Legislator Case Law & Legislation
730/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, upholding employer's valid notice and rejecting employee's claims of malicious intent.

Case Number 730/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the employee's claim for contract termination. The court found the employer's notice of termination was valid and not motivated by personal animosity, contrary to the employee's allegations. The court rejected the employee's reliance on a different case involving similar facts, noting it did not bind the current proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged malicious intent in contract termination is inadmissible if the lower court's finding of valid notice is supported by clear evidence and distinct from unrelated precedent cases.

Keywords

AI generated
labor contract termination malicious intent defense contractual notice validity labor dispute appeal personal animosity claim precedent binding effect costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Single Member Court of Athens, Judgment No. 3221/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 730 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 730/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Π. Σ. του Α. - Π., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καραζάνο, ο oποίος ανακάλεσε την από 13/12/2021 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2863/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/7/2017 αίτησής της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11 Ιουλίου 2017 και με αριθμό κατάθεσης 5088/465/13.7.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 66/10.1.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε την από 15.4.2015 (με αριθμό κατάθεσης 2994/2015) έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και την από 10.6.2015 (με αριθμό κατάθεσης 3580/2015) έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε τυπικά και τις δύο εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσία από 10.6.2015 έφεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 15.4.2015 έφεση και εξαφάνισε τη με αριθμό 2863/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει δίκασει αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 8.12.2006 και με αριθμό κατάθεσης 215006/5927/13.12.2006 αγωγή και είχε δεχθεί κατά ένα μέρος αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, είχε αναγνώρισει την ακυρότητα, ως καταχρηστικής, της από 15.9.2006 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας - αναιρεσείουσας από το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ και είχε επιδικάσει στην πρώτη τα αναγραφόμενα εκεί ποσά για αποδοχές υπερημερίας και επιπλέον το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, με το νόμιμο τόκο.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, καθό μέρος είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 13.7.2017 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου επίδοση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 66/2017 απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 10.1.2017 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η προφανής δε υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού.

Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απόλυσης του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απόλυσης, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 1714/2017, ΑΠ 460/2013, 1694/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1714/2017).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 355/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με την επίκληση των από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ αναιρετικών πλημμελειών, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι σύμφωνα με τις παραδοχές αυτής, που παραθέτει: α) ενώ δέχεται ως πραγματικό περιστατικό ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έγινε την 5.9.2006, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της προσφυγής της στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας την 28.7.2006, γεγονός δηλωτικό ότι η ένδικη καταγγελία από το αναιρεσίβλητο υπήρξε αποτέλεσμα της ως άνω προσφυγής της, εντούτοις δεν υπάγει το πραγματικό αυτό περιστατικό στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, θεωρώντας εσφαλμένα ότι η απόφαση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας λήφθηκε σε χρόνο προγενέστερο της ως άνω προσφυγής της και β) ενώ δέχεται τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στερείται νόμιμης βάσης ως έχουσα ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό τους και την υπαγωγή τους στις διατάξεις των άρθρων 281, 167 (εννοεί 174) και 180 του ΑΚ και ότι ειδικότερα είναι προδήλως ελλιπής και αντιφατική η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η προσφυγή της αναιρεσείουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας την 28.7.2006 δεν συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την απόφαση του αναιρεσίβλητου να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της και να μην επιλέξει την απασχόλησή της σε άλλη οργανική του θέση.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τον ως άνω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: "Με το άρθρο 12 του Ν. 2273/1994 καταργήθηκε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνική Λυρική Σκηνή" και με το άρθρο 10 του ίδιου νόμου ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την ίδια επωνυμία, στο οποίο περιήλθαν, ως καθολικό διάδοχο, όλα τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και η κινητή και ακίνητη περιουσία του καταργηθέντος ΝΠΔΔ.

Το εναγόμενο (και ήδη αναιρεσίβλητο) νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που ιδρύθηκε με τον προαναφερόμενο νόμο, εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού, δεν υπάγεται στις διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο και ειδικότερα, από τις διατάξεις του Ν. 2273/94.

Σκοπός του είναι η ανάπτυξη, προαγωγή, προβολή και διάδοση της μελοδραματικής τέχνης και της τέχνης του χορού και όργανά του είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο καλλιτεχνικός διευθυντής, ο οποίος διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και πρέπει να είναι πρόσωπο αναγνωρισμένου κύρους, το οποίο έχει την ιδιότητα του αρχιμουσικού ή του σκηνοθέτη που έχει διακριθεί στη σκηνοθεσία μελοδραματικών έργων ή τραγουδιστή όπερας που έχει διακριθεί στο διεθνή χώρο ή συνθέτη που έχει διακριθεί στη σύνθεση των μελοδραματικών έργων.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής έχει, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 13 του ως άνω νόμου, αρμοδιότητα να καταρτίζει τον καλλιτεχνικό προγραμματισμό κάθε περιόδου και τον προϋπολογισμό κάθε έργου, παράστασης ή εκδήλωσης, είναι, επίσης, υπεύθυνος για την όλη προετοιμασία, οργάνωση και εκτέλεση κάθε καλλιτεχνικής παραγωγής, επιβλέπει και δίνει κατευθύνσεις και εντολές για τη σωστή και έγκαιρη σκηνική, σκηνογραφική, μουσική, ενδυματολογική και κάθε άλλη αναγκαία προετοιμασία, δοκιμή και παράσταση κάθε παραγωγής, προσλαμβάνει με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή καταρτίζει συμβάσεις έργου με το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό, προσλαμβάνει συνεργάτες, μετακαλεί συγκροτήματα ή καλλιτέχνες, υπογράφει τις συμβάσεις πρόσληψης και μετάκλησης αυτών και ορίζει τους καλλιτεχνικούς και μη όρους απασχόλησης και τις αμοιβές τους στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, αποφασίζει για τις παραστάσεις, τις εμφανίσεις σε φεστιβάλ ή άλλες εκδηλώσεις και περιοδείες και αποφασίζει για τις διανομές των ρόλων μεταξύ των καλλιτεχνικών συντελεστών, προτείνει στο διοικητικό συμβούλιο το σχέδιο εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του εναγομένου, προΐσταται των διοικητικών υπηρεσιών του, εποπτεύει και συντονίζει τη λειτουργία τους, εισηγείται προς το διοικητικό συμβούλιο οποιοδήποτε θέμα έχει σχέση με το διοικητικό προσωπικό και μετέχει στις συνεδριάσεις του (Δ.Σ.) χωρίς ψήφο.

Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) έχει σπουδάσει κλασικό χορό στο Ελληνικό Ωδείο και την 1-8-1959 συνήψε για πρώτη φορά σύμβαση εργασίας με το τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνική Λυρική Σκηνή", ενταχθείσα στο μπαλέτο αυτού. Η σύμβαση αυτή ήταν ετήσιας διάρκειας και μετά τη λήξη της η ενάγουσα κατήρτιζε με το εναγόμενο (υπό την προηγούμενη νομική μορφή του) συνεχώς και αδιαλείπτως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, εργαζόμενη ως πρώτη χορεύτρια στο μπαλέτο (εννοείται κάθε) έτος, (εννοείται μέχρι) τις 31-11-1980, οπότε συνταξιοδοτήθηκε.

Από τον Οκτώβριο του 1984 κατέχει "Teaching Diploma" και από το Δεκέμβριο του 1998 "Advanced - Teaching Diploma" της ROYAL ACADEMY OF DANCING και μετά τη συνταξιοδότησή της λειτουργεί Ανώτερη Επαγγελματική Ιδιωτική Σχολή Χορού επί της οδού ..., στην …, σύμφωνα με το Ν. 1158/81 και το ΠΔ/μα 372/83. Την 1-9-1999, επί θητείας καλλιτεχνικού διευθυντή Λ. Κ., η ενάγουσα προσελήφθη από το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας τριών ετών (έως την 31-8-2002) ως διευθύντρια μπαλέτου.

Με τη λήξη της, η σύμβασή της ανανεώθηκε για δύο ακόμη έτη (έως την 31-8-2004) και την 1-9-2004 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας τριών ετών (έως την 31-8-2007), με την αυτή εργασιακή ιδιότητα της διευθύντριας μπαλέτου και με μηνιαίες αποδοχές που καθορίσθηκαν στο ποσόν των 2.108,14 Ευρώ.

Τα καθήκοντά της αναφέρονταν στο συνημμένο στην τελευταία σύμβαση εργασίας της παράρτημα, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα ήταν επικεφαλής της βοηθού διευθύντριας μπαλέτου, της δασκάλας χορού, της μουσικής εκγυμνάστριας μπαλέτου, των πρώτων χορευτών, των κορυφαίων, των σολίστ του μπαλέτου, του "Corps de Ballet" και του επιμελητή μπαλέτου, ήταν υπεύθυνη για την ομαλή λειτουργία και την καλή απόδοση του μπαλέτου και εισηγείτο στον καλλιτεχνικό διευθυντή το ρεπερτόριο των "Βραδιών Μπαλέτου", τις διανομές, τις μετακλήσεις χορογράφων, σολίστ χορευτών και άλλα θέματα καλλιτεχνικής λειτουργίας του μπαλέτου, εφόσον της ζητείτο.

Επίσης, χορογραφούσε, εφόσον της ζητείτο από τον καλλιτεχνικό διευθυντή, έργα μπαλέτου ή τη συμμετοχή του μπαλέτου σε λυρικά έργα. Μ' αυτήν την ιδιότητα εργάσθηκε η ενάγουσα στο εναγόμενο από την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής της (1-9-1999), αρχικά υπό τον καλλιτεχνικό διευθυντή Λ. Κ. και από την 1-1-2006 έως την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της την 15-9-2006, υπό τον καλλιτεχνικό διευθυντή Σ.

Λ. που αντικατέστησε τον παραιτηθέντα στα τέλη του 2005 Λ. Κ.. Ο διορισθείς την 1-1-2006 από τον Υπουργό Πολιτισμού νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του εναγομένου, Σ. Λ., (αποβιώσας πλέον) ήταν διακεκριμένος διεθνώς σκηνογράφος και σκηνοθέτης του λυρικού θεάτρου και [...] άξιος και μεγάλος καλλιτέχνης. Ο τελευταίος, αμέσως μετά την ανάληψή των καθηκόντων του δήλωσε την πρόθεση και απόφασή του να προβεί σε ουσιαστικές αλλαγές στο εναγόμενο ΝΠΙΔ, με σκοπό την αναβάθμιση της ποιότητας του καλλιτεχνικού του έργου και τη διεθνή αναγνώρισή του.

Ειδικότερα, σχετικά με το χορό που ενδιαφέρει εν προκειμένω, επέλεξε ως ρεπερτόριο, κατάλληλο κατά την κρίση του για την επίτευξη των στόχων που έθεσε για την αναβάθμιση του μπαλέτου και την είσοδό του στο διεθνές στερέωμα και σύμφωνα με τη σχετική, εκ του νόμου αρμοδιότητά του, τον μοντέρνο και το νεοκλασικό χορό.

Παράλληλα με την παρουσίαση των έργων που είχαν ήδη προγραμματισθεί πριν την ανάληψη των καθηκόντων του και αφορούσαν την καλλιτεχνική περίοδο ... που έληγε τον Ιούλιο του 2006, ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του εναγομένου ενημερώθηκε για την κατάσταση που επικρατούσε στο μπαλέτο από καλλιτεχνικής και διοικητικής πλευράς, γνώρισε τα στελέχη του, συζήτησε και αντάλλαξε απόψεις με αυτά και ιδιαίτερα με την ενάγουσα, που ήταν η διευθύντρια του μπαλέτου, από την οποία ζήτησε τις προτάσεις της για νεοκλασικά και μοντέρνα έργα που θα προγραμματίζονταν για τη επόμενη καλλιτεχνική περίοδο ..., τις οποίες και παρέδωσε αυτή.

Την ίδια χρονική περίοδο και συγκεκριμένα την 24-2-2006, η ενάγουσα άσκησε κατά του εναγόμενου την από 15-2-2006 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται μ' αυτό με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την 1-9-1999. Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 6-11-2006, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 173/18-1-2007 απόφασή του, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η οποία (απόφαση), όπως συνομολογείται, έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη.

Στο πλαίσιο επίτευξης των στόχων που έθεσε ο Σ. Λ., κάλεσε στην Ελλάδα τον Ιούνιο του … και ακολούθως προσέλαβε ως καλλιτεχνική συνεργάτιδα, στα τέλη Ιουλίου …, τη διάσημη Καναδή χορεύτρια Λ. Σ., η οποία διέθετε διεθνή εμπειρία ως δασκάλα χορού και διευθύντρια μεγάλων μπαλέτων του εξωτερικού, όπως του μπαλέτου του Μονάχου.

Με τη βοήθεια της τελευταίας σχεδιάστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του το χορευτικό ρεπερτόριο της καλλιτεχνικής περιόδου … με μοντέρνα έργα και ήλθαν στην Ελλάδα και συνεργάσθηκαν με το μπαλέτο του εναγομένου φημισμένοι καλλιτέχνες, όπως ο δάσκαλος χορού Ι. Μ., ο δάσκαλος μπαλέτου Τ. Φ., οι δασκάλες μπαλέτου Έ.

Χ., Κ. Κ. Τ. και Φ. Κ., ενώ τη διεύθυνση της ορχήστρας του μπαλέτου ανέλαβε ο Ά. Μ., διευθυντής Ορχήστρας του μπαλέτου της Σκωτίας έως το….. Τον Ιούλιο του 2006 ο παραπάνω καλλιτεχνικός διευθυντής του εναγόμενου, έχοντας πλέον ενημερωθεί για την κατάσταση του μπαλέτου του εναγομένου και έχοντας σχηματίσει άποψη για τις δυνατότητες των στελεχών του να υπηρετήσουν τους στόχους αναβάθμισής του που ο ίδιος είχε θέσει, ανακοίνωσε στην ενάγουσα την πρόθεσή του να καταγγείλει τη σύμβασή της και να τοποθετήσει στη θέση της διευθύντριας του μπαλέτου του εναγομένου τη Λ.

Σ.. Στην απόφασή του αυτή οδηγήθηκε ο ανωτέρω καλλιτεχνικός διευθυντής του εναγομένου διότι έκρινε πως η ενάγουσα δεν μπορούσε να υπηρετήσει με επιτυχία τους προαναφερθέντες στόχους, αφενός μεν λόγω της έλλειψης διεθνούς εμπειρίας της στη διεύθυνση μπαλέτων και καλλιτεχνικής εμπειρίας της στο μοντέρνο και νεοκλασικό χορό, αφετέρου διότι διαπίστωσε πως στις σχέσεις της με τους χορευτές δημιουργούνταν συχνά προβλήματα, εξαιτίας των οποίων είχε γίνει δέκτης παραπόνων τόσο ο προκάτοχός του όσο και ο ίδιος.

Ειδικότερα, με την από 6-3-2006 επιστολή του προς αυτόν (καλλιτεχνικό διευθυντή), ο Σύλλογος χορευτών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής διαμαρτυρήθηκε για τον τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα ασκούσε τον έλεγχο για τις απουσίες των χορευτών από τα μαθήματα, θεωρώντας τον εξευτελιστικό για καλλιτέχνες και ανέφερε ότι εξαιτίας του εκνευρισμού που δημιουργήθηκε στα μαθήματα ανδρών και γυναικών στις 4-3-2006, από τον τρόπο συνεχούς παρακολούθησης των χορευτών από τη βοηθό διευθύντρια του μπαλέτου, οι χορευτές διαμαρτυρήθηκαν, η ενάγουσα άρχισε να φωνάζει και αποτέλεσμα της έντασης που προκλήθηκε ήταν να διακοπούν και τα δύο μαθήματα.

Σε άλλη επιστολή του προς τον καλλιτεχνικό διευθυντή, με ημερομηνία 27-3-2006, ο ίδιος Σύλλογος διαμαρτυρήθηκε για τις διανομές από την ενάγουσα των ρόλων του έργου ..., αναφέροντας ότι οι εντάσεις και το άγχος που δημιουργούνται στο μπαλέτο δυσχεραίνουν την ομαλή λειτουργία του. Ανάλογες διαμαρτυρίες είχαν υπάρξει και τα προηγούμενα χρόνια στον προηγούμενο καλλιτεχνικό διευθυντή του εναγομένου, Λ.

Κ.. Έτσι, ο Σύλλογος των χορευτών του εναγομένου, με την από 13-2-2004 επιστολή του διαμαρτυρόταν για την άνιση μεταχείριση εκ μέρους της διεύθυνσης μπαλέτου, που δημιουργούσε διχαστικά φαινόμενα μεταξύ των εργαζομένων και δυσάρεστες συνθήκες εργασίας. Επίσης, η σολίστ του εναγομένου Χ. Δ., με την από 31-3-2000 αναφορά της προς τον τότε καλλιτεχνικό διευθυντή εξέθετε περιστατικά προσβλητικής προς το πρόσωπό της συμπεριφοράς της ενάγουσας, υπαινισσόμενη προνομιακή μεταχείριση των χορευτών που προέρχονταν από τη σχολή χορού της τελευταίας.

Σε συνεχείς διενέξεις με την ενάγουσα που δημιουργούν κλίμα δυσαρμονίας, το οποίο εμποδίζει τους χορευτές να αφοσιωθούν στη δουλειά τους, αναφέρεται και η από 5-6-2001 επιστολή του χορευτή Σ. Π. προς τον Λ. Κ.. Στην από 13-7-2000 επιστολή του προς τη Γενική Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, ο χορευτής Τ. Κ., μεταξύ άλλων, αναφέρεται σε έλλειψη προσόντων της ενάγουσας για τη θέση της διευθύντριας του μπαλέτου του εναγομένου και κατήγγειλε την πρόσληψη ως χορευτριών άπειρων και υπέρβαρων μαθητριών από την ιδιωτική της σχολή.

Τέλος, η χορογράφος Β. Κ., με το από 23-11-99 έγγραφό της προς το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου, υπέβαλε την παραίτησή της από τη θέση της βοηθού χορογράφου στο έργο "...", αναφερόμενη σε προκλητική συμπεριφορά της ενάγουσας και σε δυσάρεστο κλίμα που δημιούργησε και συντηρούσε αυτή. Τα παραπάνω γεγονότα, ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη των καταγγελλομένων για την ενάγουσα, κλόνισαν την εμπιστοσύνη του καλλιτεχνικού διευθυντή στην ικανότητα της ενάγουσας να διοικήσει ορθά και αποτελεσματικά το μπαλέτο.

Μετά την ανακοίνωση του καλλιτεχνικού διευθυντή προς την ενάγουσα της απόφασής του να τοποθετήσει ως διευθύντρια του μπαλέτου τη Λ. Σ., η ενάγουσα προσέφυγε, στις 28-7-2006, στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Ανατολικού Τομέα Αθηνών, καταγγέλλοντας μονομερή παραβίαση των όρων εργασίας της με την τοποθέτηση άλλης υπαλλήλου ως διευθύντριας μπαλέτου, ορίσθηκε δε ημερομηνία για τη συζήτηση της σχετικής διαφοράς η 19-9-2006.

Εν τω μεταξύ, στη συνεδρίασή του της 21-7-2006; το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου είχε αποφασίσει ομόφωνα να δεχθεί την πρόταση του καλλιτεχνικού διευθυντή για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και της βοηθού αυτής Κ. Φ., αφήνοντας τον καλλιτεχνικό διευθυντή να αποφασίσει σχετικά με το χρόνο καταγγελίας των συμβάσεων των παραπάνω.

Έτσι, με το από 1-9-2006 έγγραφό του, που επιδόθηκε στην ενάγουσα την 5-9-2006, το εναγόμενο, εκπροσωπούμενο από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Σ. Λ., κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, ορίζοντας ως ημερομηνία λύσης της την 15-9-2006 και της κατέβαλε την αποζημίωση που ορίζεται στο νόμο για την καταγγελία των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ποσού 14.757,00 Ευρώ.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της και τιμώρησής της από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του εναγομένου Σ. Λ., αφού ούτε η παρουσία της είχε γίνει για κάποιο λόγο ενοχλητική σ' αυτόν, ούτε το πρόγραμμα της νέας καλλιτεχνικής περιόδου ...

που ανακοινώθηκε στον τύπο από τη νέα διευθύντρια μπαλέτου καταρτίσθηκε βάσει των δικών της προτάσεων, ούτε αυταρχικός άνθρωπος ήταν ο Σ. Λ., αλλά αντίθετα, είχε όραμα ποιοτικής αναβάθμισης του μπαλέτου και γενικότερα της Λυρικής Σκηνής και συζητούσε με όλους [...]. Πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω, αν και η ενάγουσα δεν κάνει σχετική αναφορά στην αγωγή της αλλά μόνο στις προτάσεις της, ότι η άσκηση της από 24-2-2006 αγωγής της για την αναγνώριση του χαρακτήρα της εργασιακής της σύμβασης ως αορίστου χρόνου δεν αποδείχθηκε ότι προκάλεσε ενόχληση στον καλλιτεχνικό διευθυντή [...].

Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του εναγομένου προέβη σε απομάκρυνση εργαζομένων στη Λυρική Σκηνή και δη των αναφερομένων στην αγωγή προσώπων (Κ. Φ., Α. Χ., Α. Ρ. και Δ. Γ.) επειδή τους θεωρούσε εχθρικούς προς τον ίδιο. Τα επικαλούμενα από την ενάγουσα περί εκδικητικότητας του καλλιτεχνικού διευθυντή επειδή αρνήθηκε αυτή να παραιτηθεί από τη θέση της διευθύντριας μπαλέτου προκειμένου να αναλάβει τα σχετικά καθήκοντα η Λ.

Σ., καθώς και επειδή προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας αποδεικνύονται αβάσιμα. Η απόφαση του Σ. Λ. για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας και την αντικατάστασή της από τη Λ. Σ. είχε ήδη ληφθεί στα τέλη Ιουλίου 2006, που της ανακοίνωσε την πρόθεσή του αυτή και είχε, επίσης, ήδη ληφθεί από την 21-7-2006 η σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου.

Επομένως, η προσφυγή της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας την 28-7-2006, η οποία έγινε ακριβώς επειδή είχαν γνωστοποιηθεί σ' αυτήν από τον ίδιο το Σ. Λ. τα παραπάνω, δεν συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την απόφαση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Η απόφαση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ελήφθη από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του εναγομένου σε χρόνο προγενέστερο της προσφυγής της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας, κατέληξε δε τούτος σ' αυτήν διότι διαμόρφωσε την άποψη ότι η ενάγουσα δεν διέθετε τις καλλιτεχνικές και διοικητικές ικανότητες που απαιτούνταν για να διευθύνει το μπαλέτο του εναγομένου στη νέα πορεία του, που ο ίδιος χάραξε στο πλαίσιο των νομίμων αρμοδιοτήτων του.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας υφίστατο στο εναγόμενο κάποια κενή θέση στην οποία θα μπορούσε να απασχοληθεί αυτή βάσει των προσόντων και ικανοτήτων της. Μάλιστα, ούτε η ίδια αναφέρει συγκεκριμένη τέτοια θέση. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν υπερβαίνει τα ακραία αξιολογικά όρια που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου η από 15-9-2006 καταγγελία της σύμβασης αυτής, στην οποία προέβη το εναγόμενο, είναι έγκυρη.

Συνακόλουθα, με την καταγγελία αυτή δεν συντελέσθηκε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονείται το εναγόμενο, με την κρινόμενη από 15-4-2015 έφεσή του, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Η από 10-6-2015 έφεση της ενάγουσας, με την οποία παραπονείται, αφενός μεν για την κρίση της εκκαλουμένης απόφασης ότι δεν αποδείχθηκαν τα λοιπά περιστατικά καταχρηστικότητας της καταγγελίας που επικαλέσθηκε με την αγωγή της (πλην της πρόθεσης εκδίκησης του εναγομένου λόγω της προσφυγής της στην Επιθεώρηση Εργασίας), αφετέρου δε για το ύψος της επιδικασθείσας σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, είναι, για όσους λόγους αναπτύχθηκαν ανωτέρω, αβάσιμη κατ' ουσίαν [...].

Ακολούθως πρέπει, κατά παραδοχή της από 15-4-2015 έφεσης του εναγομένου, να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 2863/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο τούτο, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η εξαφάνιση, ήτοι κατά το μέρος που δέχθηκε την από 8-12-2006 αγωγή [...] και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή κατά το ως άνω μέρος της.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955 και 281 ΑΚ και δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου και μάλιστα με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Συγκεκριμένα ορθά υπήγαγε τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου και κατέληξε σε ορθό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού του. Επιπλέον, διέλαβε στην απόφασή του ως προς τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα (της μη καταχρηστικότητας της απόλυσης της αναιρεσείουσας και της μη εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας), πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 669, 174, 180 και 281 ΑΚ.

Τούτο, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, η από 5.9.2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας από το αναιρεσίβλητο δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ, αφού δεν οφείλεται σε λόγους εκδίκησης (δεν υπήρξε δηλαδή προϊόν και αποτέλεσμα της από 28.7.2006 προσφυγής της αναιρεσείουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως η ίδια ισχυρίζεται), αλλά αποφασίσθηκε ήδη στην από 21.7.2006 συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, όταν ο καλλιτεχνικός του διευθυντής πρότεινε την επίδικη καταγγελία, έχοντας διαμορφώσει την άποψη ότι η αναιρεσείουσα δεν διέθετε τις καλλιτεχνικές και διοικητικές ικανότητες που απαιτούνταν για να διευθύνει το μπαλέτο του αναιρεσίβλητου στη νέα πορεία του, την οποία ο καλλιτεχνικός του διευθυντής είχε χαράξει στο πλαίσιο των νομίμων αρμοδιοτήτων του παρέχοντας απλώς την ευχέρεια στον καλλιτεχνικό διευθυντή να επιλέξει σχετικά με το χρόνο καταγγελίας της ως άνω σύμβασης.

Επιπλέον, υπό τις ίδιες παραδοχές, δεν προτάθηκε, αντί της καταγγελίας, το ηπιότερο μέτρο της τοποθέτησης της αναιρεσείουσας σε άλλη θέση, καθόσον κατά τον ένδικο χρόνο δεν υφίστατο στο αναιρεσίβλητο κενή οργανική θέση, στην οποία αυτή μπορούσε να απασχοληθεί με βάση τα προσόντα και τις ικανότητές της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα ως άνω αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, - με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, - εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2020, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 416/1993).

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί, όμως, να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 355/2020, ΑΠ 220/2016).

Επομένως η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από τη δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 482/2010, ΑΠ 516/2009, ΑΠ 838/2005).

Περαιτέρω, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή του αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως είναι οι προπαρετεθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 355/2020).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 355/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (και τελευταίο) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της μη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, παρόλο που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέγνωσε (εμμέσως) την ύπαρξη κενού στη δήλωση βούλησης του αναιρεσίβλητου ως προς το λόγο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, όπως ο λόγος αυτός διατυπώθηκε στο κείμενο της επιδοθείσας σε αυτήν καταγγελίας και είναι κατά λέξη ο εξής: "Μετά από σχετική απόφαση της Ε.Λ.Σ. (εννοείται του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ), για την αναβάθμιση του μπαλέτου της και σε συνέχεια των σχετικών προφορικών μας συζητήσεων, σας δηλώνουμε ότι την 15.9.2006 λύεται, καταγγελλομένη δια της παρούσας, η από 1-9-1999 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που έχετε συνάψει με την Ε.Λ.Σ., ως διευθύντρια μπαλέτου της Ε.Λ.Σ.

και ως προς όλα τα σχετικά συμβατικά καθήκοντά σας και σας παρακαλούμε την ίδια ημέρα (15-9-06) να περάσετε από το λογιστήριο για να εισπράξετε τη νόμιμη αποζημίωσή σας [...]". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δεν δέχθηκε ούτε και εμμέσως τη συνδρομή κενού ή ασάφειας στην απευθυντέα δήλωση βούλησης του αναιρεσίβλητου για καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, ούτως ώστε να υποχρεούται να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Αντίθετα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η περιελθούσα στην αναιρεσείουσα δήλωση βούλησης του αναιρεσιβλήτου περί καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας ήταν σαφής και υπαγορεύθηκε από την διαμορφωθείσα άποψη του καλλιτεχνικού του διευθυντή ότι η αναιρεσείουσα δεν διέθετε τις καλλιτεχνικές και διοικητικές ικανότητες που απαιτούνταν για να διευθύνει το μπαλέτο του αναιρεσίβλητου στη νέα πορεία του, που ο καλλιτεχνικός του διευθυντής χάραξε στο πλαίσιο των νομίμων αρμοδιοτήτων του.

Εξάλλου, το ως άνω σαφές περιεχόμενο της δηλωθείσας βούλησης του αναιρεσιβλήτου, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδεται και με το κατά λέξη παρατεθέν κείμενο της επίδικης καταγγελίας που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα. Οι διαλαμβανόμενες δε στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις ότι η ακόλουθη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης: "[...] δεν αποδείχθηκε ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του καθου (εννοείται του αναιρεσίβλητου) προέβη σε απομάκρυνση των εργαζομένων στη Λυρική Σκηνή και ειδικότερα της Κ.

Φ., επειδή τους θεωρούσε εχθρικούς προς τον ίδιο", αναιρείται από τη με αριθμό 3221/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δικάζοντας την αγωγή της (εννοείται της Κ. Φ.) κατά του καθού έκρινε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της άκυρη ως καταχρηστική που έγινε για λόγους εχθρότητας στο πρόσωπό της και έκρινε ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του καθού, Σ.

Λ., βρισκόταν σε αντιπαλότητα με την αναιρεσείουσα, θεωρούσε τη βοηθό της Κ. Φ. όργανό της και ασκούσε διοίκηση με αυταρχικό τρόπο, αφού απομάκρυνε από την εργασία τους την αναιρεσείουσα, την Κ. Φ., το Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών Α. Χ., τον Ειδικό Σύμβουλο επί των Οικονομικών της Διεύθυνσης Α. Ρ. και υποχρέωσε σε παραίτηση τον υπεύθυνο ρεπερτορίου Δ.

Γ., πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το σαφές ως άνω πόρισμά του ότι "η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της και τιμώρησής της από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του εναγομένου Σ.

Λ. [...]" και συνακόλουθα πλήττουν την κρίση του περί της μη ύπαρξης κενού ή ασάφειας στην εκ μέρους του αναιρεσίβλητου καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας. Επομένως, οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι η με αριθμό 3221/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία η αναιρεσείουσα επικαλείται για να αποδώσει αναιρετική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφορά άλλη υπόθεση με άλλη ενάγουσα και δεν δεσμεύει την παρούσα δίκη, η οποία διεξάγεται με διαφορετικούς διαδίκους και με βάση τους εδώ εισφερθέντες ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς η επίκληση ως άνω απόφασης είναι αλυσιτελής.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2017 και με αριθμό κατάθεσης 5088/465/2017 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 66/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ