Legislator Case Law & Legislation
730/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on medical compensation amount, upholding lower court's discretion under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 730/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment awarding 50,000 euros for moral damages following a hysterectomy. The appellant argued the amount was insufficient, but the court found the lower court's assessment reasonable given the loss of fertility and psychological trauma. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the appellate court lacks jurisdiction to re-evaluate the quantum of moral damages awarded by the lower court, as such decisions fall within the latter's discretionary power and must be respected unless arbitrary.

Keywords

AI generated
moral damages medical malpractice hysterectomy appellate jurisdiction discretionary power legal costs Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 1 of the ECHR
Article 5, paragraph 1 and 5, 21, paragraph 3 and 6, 25, paragraph 1 and 3 of the Constitution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 730 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 730/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της καλούσας-αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των καθ’ ων-αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Μούζουλα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 9/11/2000 προσεπίκληση με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή των δύο πρώτων ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 20/2/2001 πρόσθετη παρέμβαση της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, την από 23/11/2000 προσεπίκληση με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 18/4/2001 πρόσθετη παρέμβαση του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7059/2010 οριστική όπως αυτή διορθώθηκε με την 2677/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5006/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2013 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 427/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε τους λόγους αναίρεσης, πλην του με στοιχείο 3.2 (τρίτο μέρος αυτού), για τον οποίο ανέβαλε τη συζήτηση κατ’ άρθρο 349 ΚΠολΔ, ως προς τους 1η και 2ο αναιρεσιβλήτους.

Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 28/5/2015 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28/5/2015 κλήση της καλούσας-αναιρεσείουσας Ε. Κ. επαναφέρεται προς συζήτηση η από 10/6/2013 αίτησή της κατά της 5006/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 427/2015 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία: 1) απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως ως προς το 3ο αναιρεσίβλητο "Νομαρχιακό Νοσοκομείο ..." και την 4η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

Ασφαλίσεων", 2) αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως, ως προς τον υπό στοιχείο 3.2 λόγο αυτής, όσον αφορά την 1η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "…ΑΕ" και τον 2ο αναιρεσίβλητο Α. Γ., μέχρι την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σχετικά με το παραπεμφθέν σ’ αυτήν νομικό ζήτημα, αναφορικά με τη δυνατότητα ή όχι να ελεγχθεί αναιρετικά το μέτρο της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και 3) απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως ως προς του 1η και 2ο από τους αναιρεσιβλήτους.

Ήδη επί του ανωτέρω νομικού ζητήματος έχει εκδοθεί απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα. Η καθιερώνουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντάς την ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή.

Αποτελεί η αρχή της αναλογικότητας την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται οι σχετικές κρίσεις, ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα Ε. Κ. (αναιρεσείουσα) εισήλθε, στις 8-3-1999, στην κλινική της πρώτης εναγόμενης (1ης αναιρεσίβλητης) .... Εταιρίας ...

με το διακριτικό τίτλο "… Α.Ε.", προκειμένου να γεννήσει το πρώτο της παιδί. Την παρακολούθησή της και τον τοκετό ανέλαβε ο δεύτερος εναγόμενος (2ος αναιρεσίβλητος) ... Α. Γ., ιατρός γυναικολόγος - μαιευτήρας, ο οποίος συνεργάζεται με την πρώτη εναγομένη, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στην κλινική της, δυνάμει σχετικής σύμβασης μεταξύ τους.

Στις 9.3.1999, μετά από χειρουργική επέμβαση, που εξελίχθηκε ομαλά, η Ε. Κ. γέννησε, με καισαρική τομή, ένα υγιές άρρεν τέκνο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε δωμάτιο νοσηλευτικού ορόφου της κλινικής... Στις 10-3-1999, δηλαδή μία ημέρα μετά τον τοκετό, η ενάγουσα παρουσίασε πυρετό (37,7 με 38 βαθμούς), ο οποίος συνοδευόταν από δυσκολία και πόνο κατά την ούρηση.

Ο θεράπων ιατρός της (εναγόμενος), ο οποίος ενημερώθηκε αμέσως για την εξέλιξη αυτή, την καθησύχασε, λέγοντας της, ότι τα παραπάνω συμπτώματα είναι φυσιολογικά και ότι θα εξαφανισθούν την επόμενη ημέρα... Τα συμπτώματα, όμως, συνεχίστηκαν και τις επόμενες τρεις ημέρες, κατά τις οποίες η ενάγουσα εξακολουθούσε να έχει υψηλό πυρετό, σοβαρή δυσκολία και πόνο κατά την ούρηση και έντονα ρίγη.

Ο θεράπων ιατρός της (δεύτερος εναγόμενος) την καθησύχασε και πάλι, λέγοντάς της, ότι πρόκειται για ίωση, γι’ αυτό και στις 13.3.1999 της χορήγησε αντιβίωση, ήτοι amoxil, mandokef καί netromycin, ζητώντας της, μάλιστα, να φύγει από το νοσοκομείο την επόμενη ημέρα, σε περίπτωση που παρέμενε απύρετη... Όμως, ο διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) της κλινικής της εναγομένης, Χ.

Λ., ο οποίος κλήθηκε να εκτιμήσει τη μετεγχειρητική πορεία της ενάγουσας, διέγνωσε την ύπαρξη λοίμωξης, εντοπισμένης στην ελάσσονα πύελο και έκρινε απαραίτητη την παραμονή αυτής στο νοσοκομείο, προκειμένου να υποβληθεί σε νέο κύκλο εργαστηριακών εξετάσεων... Πράγματι, η ενάγουσα παρέμεινε στην κλινική της εναγομένης και υποβλήθηκε, στις 14.3.1999, σε αιματολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε αυξημένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (16,8/ΜL αντί του φυσιολογικού από 4,5 έως 10,2/ΜL), λευκοκυττάρωση, στροφή προς τα αριστερά, αυξημένη κοκκίωση πολυμορφοπύρηνων και αυξημένος αριθμός CRΡ, ήτοι 12,4/ΜL, αντί του φυσιολογικού από 0,9 έως 1,5/ΜL...Επίσης, στις 16.3.1999, υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας, κατά την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη "μορφώματος μικτής πυκνότητας στον κυστεομητρικό χώρο" και "πιθανότατα φλεγμονή", ενώ υποβλήθηκε και σε νέες αιματολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε νέα αύξηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων, ήτοι 23,8/ΜL αντί του φυσιολογικού από 4,5 έως 10,2/ΜL, λευκοκυττάρωση, ουδετεροφιλία, αυξημένη κοκκίωση ουδετερόφιλων και νέα αύξηση CRΡ, ήτοι 13,6 mg/dl, αντί του φυσιολογικού από 0,9 έως 1,5 mg/dΙ.

Την ίδια ημέρα, 16.3.1999, υποβλήθηκε και σε εξετάσεις "καλλιέργειας κολπικού υγρού (λοχειών)", από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι είχαν αναπτυχθεί λίγες αποικίες KLEBSIELLA PNEUMONIAE, ενός επικίνδυνου δηλαδή και δραστικού εντεροβακτηρίου, υπεύθυνου για πνευμονίες και άλλες ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις... Στις 18.3.1999 η Ε.

Κ. υπέστη σηπτική συνδρομή, εμφανίζοντας υψηλό πυρετό 38-39,8 βαθμών και αιμοδυναμική αστάθεια. Διακομίσθηκε επειγόντως στη Μ.Ε.Θ. του νοσοκομείου της πρώτης εναγομένης, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση υφολικής υστεροκτομής, ήτοι σε αφαίρεση της μήτρας της, χωρίς τα εξαρτήματα, από τον πρόεδρο του Δ.Σ.

του νοσοκομείου (…) Γ. Σ., χωρίς τη συμμετοχή του δεύτερου...εναγομένου. Από τη γενόμενη ιστολογική εξέταση του αποσταλέντος μετά την επέμβαση υλικού διαπιστώθηκε, σε τμήματα της μήτρας, εκτεταμένη πυκνή φλεγμονώδης διήθηση μικτού τύπου, με συμμετοχή άφθονων ουδετερόφιλων λευκοκυττάρων και σχηματισμό κατά θέσεις αποστηματίων, εντός του φθαρτοειδούς ενδομητρικού στρώματος, αλλά και σε επιπολής θέσεις του μυομητρίου, καθώς και εκτεταμένη εμφρακτική νέκρωση, με αναγνώριση κυτταρικών σκιών και περιοχές υαλοειδοποιήσεως προς την περιοχή του πυθμένα...

Στη συνέχεια η μετεγχειρητική πορεία της ενάγουσας υπήρξε ομαλή και στις 28.3.1999 έλαβε εξιτήριο, με τη διάγνωση "καισαρική τομή - μαιευτική υφολική - διαπύηση τραύματος - σηψαιμία - πυόμητρα - χειρουργικός καθαρισμός"... Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο άνω νοσοκομείο, μετά το τελευταίο χειρουργείο (από 19.3.1999 μέχρι 28.3.1999), η ενάγουσα υποβλήθηκε σε νέες αιματολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε η συνεχής μείωση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και του CRΡ, αφού πλέον, λόγω της χειρουργικής επέμβασης υφολικής υστεροκτομής, είχε εξαφανισθεί η φλεγμονική εστία που προκάλεσε τη σηψαιμία ....Περαιτέρω, εξαιτίας της αφαίρεσης της μήτρας της, η ενάγουσα, ηλικίας κατά το χρόνο της επέμβασης 33 ετών, στερήθηκε της δυνατότητας να τεκνοποιήσει δεύτερο τέκνο, με φυσικό ή τεχνητό τρόπο (π.χ.

τεχνητή γονιμοποίηση, εξωσωματική κλπ), ενώ αισθάνεται ανεπαρκής στη σεξουαλική της ζωή, με αποτέλεσμα να υφίσταται ψυχικό άλγος. Από το προσκομιζόμενο ως άνω αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι η προπεριγραφείσα επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας μετά τον τοκετό, η σοβαρή φλεγμονή που δημιουργήθηκε σε τμήματα της μήτρας της και το σηπτικό σύνδρομο που υπέστη, τα οποία είχαν ως επακόλουθο την επέμβαση υφολικής υστερεκτομής, οφείλονται σε υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου, θεράποντος ιατρού της, ο οποίος από βαρεία αμέλεια, καίτοι ήταν υποχρεωμένος λόγω του επαγγέλματος του σε ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του, δεν ενήργησε σύμφωνα με τους αναγνωρισμένους κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και την εμπειρία του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητάς του.

Συγκεκριμένα, μολονότι η ενάγουσα, μία μόλις ημέρα μετά τον τοκετό με καισαρική τομή, εμφάνισε υψηλό πυρετό, ρίγη και δυσκολία κατά την ούρηση, ήτοι συμπτώματα ιδιαίτερα εμφανή, που εξακολουθούσαν να υφίστανται και τις επόμενες ημέρες, δεν ζήτησε να υποβληθεί η ενάγουσα αμέσως σε αιματολογικές, ιστολογικές κλπ.

εξετάσεις, ώστε να διαγνωστεί έγκαιρα η αιτία της εμφάνισης των συμπτωμάτων (ενδονοσοκομειακή επιλόχειος λοίμωξη, ανάπτυξη αποικιών, KLEBSIELLA PNEUMONIAE, φλεγμονή) και να αντιμετωπιστεί στο αρχικό της στάδιο, με την προσήκουσα φαρμακευτική αγωγή, αλλά αντίθετα καθησύχαζε αυτή (ενάγουσα), θεωρώντας ότι πρόκειται για μια απλή ίωση.

Εάν ο εναγόμενος είχε προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες, θα είχε αποφευχθεί η χειρουργική επέμβαση της υφολικής υστερεκτομής, η οποία, όπως εκτέθηκε, προκάλεσε επιπτώσεις τόσο στο σώμα της ενάγουσας, όσο και στην ψυχική της υγεία και την κοινωνική της ζωή.... ο δεύτερος εναγόμενος.... δεν επέδειξε την αντικειμενικώς επιβαλλόμενη από το επάγγελμά του και την ιδιότητά του επιμέλεια, ενόψει των ευρημάτων και συμπτωμάτων της ενάγουσας και των συγκεκριμένων θεραπευτικών αναγκών, προκειμένου να αποτραπεί η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, επειδή ...

είτε δεν προέβλεψε αυτό .. είτε το προέβλεψε μεν ως δυνατό αλλά πίστευε ότι δεν θα επερχόταν... Το ζημιογόνο δε αποτέλεσμα, όπως αυτό περιγράφεται ανωτέρω, βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις προαναφερόμενες παραλείψεις του εναγομένου, κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του... Η ενάγουσά εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς (αδικοπραξίας) του δεύτερου εναγομένου (παράβαση από αμέλεια των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του), που είχε ως αποτέλεσμα την προαναφερθείσα βλάβη του σώματος και της υγείας της, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί το ποσό των 50.000 ευρώ.

Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο και δίκαιο, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του βαθμού πταίσματος του εναγομένου, της σωματικής βλάβης, της ταλαιπωρίας και της ψυχικής στεναχώριας, που προκάλεσε στην ενάγουσα και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων".

Στην παραπάνω κρίση το Εφετείο κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης, για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη από την σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά του 2ου των αντιδίκων της, όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μεταξύ των οποίων και τη στέρηση δυνατότητας τεκνοποιίας όπως και το αίσθημα σεξουαλικής ανεπάρκειας από το οποίο διακατέχεται μετά την ολική αφαίρεση της μήτρας της, που έχουν ως συνέπεια το διαρκές ψυχικό άλγος της.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, προσδιόρισε το ύψος της δικαιούμενης χρηματικής ικανοποίησης της αναιρεσείουσας στο ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ήτοι την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας από την ένδικη αιτία, τούτο δε κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν είναι ασυνήθιστα μικρότερο από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο, με την επίμαχη κρίση του, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και εντεύθεν δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 5 παρ. 1 και 5, 21 παρ. 3 και 6 και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.

Συνεπώς, ο προκείμενος υπό στοιχείο 3.2 λόγος της αιτήσεως κατά το οικείο τρίτο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί και κατά το παραπάνω μέρος της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/6/2013 αίτηση της Ε. Κ. για αναίρεση της 5006/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ως προς τον υπό στοιχείο 3.2 τρίτο μέρος αυτού λόγο της.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ