Supreme Court dismisses appeal against first-instance property judgment due to vague and inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against the final judgment of the Single First Instance Court of Tripoli regarding property ownership. The appellants argued for errors in evidence evaluation and vague reasoning but failed to specify the exact legal rules violated. The court rejected these claims as inadmissible due to lack of precision and improper scope, ruling that the appeal must be dismissed in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment must specify the exact legal rule violated and cannot rely on vague assertions of contradiction or general evidence errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 72 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 72/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Β. του Α. και της Β., κατοίκου ..., 2) Κ. Κ. του Σ. και της Δ., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιωσάσης μητρός του Δ., συζύγου Σ. Κ., το γένος Η. και Κ. Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Σαξώνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Λ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Βαρδαλά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2019 αγωγή του ήδη υπό στοιχείο 1 αναιρεσείοντος και της ήδη αποβιωσάσης Δ., συζύγου Σ. Κ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεγαλοπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 18-4-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 44/2023 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 19-4-2021 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της με αρ. 8/2021 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης, που είχε κάνει δεκτή κατ' ουσίαν την από 16-12-2019 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή, του αφού εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση αυτής. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Το άρθρο 560 ΚΠολΔ ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά (ΟλΑΠ 45/1987), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 1622/2025, ΑΠ 557/2024, ΑΠ 1680/2022).
Κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο υπόψη, οδηγεί κατά νόμο, στη γένεση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος (ΟλΑΠ 23/2008).
Ακόμη "πράγμα", υπό την έννοια της διάταξης αυτής αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (ΟλΑΠ 3/2008). Για την ίδρυση δηλαδή του λόγου αυτού, πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως αφορώντες σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν ρητώς ή "εκ των πραγμάτων" προκύπτει ότι το εφετείο εξέτασε τον λόγο αυτό της εφέσεως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 20/2017).
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 457 παρ. 2 και 3, 460, 461 και 463 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με τα δημόσια, δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, καθόσον η αμφισβήτηση της γνησιότητας αποτελεί άρνηση. Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορο αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκειμένου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλουμένου την πλαστότητα, επιβαρυνομένου με την απόδειξη της κατά τα άρθρα 463 και 98 ΚΠολΔ (ΑΠ 20/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημος με το εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα του ως άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλομένου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλομένη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Ο πατέρας του πρώτου ενάγοντος και αδελφός της δεύτερης ενάγουσας Α. Β., ο οποίος πέθανε στην Αθήνα στις ....2009, εγκατέστησε δυνάμει της από 30.10.2008 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 165/2010 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, κληρονόμο του τον πρώτο ενάγοντα και μεταξύ άλλων κατέλιπε σ' αυτόν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου (πρώην αμπέλου), στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, στα οικοδομικά τετράγωνα 180 και 181, το οποίο σύμφωνα με την υπ' αριθ. ....2010 νόμιμα μεταγραμμένη δήλωσή του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Π. - Μ., έχει έκταση 4.000 m2 και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Τ., βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου και νότια με αδιάνοικτη οδό ... Το οικόπεδο αυτό φέρεται ότι ανήκε στην Κ. χήρα Η. Β., το γένος Γ. Ν., μητέρα του Α. Β. και της δεύτερης ενάγουσας, η οποία πέθανε στην Αθήνα στις ....1982 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα παραπάνω τέκνα της, που αποδέχθηκαν την κληρονομιά της με την υπ' αριθ. ....2002 νόμιμα μεταγραμμένη κοινή δήλωσή τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Κ., στην οποία η περιγραφή του οικοπέδου, που περιήλθε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε κάθε τέκνο, είναι κατά έκταση και όρια η αυτή με την περιγραφή του στην ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του πρώτου ενάγοντας, όμως εμφανίζεται να βρίσκεται εντός των οικοδομικών τετραγώνων 180 και 189 αντί των οικοδομικών τετραγώνων 180 και 181 της δήλωσης του πρώτου ενάγοντος.
Στην Κ. Β. - Ν. το οικόπεδο αυτό, όπως αναφέρεται στη δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς της από τα τέκνα της, περιήλθε δυνάμει της από ....1941 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα της Γ. Ν., που πέθανε στο Δερβένι Αρκαδίας στις ....1941 και η διαθήκη του δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 109/1942 πρακτικό του Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
Σύμφωνα με τη διαθήκη αυτή, ο Γ. Ν. κατέλιπε στην θυγατέρα του Κ. την ευρισκομένη στην Μεγαλόπολη Αρκαδίας παλαιό άμπελο και ήδη αγρό, όσης έκτασης και αν είναι, υπό τον όρο ότι αυτή θα παραιτείτο με συμβολαιογραφική πράξη από το μερίδιό της στην οικία του διαθέτη, στην Μεγαλόπολη Αρκαδίας. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το κληρονομιαίο ακίνητο, που αναφέρεται στα παραπάνω έγγραφα αρχικά ως άμπελος ή αγρός και μετέπειτα ως οικόπεδο, ταυτίζεται με το ακίνητο που αποτυπώνεται με τους αριθμούς 1-2-3-4-5-6-7-8- 9-10-11-12-13-1 στο προσαρτημένο στην ένδικη αγωγή από Απριλίου 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.
Σ. Το ακίνητο αυτό, στο οποίο περιλαμβάνεται και το υπό στοιχεία 4-α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ- 4 επίδικο εδαφικό τμήμα, έχει συνολική έκταση 4.260,42 m2, αποτελεί οικόπεδο εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της Μεγαλόπολης Αρκαδίας, στο οικοδομικό τετράγωνο 189 κατά το μεγαλύτερο υπό τους αριθμούς 1-2-3-4-5-6-11-12-13-1 μέρος του, εμβαδού 3.507,31 m2 και στο οικοδομικό τετράγωνο 413 κατά το μέρος του υπό τους αριθμούς 7-8-9-10-7, εμβαδού 430,86 m2, ενώ το μέρος του υπό τους αριθμούς 6-7-10-11-6, εμβαδού 322,25 m2, ρυμοτομείται προς διάνοιξη της οδού ...
Αντίθετα, συνεπώς, με τις δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς των εναγόντων, στις οποίες το διεκδικούμενο από αυτούς ακίνητο εμφανίζεται να βρίσκεται στα οικοδομικά τετράγωνα 180 και 181 ή 189 της Μεγαλόπολης, να έχει δε ως νότιο όριο την οδό ... , το ακίνητο αυτό, κατά το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, βρίσκεται στα οικοδομικά τετράγωνα 189 και 413, η δε οδός ...
δεν αποτελεί το νότιο όριό του, αλλά διαχωρίζει το ακίνητο για τις ανάγκες διάνοιξής της στο βόρειο μικρότερο τμήμα του και στο νότιο μεγαλύτερο τμήμα του. Ως ενιαίο το αυτό ακίνητο εμφανίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα να συνορεύει βορείως επί της πλευράς 3-4 , μήκους 28,39 m, με ιδιοκτησία Α. και επί της πλευράς 8-9, μήκους 25,57 m, με ιδιοκτησία Λ. , ανατολικά επί της πλευράς 2-3, μήκους 28,10 πι, με την υπό διάνοιξη οδό ..., επί της πλευράς 4-5, μήκους 28,49 m, με ιδιοκτησία Α., επί της πλευράς 5-6, μήκους 11,55 m, με ιδιοκτησία Λ., επί της πλευράς 6-7, μήκους 10,49 m, με την υπό διάνοιξη οδό ...
και επί της πλευράς 7-8, μήκους 9,39 m, με ιδιοκτησία Λ., νοτίως επί της πλευράς 13-1, μήκους 19,13 m, με ιδιοκτησία Μ. Τ. και επί της πλευράς 1-2, μήκους 57,41 m, με την οδό ... και δυτικά επί της πλευράς 9-10, μήκους 22,85 m, με ιδιοκτησία Μ. Τ., επί της πλευράς 10-11, μήκους 11,33 m, με την υπό διάνοιξη οδό ..., επί της πλευράς 11-12, μήκους 28,79 m, με ιδιοκτησία Μ.
Τ. και επί της πλευράς 12-13, μήκους 40,54 m, με ιδιοκτησία επίσης Μ. Τ.
Εξάλλου, κατά το αυτό τοπογραφικό διάγραμμα το επίδικο εδαφικό τμήμα έχει εμβαδόν 1.142,20 m2 και όρια βορείως επί της πλευράς 4-α, μήκους 11,95 m, με ιδιοκτησία Α. και επί της πλευράς α- β, μήκους 13,16 m, με υπόλοιπο ιδιοκτησίας των εναγόντων, ανατολικά επί της πλευράς β-γ, μήκους 8,06 m και επί της πλευράς γ-δ, μήκους 12,57 m, με υπόλοιπο ιδιοκτησίας των εναγόντων και επί της πλευράς δ-ε, μήκους 1,97 m, με την υπό διάνοιξη οδό ... , νοτίως επί της πλευράς ε-ζ, μήκους 54,46 m, με υπόλοιπο ιδιοκτησίας των εναγόντων και δυτικά, επί της πλευράς ζ-η, μήκους 21,66 m, επί της πλευράς η-θ, μήκους 12,31 ι m και επί της πλευράς θ- 4, μήκους 10,10 m, με υπόλοιπο ιδιοκτησίας των εναγόντων.
Με βάση αυτά τα δεδομένα δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα καλύπτεται από τους επικαλούμενους τίτλους κυριότητας των εναγόντων ή από την από ....1993 έκθεση ελέγχου της Δ.Ο.Υ. Μεγαλόπολης, που αφορά την κληρονομιά της Κ. Β., ενώ και ο μάρτυρας των εναγόντων Α. Γ. στην με αριθμό .../2020 ένορκη βεβαίωσή του αόριστα και χωρίς προσωπική αντίληψη αναφέρεται σε πράξεις νομής των φερομένων ως δικαιοπαρόχων των εναγόντων, ισχυριζόμενος ότι ο μεν Γ.
Ν. χρησιμοποιούσε το όλο ακίνητο ως αμπέλι, η δε κόρη του Κ. το καλλιεργούσε με δημητριακά και κηπευτικά, χωρίς ωστόσο να μπορεί να βεβαιώσει ότι οι πράξεις αυτές αφορούσαν και το επίδικο εδαφικό τμήμα. Το ίδιο ισχύει και για τις πράξεις νομής που αποδίδει στον πατέρα του πρώτου ενάγοντος Α. Β. , ισχυριζόμενος ότι αυτός μέχρι το θάνατό του, το έτος 2009, αρχικά καλλιεργούσε για λογαριασμό και της δεύτερης ενάγουσας το ακίνητο με κηπευτικά, ενώ στη συνέχεια το εκμίσθωνε σε ποιμένες της περιοχής για τη βόσκηση των αιγοπροβάτων τους, χωρίς πάντως να είναι σε θέση να κατονομάσει έστω και έναν από τους ποιμένες αυτούς.
Επομένως δεν θεμελιώνεται κυριότητα των εναγόντων στο επίδικο εδαφικό τμήμα με παραγωγό, αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τα προσόντα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και ειδικότερα με συνεχείς πράξεις νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο επί δεκαετία προκειμένου για τακτική χρησικτησία (άρθρο 1041 ΑΚ) και επί εικοσαετία ανεξαρτήτως καλής πίστης και νόμιμου τίτλου προκειμένου για έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ) και αντίστοιχα δεν συντρέχει περίπτωση προσαύξησης χρόνου χρησικτησίας στο επίδικο εδαφικό τμήμα των φερομένων ως δικαιοπαρόχων τους (άρθρο 1051 ΑΚ).
Ούτε βέβαια αρκεί για να καταστήσει κυρίους τους ενάγοντες στο εδαφικό αυτό τμήμα η υποβολή και ως προς αυτό, στις 18.4.2019, αντιστοίχων δηλώσεών τους στο αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης κατά τον ν. 2308/1995, ενώ τόσο στο έντυπο Ε-9, που υπέβαλε στην ΙΒ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών ο Α. Β. με χρόνο αναφοράς την 1.1.2005, όσο και στο όμοιο έντυπο, που υπέβαλε ο πρώτος ενάγων με χρόνο αναφοράς την 1.1.2021, δηλώνεται σχετικά ακίνητο 4.000 m2, όπως άλλωστε και στη δήλωση ΕΝΦΙΑ, που υπέβαλε ο πρώτος ενάγων για τα έτη 2015 - 2019 (βλ.
το από 31.7.2020 πιστοποιητικό της ΑΑΔΕ).
Εξάλλου, και σε τίτλους ιδιοκτησίας τρίτων, το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν εμφανίζεται να ανήκει στους ενάγοντες ή σε δικαιοπαρόχους τους. Έτσι, στην με αριθμό ....2002 ενώπιον της συμβολαιογράφου Μεγαλόπολης Αρκαδίας Δ. Σ. - Κ. δήλωση αποδοχής από τους Γ., Ε. και Δ. Α. της κληρονομιάς του πατέρα τους Π. Α. , το επίδικο εδαφικό τμήμα, το οποίο σύμφωνα με το παραπάνω από Απριλίου 2019, αλλά και το από Νοεμβρίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.
Σ. , αποτελεί το νότιο όριο κληρονομιαίου οικοπέδου τους, εμφανίζεται να ανήκει στους κληρονόμους Σ. Μ., ενώ ως ιδιοκτησία της Ε. Τ. συζύγου Ν. Φ. εμφανίζεται το επίδικο εδαφικό τμήμα στο υπ' αριθ. ....1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Τρίπολης Χ. Π. , με το οποίο ο εναγόμενος και η σύζυγός του Μ. αγόρασαν κατ' ισομοιρία από τον Γ.
Μ. οικόπεδο νοτίως του επίδικου εδαφικού τμήματος. Προπάντων όμως καθοριστικής σημασίας για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου εδαφικού τμήματος είναι το από Ιανουάριου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Μ. Μ. , που συντάχθηκε με εντολή των εναγόντων και στο οποίο με υπόδειξή τους το εδαφικό αυτό τμήμα εμφανίζεται ως ιδιοκτησία του εναγομένου.
Ο τελευταίος ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και ισχυρίζεται και με την υπό κρίση έφεσή του ότι αγόρασε ατύπως το εδαφικό αυτό τμήμα το έτος 1993 από την Α. σύζυγο Α. Μ., το γένος Ν. Φ. και έκτοτε, αφού το περιέφραξε, το καλλιεργούσε με δημητριακά και προ δεκαετίας φύτευσε σ αυτό ροδιές, ενώ και η δικαιοπάροχός του από το 1970, που περιήλθε σ αυτήν με άτυπη δωρεά της μητέρας της Ε.
Τ. - Φ. το επέβλεπε και το εκμίσθωνε σε γεωργούς και βοσκούς της περιοχής. Επικαλέστηκε δηλαδή και επικαλείται ο εναγόμενος κυριότητά του στο επίδικο εδαφικό τμήμα με έκτακτη χρησικτησία που άρχισε από την δικαιοπάροχό του και συνεχίστηκε από αυτόν, προσκόμισε δε και επικαλείται προς απόδειξη των ισχυρισμών του τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του, οι οποίοι αναγνωρίζουν ως κύριο του επιδίκου τον εναγόμενο αναφερόμενοι σε πράξεις νομής του ίδιου και της δικαιοπαρόχου του.
Ωστόσο, για την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής δεν είναι κρίσιμη η ύπαρξη και η απόδειξη της κυριότητας του εναγομένου στο επίδικο εδαφικό τμήμα το οποίο πάντως το κατέχει, τουλάχιστον από το έτος 2017, όπως δέχονται και οι ενάγοντες, αλλά η ύπαρξη και η απόδειξη δικής τους κυριότητας στο επίδικο εδαφικό τμήμα.
Όμως σύμφωνα με όσα παροαναφέρθηκαν, δεν αποδεικνύεται κυριότητά τους στο επίδικο εδαφικό τμήμα και συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε διαφορετικά και αφού αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους στο τμήμα αυτό, υποχρέωσε τον εναγόμενο να τους το αποδώσει, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, δεχόμενη στην ουσία την ένδικη αγωγή τους.".
Κατόπιν τούτων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας την αγωγή κατ' ουσίαν, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, που αποτελείται από δύο σκέλη, πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, με το πρώτο μέρος για την από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια (που είναι ταυτόσημος με τον αναγραφόμενο στον αναιρετήριο αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αιτιώμενοι ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα δια της γενικής αρνήσεως όλων των ισχυρισμών, ενστάσεων και προτάσεων του εναγομένου -εκκαλούντος, ισχυρισμό τους περί αμφισβήτησης της γνησιότητας του από μηνός Ιανουαρίου του έτους 2010 τοπογραφικού διαγράμματος της τοπογράφου μηχανικού Μ. Μ. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος πρωτίστως λόγω αοριστίας διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η παραδεκτή προβολή ενστάσεως πλαστότητας του, από μηνός Ιανουαρίου του έτους 2010, τοπογραφικού διαγράμματος της τοπογράφου μηχανικού Μ. Μ., το οποίο, σημειωτέον, δεν αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο στο οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462 και 463 ΚΠολΔ, αλλά μόνο η αμφισβήτηση των ισχυρισμών, αιτήσεων και ενστάσεων του αντιδίκου.
Εξάλλου η αμφισβήτηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου συνιστά αρνητική απάντηση και όχι ένσταση πλαστότητας εγγράφου και, κατά συνέπειαν, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που μπορεί να στηρίξει την εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη. Με το δεύτερο σκέλος του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά τον νόμο λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, η λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, εμπίπτει στο πεδίο ελέγχου εκ του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που δεν προβλέπεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα ως λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων εκείνων των δικαστηρίων.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που είναι ταυτόσημη με την αναγραφόμενη στο αναιρετήριο πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της εκ πλαγίου παραβίασης διατάξεως ουσιαστικού νόμου, αιτιώμενοι ότι η απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ζητήματος της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος διότι δεν περιέχει το αναιρετήριο τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά τα ήδη εκτεθέντα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού που υπέβαλε με τις κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2023 και με αρ. καταθ. 20/2023 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 44/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ