Supreme Court dismisses appeal on employer's unilateral transfer of employee due to evidence evaluation error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the employee's appeal against a labor court ruling that upheld her employer's unilateral transfer to a different location. The employee argued the lower court misread documentary evidence proving the transfer violated her contract, but the court found the documents were correctly interpreted. The court determined that the dispute involved the employer's legitimate management rights regarding business organization, which the lower court properly balanced against the employee's rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 652 of the Civil Code; Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure: The employer's right to organize the enterprise includes the authority to transfer employees between locations for economic reasons, provided such actions do not constitute an abusive unilateral modification of contract terms, and appeals based on alleged misreading of documents are inadmissible if the court correctly interpreted the evidence and weighed it alongside other proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 730 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 730/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τις δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευφροσύνης Τσαμολιά, η οποία ανακάλεσε την κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωσή της και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ESTATE ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευαγγελίας Καστρινάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με αριθμό 2399/29-6-2012. Εκδόθηκαν η 705/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 473/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 4/11-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση εργασίας η ρύθμιση κάθε θέματος, που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης για την επίτευξη των σκοπών της, ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματός του. Στο πλαίσιο της ρύθμισης των θεμάτων αυτών, δικαιούται να προσδιορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και, γενικά, τους όρους παροχής αυτής, εφόσον αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή την εργασιακή σύμβαση, πάντοτε, όμως, με το βασικό περιορισμό που τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, με την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα καταχρηστικά (ΑΠ 1134/2015).
Ο εργοδότης, στην περίπτωση που η επιχείρησή του διατηρεί περισσότερα γραφεία, καταστήματα ή εργοστάσια στον ίδιο τόπο ή σε διαφορετικούς τόπους, δικαιούται να τοποθετεί ή και να μεταθέτει σε ένα από αυτά οποιονδήποτε υπάλληλό του, ειδικότερα αν τούτο επιβάλλεται από οικονομικοτεχνικούς λόγους ή από τη συρρίκνωση της δραστηριότητας της επιχείρησης, που έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση του γραφείου, καταστήματος ή εργοστασίου του τόπου στον οποίο υπηρετούσε ο μετατιθέμενος υπάλληλος, χωρίς αυτό να συνιστά μονομερή, βλαπτική μεταβολή των όρων της υπαλληλικής σύμβασης με την έννοια του άρθρου 7 εδ.
α' του ν. 2112/1920, εκτός αν το δικαίωμα αυτό αποκλείσθηκε ή περιορίσθηκε από τη σύμβαση ή η άσκησή του υπερβαίνει προφανώς τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ αντικειμενικά όρια (ΑΠ 1182/1999). Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του.
Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο (ΑΠ 216/2017).
2.Στο άρθρο 1 του ν. 2643/1998 "Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 220/28-9-1998), ορίζονται οι κατηγορίες προσώπων που υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται, κατά τη διάταξη της παρ.1 περ. α' του ως άνω άρθρου, όπως το πρώτο εδάφιο της περ.
α' ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 παρ.1 του ν. 4368/2016, και "Οι πολύτεκνοι γονείς με τέσσερα τέκνα και άνω, ένα από τα τέκνα πολύτεκνης οικογένειας και ο επιζών ή ο άγαμος γονέας τριών ανηλίκων τέκνων". Η κοινωνική προστασία που παρέχεται από το νόμο αυτό, συνίσταται κυρίως στην επαγγελματική αποκατάσταση των ανωτέρω προσώπων και μάλιστα με τη μορφή της αναγκαστικής τοποθέτησης αυτών σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα και σε φορείς του δημοσίου τομέα του άρθρου 2 παρ.8 του νόμου αυτού (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 73 παρ.1 του ν. 4611/2019).
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του εν λόγω ν. 2643/1998, η τοποθέτηση των ανωτέρω προστατευόμενων προσώπων, η οποία είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, γίνεται από την Επιτροπή του άρθρου 9 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.2 και 11 παρ.1 του ίδιου νόμου, οι τοποθετούμενοι εξομοιώνονται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα τους, με το υπόλοιπο προσωπικό, ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 11 παρ.1, το οποίο θέτει περιορισμούς αναφορικά με τη λύση της σύμβασης εργασίας των προσώπων που ανήκουν στις κατηγορίες αυτές.
Όμως, μολονότι ο νόμος δεν αναφέρει σχετικώς, η σύμβαση εργασίας του προστατευόμενου μπορεί να λυθεί σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις και χωρίς να έχει εκδοθεί σχετική διοικητική άδεια, με οικειοθελή αποχώρησή του, δηλαδή με ρητή ή σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης από αυτόν. Σιωπηρή καταγγελία συνιστούν, μεταξύ άλλων, η αδικαιολόγητη και επίμονη άρνηση του μισθωτού να προσφέρει τις υπηρεσίες του και η μακροχρόνια απουσία του από την εργασία.
3.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. 4.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη 473/2017 απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα, τέκνο πολύτεκνης οικογένειας, προσλήφθηκε από την εναγομένη (το έτος 2001), δυνάμει αναγκαστικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 2643/1998, για να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου στο ευρισκόμενο στο ...
εργοστάσιο οινοποιίας αυτής, εργαζόμενη επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, με πλήρες ωράριο και αποδοχές για πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία. Ότι, κατά τα έτη 2008 και 2009, η εναγομένη μείωσε το προσωπικό της και προέβη σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της, λόγω της μείωσης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας.
Ότι τον Ιούλιο του 2009, σταμάτησε την επιχειρηματική της δραστηριότητα στον τομέα της οινοποιίας, τροποποιώντας το καταστατικό της ως προς την επωνυμία, από "... Ποιοτική Οινοποίηση ΑΕ" σε "... ESTATE ΑΕ" και ως προς το σκοπό της, έχοντας πλέον ως αντικείμενο και σκοπό την απόκτηση, εκμετάλλευση και αξιοποίηση ακινήτων (ΦΕΚ 8526/15-7-2009, τεύχος ΑΕ- ΕΠΕ).
Ότι έως το Νοέμβριο του 2009 είχαν παραμείνει στην εταιρία οκτώ (8) εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, από τους πενήντα (50) περίπου που αρχικά απασχολούσε. Ότι το έτος 2010 τροποποιήθηκε το καταστατικό της ως προς την έδρα της εταιρίας, η οποία μεταφέρθηκε στο Δήμο Αθηναίων (ΦΕΚ 10553/9-9-2010, τεύχος ΑΕ- ΕΠΕ), ενώ παρέμεινε ακόμη το υποκατάστημα της επιχείρησης στο ..., στο οποίο δεν υπήρχε επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά διατηρείτο αποκλειστικά και μόνο για την τακτοποίηση υφισταμένων οικονομικών εκκρεμοτήτων (οφειλών της προς εργαζομένους, τρίτους, Δημόσιο).
Ότι έως το Νοέμβριο του 2011, το προσωπικό του ως άνω υποκαταστήματος μειώθηκε ακόμη περισσότερο, από οκτώ σε τέσσερις εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, ενώ οι συμβάσεις των υπολοίπων τεσσάρων είχαν ήδη καταγγελθεί. Ότι τον Ιανουάριο του 2012, ενόψει του ότι το υποκατάστημα στο ... δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης, αφού είχαν ήδη τακτοποιηθεί οι υφιστάμενες οικονομικές εκκρεμότητες, το δε αρχείο της εταιρίας (που υπήρχε στο υποκατάστημα) είχε μεταφερθεί στη νέα έδρα της, στην Αθήνα, η εναγομένη με το από 23-1-2012 έγγραφό της, που παρέλαβε η ενάγουσα, αλλά και οι λοιπές δύο εργαζόμενες (Α.
Κ. και Β. Μ.) που παρέμειναν στο υποκατάστημα, τις ενημέρωσε ότι πρόκειται να παύσει οριστικά τη λειτουργία αυτού και τις κάλεσε να εργάζονται μία ημέρα την εβδομάδα στα γραφεία της εταιρίας στην Αθήνα και να προσέλθουν προς διαβούλευση στην έδρα της εταιρίας. Ότι η ενάγουσα και οι λοιπές δύο εργαζόμενες δεν προσήλθαν για διαβουλεύσεις και με το από 26-1-2012 εξώδικό τους, που απέστειλαν στην εναγομένη, της δήλωσαν ότι δεν αποδέχονται τη μεταβολή των όρων της εργασίας τους και ότι εξακολουθούν να παρέχουν την εργασία τους με τους ίδιους ακριβώς όρους.
Ότι την 2-2-2012 η εναγομένη έκλεισε οριστικά το υποκατάστημά της στο ... (σχετ. η .../15-2-2012 δήλωση διακοπής λειτουργίας υποκαταστήματος στη ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών) και έκτοτε δεν υπήρχε καμία δυνατότητα απασχόλησης οποιουδήποτε υπαλλήλου της εταιρίας στην περιοχή Αχαΐας. Ότι, στη συνέχεια, η εναγομένη, με το από 2-3-2012 έγγραφό της, που επέδωσε στην ενάγουσα και στις άλλες δύο εργαζόμενες, που είχαν παραμείνει στο υποκατάστημα, τις ενημέρωσε για το οριστικό κλείσιμο αυτού και τις κάλεσε να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, με πλήρη απασχόληση από Δευτέρα έως και Παρασκευή, από ώρα 09:00 έως 17:00, στα γραφεία της στην Αθήνα, στην έδρα της επιχείρησης, δηλώνοντας συγχρόνως ότι, σε περίπτωση μη εμφάνισής τους στο χώρο της εργασίας και άρνησης εκτέλεσης των καθηκόντων τους, θα θεωρείτο ως καταγγελία εκ μέρους τους των συμβάσεων εργασίας, που θα επέφερε τη λύση αυτών με υπαιτιότητά τους.
Ότι η ενάγουσα και οι άλλες δύο εργαζόμενες, με την από 15-3-2012 εξώδικη δήλωσή τους που επέδωσαν στην εναγομένη, αρνήθηκαν και πάλι να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην έδρα της εναγομένης στην Αθήνα και απέκρουσαν τη μετάθεσή τους ως μονομερή, βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας τους. Ότι, με βάση τα προαναφερόμενα, γίνεται φανερό ότι, αφού συρρικνώθηκε η δραστηριότητα της εργοδότριας εταιρίας και καταργήθηκε το υποκατάστημά της στο ..., όπου παρείχε τις υπηρεσίες της η ενάγουσα, η εργοδότρια δικαιούταν, στο πλαίσιο του διευθυντικού της δικαιώματος και αφού το σχετικό δικαίωμά της δεν αποκλείσθηκε ή δεν περιορίσθηκε από τη σύμβαση εργασίας, να τη μεταθέσει, ενόψει του ότι η μετάθεση επιβαλλόταν από οικονομοτεχνικούς λόγους, χωρίς αυτό να συνιστά μονομερή, βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της.
Ότι μόνο το γεγονός της επί σειρά ετών παροχής της εργασίας της ενάγουσας στο υποκατάστημα στην Αχαΐα (από το έτος 2001 έως το έτος 2012), χωρίς τη συνδρομή άλλων στοιχείων, δεν σημαίνει ότι σιωπηρώς συμφωνήθηκε όρος για το αμετάθετο αυτής, ώστε να καθίσταται ανενεργό το διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης.
Ότι, περαιτέρω, το εν λόγω δικαίωμά της δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκε η ενάγουσα, αφού, με βάση τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, αυτό ασκήθηκε απολύτως καλόπιστα και χωρίς υπέρβαση των ορίων, τα οποία διαγράφουν ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενόψει του ότι η ενάγουσα, λόγω του κλεισίματος του υποκαταστήματος και της διακοπής κάθε είδους δραστηριότητας της εναγομένης στην περιοχή της Αχαΐας, νόμιμα, κατά τα προαναφερόμενα, προσκλήθηκε από την εργοδότριά της να παράσχει τις υπηρεσίες της στην έδρα της στην Αθήνα, στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, τόπος παροχής της οποίας ουδέποτε συμφωνήθηκε να αποτελεί μόνο το ..., κατά ρητό αποκλεισμό οποιασδήποτε άλλης περιοχής και μάλιστα της εκάστοτε έδρας της εταιρίας, ούτε η ανάθεση των καθηκόντων αυτών συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές, ως προς το κύρος και την προσωπικότητά της, συνέπειες, ούτε με τον τρόπο που έγινε, συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς της και δεν της προκάλεσε ηθική βλάβη, όπως αυτή ισχυρίζεται.
Ότι η μετάθεση της ενάγουσας έγινε νομίμως και αυτή όφειλε να συνεχίσει να εργάζεται στη νέα της θέση, στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης, στο Δήμο Αθηναίων Αττικής. Ότι η άρνησή της να αποδεχθεί τη μετάθεση αυτή συνιστά μονομερή εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και, άρα, δεν συντρέχει περίπτωση μονομερούς, βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης αυτής εκ μέρους της εναγομένης εργοδότριας.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι η σύμβαση εργασίας λύθηκε με (σιωπηρή) καταγγελία της ίδιας της εργαζόμενης και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται αποδοχές υπερημερίας ή αποζημίωση απόλυσης, έκρινε ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Στη συνέχεια, αφού δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη 705/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να της καταβάλει αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε στο σύνολό της ως κατ' ουσία αβάσιμη.
5.Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Πατρών κατέληξε στην κρίση ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά μονομερή, βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας και συνεπώς η τελευταία δεν δικαιούται αποδοχές υπερημερίας, εφόσον η ίδια οικειοθελώς αποχώρησε από την εργασία της, αρνούμενη, μετά το κλείσιμο του υποκαταστήματος στο ... και τη διακοπή κάθε είδους δραστηριότητας στην περιοχή Αχαΐας, να δεχθεί να εργασθεί στην έδρα της επιχείρησης στην Αθήνα και με τους αυτούς, όπως και πριν, όρους, γεγονός που συνιστά μονομερή εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης και ότι η μετάθεσή της έγινε από την αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματός της και δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος. Με την κρίση αυτή και σε συμφωνία με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν (ανωτέρω, με αρ.1 και 2), καθόσον υπήγαγε προσηκόντως σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 576/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς της, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι:
α) δεν έγινε διαβούλευση και συζήτηση με τους εργαζομένους για την τύχη τους και τις αποφάσεις τους, λόγω της αποφασισμένης μεταφοράς, β) δεν εδόθη προθεσμία και εύλογος χρόνος, προκειμένου να σταθμίσει τις συνθήκες και, αναλόγως, ή να εξεύρει άλλη εργασία ή να προετοιμασθεί με εξεύρεση καταλύματος στην Αθήνα, γ) δεν δόθηκε κανένα οικονομικό κίνητρο ούτε της προσέφεραν επιπλέον αποζημίωση, ώστε, για τη μετάβαση σε άλλη πόλη, να καλύψει τα έξοδα μετακινήσεων και διαμονής, αλλά η ανακοίνωση να μεταβεί σε άλλη πόλη, διάφορη του τόπου που είχε προσληφθεί να παρέχει εργασία, θα την επιβάρυνε οικονομικά, διότι οι αποδοχές της θα παρέμειναν οι ίδιες και τούτο το έπραξε διότι απέβλεπε στην άρνησή της και την οικειοθελή αποχώρησή της, και δ) η εκ μέρους της αντιδίκου προταθείσα μετάθεσή της στην Αθήνα ήταν προσχηματική και όχι πραγματική, καθόσον είχε ήδη δρομολογήσει διαδικασία παροχής άδειας απόλυσης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, διότι δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά πρόκειται για απλά επιχειρήματα.
7.Με τον τρίτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έσφαλε κρίνοντας ότι η επί σειρά ετών παροχή εργασίας στο υποκατάστημα στην Αχαΐα, δεν σημαίνει, δήθεν, ότι σιωπηρώς συμφωνήθηκε για το αμετάθετο αυτής, ώστε να καθίσταται ανενεργό το διευθυντικό δικαίωμα της αντιδίκου και ότι η κρίση αυτή δεν είναι ορθή και παραβιάζει το νόμο και τη νομολογία των δικαστηρίων, που δέχονται παγίως ότι ως τόπος παροχής εργασίας ορίζεται ο τόπος που, κατά τη συμφωνία των μερών, παρέχεται η εργασία κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
8.Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.17 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό της ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ.17 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιλαμβάνει στο αιτιολογικό της αντιφατικές αιτιολογίες, αφού εξέλαβε και χαρακτήρισε εσφαλμένα ως καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας την άρνησή της να αποδεχθεί τη μετάθεση, εν συνεχεία εμπεριέχει αντίφαση, αναφέροντας στο σκεπτικό ότι η μετά την ως άνω άρνηση καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της εργοδότριας και η καταβολή του ποσού των 6.344,28 ευρώ ως αποζημίωση, δεν έχει έννομη επιρροή, αφού η σύμβαση εργασίας είχε λυθεί, λόγω της προηγηθείσας δήλωσης της αναιρεσείουσας περί μη αποδοχής της μεταβολής του τόπου εργασίας, είναι απαράδεκτος.
Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς την έλλειψη κινήτρου και ειδικής αποζημίωσης για την επιπλέον επιβάρυνση εξαιτίας της μετάθεσης (μεταφορά, διατροφή, ενοίκιο), είναι απαράδεκτη, διότι η επικαλούμενη ανεπάρκεια αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων.
9.Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, του αναιρετικού ελέγχου. Για να θεμελιωθεί, όμως, ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απαιτείται επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 23-1-2012 και 2-3-2012 εγγράφων της εναγομένης, γιατί δέχθηκε ότι δεν συντελέσθηκε μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, με τη μετάθεσή της σε άλλο τόπο εργασίας.
Ο λόγος αυτός και ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν καθορίζεται τι διαφορετικό δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως περιεχόμενο των εγγράφων, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, με βάση τις παραδοχές που παρατίθενται ανωτέρω (αρ.4), το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα διέγνωσε σωστά, συνεκτίμησε το περιεχόμενό τους με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
10.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 4/11-1-2018 αίτηση για αναίρεση της 473/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2020.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ