009, γ) το αντίγραφο του από 17-12-2013 μηχανογραφημένου εντύπου της εναγομένης "Προσωρινό αναλυτικό Καθολικό (από 01-01-2012 έως 31-12-2012)" και "Προσωρινό αναλυτικό Καθολικό (από 01-01-2013 έως 31-12-2013)",στο οποίο εμφαίνεται η πληρωμή του κατά την χρονική περίοδο αυτή, η κάλυψη του ασφαλιστικού φορέα μηχανικών για αυτή από την εναγομένη και η καταβολή ποσών από την αντίδικο "έναντι μισθοδοσίας", δ) το αντίγραφο της κίνησης του λογαριασμού μισθοδοσίας του για το χρονικό διάστημα από 04-3-2009 έως 03-12-2011, όπου εμφαίνεται η σε μηνιαία βάση καταβολή του μισθού του με αιτιολογία "ΜΙΣΘΟΣ"), καθώς και η καταβολή δώρων εορτών και επιδόματος αδείας (με αιτιολογία "ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ", "ΔΩΡΟ ΠΑΣΧΑ"), ε) την καρτέλα της εναγομένης με τις καταβολές της μισθοδοσίας του που τηρούσε η εναγομένη για το έτος 2010, στ) την καρτέλα της εναγομένης με τις καταβολές της μισθοδοσίας του, που τηρούσε η εναγομένη για το χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 24-08-2011, ζ) την καρτέλα της εναγομένης με τις καταβολές της μισθοδοσίας του, που τηρούσε η εναγομένη για-το έτος 2012 και η) την καρτέλα της εναγομένης με το προσωρινό ισοζύγιο του για τα έτη 2005, 2006, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014, από τις οποίες προκύπτει η καταβολή της μισθοδοσίας του με το σύστημα των "έναντι" καταβολών, ενώ προκύπτει ότι του κατέβαλε και τη συνδρομή του στο TEE, καθώς και τις ασφαλιστικές του εισφορές προς το ΤΣΜΕΔΕ, έγγραφα από το επιμέρους περιεχόμενο των οποίων, όπως αυτό διαλαμβάνεται στον ανωτέρω λόγο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετική υπέρ των απόψεών της κρίση, εάν τα είχε λάβει υπόψη του.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος διαλαμβάνεται το μεν η αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αναγραφόμενες στον λόγο αυτό ένορκες βεβαιώσεις, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι με την εναγομένη τη συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και συγκεκριμένα:

α) την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Ξ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, β) την υπ' ... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Ε. Β. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, γ) την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Γ. Δ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, παρά την, περί του αντιθέτου (βεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως συνάγεται από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των υπέρ των απόψεων της αναιρεσείουσας ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων, βάσει του περιεχομένου των οποίων η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να καταλήξει σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα.

Τέλος με τον ίδιο λόγο κατά το τρίτο του σκέλος προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δε συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα αναγραφόμενα στον λόγο αυτό αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει και από τα οποία αποδεικνύεται το γεγονός ότι η εναγομένη κάλυπτε και τις ασφαλιστικές της εισφορές και ειδικότερα :

α) προσωρινό αναλυτικό καθολικό από 01-01-2012 έως 31-12-2012), β) κίνηση τραπεζικού λογαριασμού από 01-01-2012 έως 31-12-2012), γ) προσωρινό αναλυτικό καθολικό από 01-01-2013 έως 31-12-2013, δ) προσωρινό αναλυτικό καθολικό από 01-01-2014 έως 31-12-2014), από τα οποία προκύπτει με ότι η αναιρεσίβλητη, κάλυπτε τις ασφαλιστικές της εισφορές προς το ασφαλιστικό ταμείο, στο οποίο εμφανιζόταν ως ασφαλισμένη (ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ, ήδη ΕΦΚΑ), έγγραφα, από τα οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετική υπέρ των απόψεών της ουσιαστική κρίση, εάν τα είχε λάβει υπόψη του.

Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στη προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων γίνεται μνεία του αριθμού αυτών, του ονοματεπώνυμου του μάρτυρα και της αρχής στην οποία δόθηκαν, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, ως και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η σύμβαση που συνέδεε την αναιρεσείουσα με την αναιρεσίβλητη δεν ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας, αλλά της συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών και συνακόλουθα να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Επομένως ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι η εκτίμηση από το Εφετείο των ανωτέρω εγγράφων και ενόρκων βεβαιώσεων, οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, απ' αυτό που εδέχθη το εν λόγω δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται κατά τα προεκτεθέντα, σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, όσον αφορά τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση της εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειας, προβάλλεται η αιτίαση ότι "το Εφετείο όφειλε να μην λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς και ενστάσεις που περιέχονταν στις προτάσεις και προσθήκη- αντίκρουση της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτοί είχαν μεν προταθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, πλην όμως δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα σ' αυτό", αυτός είναι απαράδεκτος, για τον λόγο ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιοι είναι οι ισχυρισμοί αυτοί που φέρονται να λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να κριθεί εάν αυτοί αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Επίσης πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4663/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ