Legislator Case Law & Legislation
730/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and retrial request due to untimely filing after pandemic court suspension. Appeal rejected as inadmissible for exceeding statutory time limits.

Case Number 730/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request for retrial and appeal against a social security decision, ruling the filing inadmissible. The appellants argued they learned of the lower court's rejection in June 2020 due to pandemic court suspensions, but the court found their actual submission in November 2020 proved a five-month delay. Consequently, the court held that the statutory thirty-day period for filing the appeal had expired, rendering the request untimely and inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 555, 495, 176, 191, 281 of the Code of Civil Procedure; The right to appeal is extinguished if the statutory time limit expires, even if the delay was caused by pandemic-related court suspensions, provided the party did not prove specific knowledge within the required period.

Keywords

AI generated
statute of limitations inadmissible appeal pandemic suspension retrial request court costs social security dispute procedural deadline

Cited Legislation

AI generated
Article 555 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Code of Civil Procedure
Law 3463/2006
Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 730 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 730/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 2) Β. Κ. του Π., κατοίκου …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κανελλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. (A.) Γ. (G.) του Θ. (T.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σέργιο Σακαλή που ανακάλεσε την από 5/1/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-Ε.Φ.Κ.Α.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το αρχικά αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά ανακόπτοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" ("Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ."), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Βλαχογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, κατοικοεδρεύοντα στην Καλλιθέα Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2012 ανακοπή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 13/9/2013 νακοπή του πρώτου ήδη αναιρεσείοντος, την από 10/10/2013 ανακοπή του δευτέρου ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30/9/2013 ανακοπή του τρίτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6714/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4717/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/7/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 555 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης, έστω και αν πλήττει άλλα κεφάλαια ή θεμελιώνεται σε διαφορετικούς λόγους, είναι απαράδεκτη, προς αποτροπή αλλεπάλληλων δικών με τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα. Κατ' εξαίρεση, είναι επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης αίτησης αναίρεσης, εκτός των άλλων, στην περίπτωση που η πρώτη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ήτοι, χωρίς να έχει κριθεί το βάσιμο των λόγων αυτής, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, ότι, δεν έχει παρέλθει η προθεσμία (γνήσια ή καταχρηστική) για την άσκηση της δεύτερης αυτής αίτησης αναίρεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 158 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: 1) ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, λόγω της αδυναμίας τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει δε τη δυνατότητα της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής επιβλαβούς, για το διάδικο, κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της ορισμένης για την αίτηση αναίρεσης προθεσμίας για δύο λόγους, ήτοι, την ανώτερη βία ή το δόλο του αντιδίκου του, 2) η αίτηση επαναφοράς, που απευθύνεται στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο και έχει ως περιεχόμενο τη διενέργεια της παραλειφθείσας πράξης, ασκείται είτε με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελές δικόγραφο, κατά τις διατάξεις για την αγωγή, κοινοποιείται δε στον αντίδικο εντός της, κατ' άρθρο 153 του Κ.Πολ.Δ., τριακονθήμερης ανατρεπτικής προθεσμίας από την άρση του κωλύματος, που συνιστά ανώτερη βία ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου, 3) με τη διάταξη του άρθρου 158 του ίδιου Κώδικα, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αυτής, αν, για οποιονδήποτε λόγο ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος, αφού η διάταξη δεν διακρίνει, απωλέστηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της, με συνέπεια την απόρριψη της αίτησης επαναφοράς ως απαράδεκτης.

Ειδικότερα, για την παραδεκτή και δη την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς, η οποία σωρεύεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει να αποδεικνύεται η εκ μέρους του αιτούντος την επαναφορά αναγκαία επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με τη σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου ή της γνώσης του δόλου, παρότι τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ώστε να εξακριβωθεί η εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς, εντός της ανωτέρω προθεσμίας, η οποία (άσκηση) δεν ολοκληρώνεται πριν από την επίδοση της αίτησης. 4) ως ανώτερη βία νοείται, στην προαναφερόμενη διάταξη, κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο, στην εξεταζόμενη κάθε φορά περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη άκρας επιμέλειας και συνέσεως, εξαιτίας του οποίου δε εμποδίστηκε απολύτως η κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως (ή άλλου ένδικου μέσου) μέσα στη νόμιμη προθεσμία και 5) στην παράγραφο 2 του άρθρου 152 του Κ.Πολ.Δ.

ορίζεται ότι πταίσμα του δικαστικού πληρεξουσίου του αιτούντος διαδίκου δεν αποτελεί λόγο για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του νομιμοποιούμενου να προσβάλλει την απόφαση με αίτηση αναίρεσης (ή και κάθε άλλο ένδικο μέσο) οφείλει να προβαίνει έγκαιρα σε κάθε ενδεικνυόμενη λογικώς και υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις συνετή και άκρως επιμελή ενέργεια, ώστε να καταλείπεται σ' αυτόν, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, που κίνησε η επίδοση της προσβλητέας απόφασης, χρόνος επαρκής και αξιοποιήσιμος, σύμφωνα με την ενδεικνυόμενη λογικώς δικονομική επιμέλεια και σύνεση, αλλά και κατά τις αρχές της διαδικαστικής καλής πίστης και της μη παρέλκυσης της δίκης (άρθρο 116 του Κ.Πολ.Δ.), για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 29/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 30-1-2018 (πρώτη) αίτηση για αναίρεση της 4717/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, Α. Γ., που συζητήθηκε στις 4-3-2019 ενώπιον του παρόντος πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Επ' αυτής εκδόθηκε η 21/15-1-2020 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι δεν στράφηκε και κατά των αναγκαίων ομοδίκων του ως άνω αναιρεσιβλήτου, ήτοι, κατά α) του Ελληνικού Δημοσίου και β) του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ., κατά τα σ' αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα.

Από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η αναιρεσιβληθείσα απόφαση είχε επιδοθεί στους αναιρεσείοντες, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, στις 7-2-2018, όπως προκύπτει από τις 5591/7-2-2018 και 5592/7-2-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ. Π., τις οποίες ο τελευταίος προσκομίζει. Με την από 2-7-2010 υπό κρίση (δεύτερη) αίτησή τους, οι ίδιοι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση της ίδιας ως άνω τελεσίδικης απόφασης, απευθύνοντας το δικόγραφο κατά του αρχικού αναιρεσιβλήτου (Α.

Γ.) καθώς και κατά των αναγκαίων ομοδίκων του: 1) του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και 2) του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 10-7-2020. Συνακόλουθα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπροθέσμως, ήτοι, μετά την πάροδο της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

τριακονθήμερης προθεσμίας, που κινήθηκε από την επίδοση στους αναιρεσείοντες της προσβαλλόμενης απόφασης (7-2-2018) και έληξε στις 9-3-2018. Μετά ταύτα, πρέπει να ερευνηθεί η επικουρικώς ασκηθείσα, με το ίδιο δικόγραφο, αίτηση των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προκειμένου να κριθεί ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με την οποία επικαλούνται ως συνδρομή ανώτερης βίας το "δυσερμήνευτο των διατάξεων και την αλλαγή της νομολογίας".

Η υπό κρίση αίτηση επαναφοράς τυγχάνει, πρωτίστως, απαράδεκτη. Και τούτο διότι: 1) ο ως άνω επικαλούμενος ως λόγος ανώτερης βίας είναι παντελώς αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται ποίες διατάξεις θεωρούνται, κατά την άποψη των αιτούντων, ως δυσερμήνευτες, σε τι συνίσταται η δυσχέρεια της ερμηνείας τους ως και η μεταβολή της νομολογίας.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση κανόνα δικαίου εκ μέρους του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, σε σχέση με αυτήν που υιοθέτησε το δικαστήριο, η γνώση ή η άγνοια ουσιαστικής ή δικονομικής διάταξης, η δυσχέρεια περί την ερμηνεία της, η νομολογιακή διακύμανση ή μεταβολή επί νομικού ζητήματος, του οποίου η λύση προϋποθέτει την ερμηνεία κανόνα δικαίου και είναι, αντικειμενικά, πάντοτε ενδεχόμενη, ανεξαρτήτως παγιώσεως συγκεκριμένης ερμηνευτικής γνώμης, δεν συνιστούν λόγο ανώτερης βίας, (ΑΕΔ 11/1983, Α.Π. 114/1989) και 2) δεν καθορίζεται το χρονικό σημείο άρσεως της επικαλούμενης ανώτερης βίας και, εντεύθεν, της εκκινήσεως της τριακονθήμερης προθεσμίας, εντός της οποίας οι αιτούντες όφειλαν να ασκήσουν την αίτηση αυτή, δια της καταθέσεώς της στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και της επιδόσεως του δικογράφου αυτής στους αντιδίκους τους-αναιρεσιβλήτους, ώστε να κριθεί το εμπρόθεσμο αυτής, ως απαραίτητο στοιχείο του παραδεκτού.

Οι αιτούντες, επιχειρούν να συμπληρώσουν, με τις έγγραφες προτάσεις τους, την αοριστία του δικογράφου της αίτησης επαναφοράς, σχετικά με την εμπρόθεσμη άσκηση αυτής και υποστηρίζουν ότι έλαβαν γνώση της προαναφερόμενης 21/15-1-2020 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την πρώτη αίτηση αναίρεσης, περί τα μέσα Ιουνίου 2020, μετά την καθαρογραφή της, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων μέχρι το Μάιο 2020, συνεπεία της επισυμβάσης πανδημίας.

Ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως προτείνεται το πρώτο με τις έγγραφες προτάσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως και υπό την εκδοχή αυτή, οι αιτούντες δεν επικαλούνται την ακριβή ημερομηνία, κατά την οποία έλαβαν γνώση της ως άνω απόφασης, ώστε να υπολογιστεί η τριακονθήμερη ανατρεπτική προθεσμία, δεδομένου ότι, με την ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ. 33202/2020 (ΦΕΚ Β' 2033/28-5-2020), αποφασίστηκε η άρση της αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων καθώς και της αναστολής των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών από την 1η-6-2020.

Αυτοί, όμως, όπως προαναφέρεται, κατέθεσαν την αίτηση επαναφοράς στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 10-7-2020, επέδωσαν δε το δικόγραφο στους καθ' ων η αίτηση-αναιρεσίβλητους στις 26-11-2020, όπως προκύπτει από τις 4163Δ', 4166Δ', 4158Δ' και 4173Δ' εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ. Μ., τις οποίες αυτοί προσκομίζουν οι αιτούντες, δηλαδή, μετά πάροδο πέντε (5) περίπου μηνών, αφότου έλαβαν γνώση της ως άνω απόφασης, με συνέπεια, την έκπτωσή τους από το δικαίωμα για άσκηση της αίτησης αυτής.

Πρέπει, επομένως, ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ως απαράδεκτη και, συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ομοίως, ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της. Μετά ταύτα, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ.

δ του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία πρέπει να οριστούν μειωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 281 του ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, την παρ. 2 της 134423/1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, άρθρο 28 παρ. 5 του ν. 2579/1998, που εφαρμόζονται τόσο σε περίπτωση ήττας του Δημοσίου όσον και στην περίπτωση νίκης του, ως προς τους ομοδίκους και τους αντιδίκους του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-7-2020 (4313/519/10-7-2020) αίτηση των 1) Σ. Γ. του Π. και του Β. Κ. του Π., για αναίρεση των 4717/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της 6714/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και τη στο ίδιο δικόγραφο σωρευόμενη αίτηση των ιδίων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ