Legislator Case Law & Legislation
72/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling on tax collection during special liquidation.

Case Number 72/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting its appeal in a special liquidation case. The State argued that issuing a tax enforcement certificate while the bank was under special liquidation violated the Bankruptcy Code's suspension of creditor actions. The court held that the lower court correctly applied the law, finding the tax certificate issued during the liquidation period invalid and the State's appeal baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 145 of Law 4261/2014 and Article 25 of the Bankruptcy Code; The issuance of administrative enforcement measures, including tax certificates, during special liquidation of a credit institution is prohibited, rendering such acts void and the subsequent enforcement illegal.

Keywords

AI generated
special liquidation bankruptcy code tax enforcement creditor suspension administrative acts enforcement validity Greek law

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 145 of Law 4261/2014
Article 25 of the Bankruptcy Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 72 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 72/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1-1-2017 από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "F. - Π. Ε. Τ. Α. Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καβαδέλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2544/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3836/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 3836/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 28-7-2017 έφεση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1-1-2017 από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, κατά της υπ' αριθμ. 2544/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 3-7-2014 ανακοπή της αναιρεσίβλητης υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι, ειδικότερα, αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσίβλητη υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη εταιρία με την από 3-7-2014 ανακοπή της, ζήτησε, για τους εκτιθέμενους σε αυτή λόγους, να ακυρωθούν α) ο με αριθμό 1 ?Χρηματικός Κατάλογος οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου? οικ.

Έτους 2013 του ΓΛΚ (25η δ/ΝΣΗ - Τμ. Β'), β) η συναφής από 8-11-2013 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση, της ως άνω υπηρεσίας, γ)η με αριθμό …/19-3-2014 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και δ)η με αριθμό …/20-3-2014 ατομική ειδοποίηση χρεών της ίδιας Δ.Ο.Υ., με τα οποία καταλογίστηκε σε βάρος της ποσό 375.000 ευρώ, ως προμήθεια οφειλόμενη στο καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείοντος, για την παροχή υπέρ αυτής εγγύησης σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3723/2008, προκειμένου να λάβει δάνειο, μέσω εκδόσεως ομολογιακού δανείου ποσού 50.000.000 ευρώ.

Ακολούθως, με τη με αριθμό 2544/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αφού απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα αιτήματα για ακύρωση της τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης και της ατομικής ειδοποίησης, έγινε δεκτός ο δεύτερος λόγος της ανακοπής και ακυρώθηκαν ο ως άνω χρηματικός κατάλογος και η ταμειακή βεβαίωση.

Επί της από 28-7-2017 εφέσεως που άσκησε το ηττηθέν καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, εκδόθηκε από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 3836/2018 τελεσίδικη απόφασή του, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Κατά της αμέσως παραπάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η κρινόμενη από 18-9-2019 αίτηση αναίρεσης.

Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, ΑΠ 568/13).

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1062/2014, ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).

Περαιτέρω, κατά την ταυτόσημη προς το καταργηθέν, άρθρο 68 ν. 3601/2007, διάταξη του άρθρου 145 ν. 4261/2014 "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α' 94) και του άρθρου 142 του παρόντος νόμου α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης.

β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος....δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο.

Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος,... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα...". Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ταυτόσημης προς την παραπάνω εξουσιοδότηση του άρθρου 68 § 2 ν. 3601/2007 απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση 21/2/4.11.2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2498/4-11-2011, ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρ. 68 παρ. 2 ν. 3601/2007.

Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα.

Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Τέλος, κατά τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κωδικός (ΠτΚ) "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους.

Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η αναιρεσίβλητη, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.

Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθαρίσεως και της πτωχεύσεως συνισταμένου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής, ικανοποίηση, αποκλειστικώς δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης αρ. 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 145 ν. 4261/2014 μόνο των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το ως άνω άρθρο εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση του άρθ. 68 ν. 3601/2007 εγκριθέντα κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ (ΑΠ 822/2015), η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτωχεύσεως, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση εκδίκαση ενδίκων μέσων κλπ), απαγγελλομένης της απολύτου ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων.

Οι πιστωτές της εκκαθαρίσεως ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτωχεύσεως, όπως αυτοί ορίζονται στην επίσης εφαρμοζόμενη επί της εκκαθαρίσεως πιστωτικού ιδρύματος διάταξη του άρθρου 21 ΠτΚ, και επομένως ως τέτοιοι (πιστωτές της εκκαθαρίσεως) θεωρούνται εκείνοι που διατηρούν κατά το χρόνο θέσεως του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, υπαρκτή, γεννημένη, δικαστικά επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 1410/2022, AΠ 1101/2021).

Από τη σαφή (γραμματική) διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στις ρυθμίσεις αυτών εμπίπτουν μόνο οι πιστωτές (της εκκαθαρίσεως, εν προκειμένω), όχι, όμως και οι οφειλέτες αυτής, οι οποίοι και σε περίπτωση, που επιδιώκουν με αγωγή την αναγνώριση ανυπαρξίας ή μειωμένης οφειλής τους προς το υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, δεν καθίστανται, εξ αυτού του γεγονότος, πιστωτές, από οφειλέτες του, αφού δεν μεταβάλλεται, εξ αιτίας αυτού, η έννομη, συμβατική, σχέση, που τους συνδέει με το υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, ήτοι της δανειακής σύμβασης, με την οποίαν αυτοί έχουν συμβληθεί ως δανειολήπτες - οφειλέτες του (ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 22/2020).

Σημειουμένου εδώ, προς ενίσχυση του ανωτέρω συμπεράσματος, ότι αν, πράγματι, ήθελε τούτο (δηλ. αναστολή όλων, ανεξαιρέτως, των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κλπ., συμπεριλαμβανομένων και αυτών των οφειλετών του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος) ο Νομοθέτης, θα συμπεριελάμβανε στις ρυθμίσεις των ανωτέρω διατάξεων και τις περιπτώσεις αυτές, που, ασφαλώς, τελούσαν σε γνώση του, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτές (ρυθμίσεις) τέθηκαν, ειδικά, για τη διαδικασία εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως, εν προκειμένω, είναι και το αναιρεσείον.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρείας, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες. Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη.

Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται ως άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του ιδρύματος, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.

Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών της εκκαθάρισης επί ενδίκως εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. σε βάρος της τραπεζικής εταιρείας αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν, εκ μέρους των πιστωτών, αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη τη συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή διαδικασίας.

Αντιστοίχως άκυρες κρίνονται και όλες οι διενεργούμενες, παρά τη θέση του ιδρύματος σε εκκαθάριση, διαδικαστικές πράξεις. Σε τέτοια περίπτωση, το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το αρθρ. 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη είτε την συνέχιση της διαδικασίας είτε την συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων (ΑΠ 1410/2022, ΑΠ 1101/2021).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο αποτελούν α) η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β)...

Σε κάθε περίπτωση πρέπει από τον τίτλο, δηλαδή από το σύνολο των εγγράφων που τον συγκροτούν, να προκύπτει βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση, το είδος αυτής και η ακριβής αιτία της αντίστοιχης οφειλής, δηλαδή ανάλυση της κίνησης του λογαριασμού της, ώστε, αν αμφισβητηθεί, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος, αφού με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατόν να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφή την αιτία του χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Δημόσιο, η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας, αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά τίτλο εκτέλεσης (ΑΠ 229/2023, ΑΠ 341/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''Η ανακόπτουσα τραπεζική εταιρία, είχε συσταθεί και λειτουργούσε νόμιμα από το έτος 2001, δυνάμει της με αριθμό 23017/6-11- 2001 πράξης της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ζαφειρίας Σουρή, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα, στο ΦΕΚτ.ΑΕ/ΕΠΕ 10171/15-11-2001.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3723/2008, το Ελληνικό Δημόσιο, παρείχε την εγγύηση του, μέχρι συνολικού ποσού 15 δισεκατομμυρίων, προς τα πιστωτικά ιδρύματα που είχαν άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον κάλυπταν το δείκτη της κεφαλαιακής επάρκειας που έθετε η τελευταία, για δάνεια που θα συνάπτονταν μέχρι 31-12-2009, με ή χωρίς έκδοση τίτλων και με διάρκεια από τρεις μήνες έως τρία έτη.

Ακολούθως εκδόθηκε η με αριθμό 2/5121/0025/2009 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 140/29-1-2009), με την οποία καθορίστηκαν οι όροι της εγγύησης. Δυνάμει δε των με αριθμό 13264/Β.527 (ΦΕΚ Β352/30-3-2010), 29850 Β 1465/9-7-2010 (ΦΕΚ Β' 1091/19-7-2010) και 59181/Β, 2585/24-12-2010 (ΦΕΚ Β' 2015/27-12-2010) υπουργικών αποφάσεων, παρατάθηκε διαδοχικά μέχρι και τις 30-6-2011, η αρχικά προβλεπόμενη μέχρι την 31-12-2009 προθεσμία για τη συμμετοχή των πιστωτικών ιδρυμάτων στη διάταξη του άρθρου 2 του Ν.3723/2008.

Η ανακόπτουσα υπέβαλλε την από 18-1-2011 αίτησή της προς το Υπουργείο Οικονομικών (Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Διεύθυνση 25η Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών) για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει του ως άνω άρθρου 2 του Ν. 3723/2008, προκειμένου να εκδώσει αυτή ομολογιακό δάνειο, συνολικού ποσού 50.000.000 ευρώ και με το από 4-3-2011 έγγραφο της υπέβαλε προς την ανωτέρω Διεύθυνση, τα σχετικά με την έκδοση του ομολογιακού δανείου έγγραφα.

Επί της ανωτέρω αίτησης της ανακόπτουσας, εκδόθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου 2/20701/0025/11-3-2011 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β/842/16.05.2011), με την οποία το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο παρείχε την εγγύησή του προς τους ομολογιούχους ομολογιακού δανείου εκδόσεως της "FΒΒ", συνολικής ονομαστικής αξίας 50.000.000 ευρώ, προκειμένου αυτή να διευκολυνθεί στην χρηματοδότησή της, μέσω δανεισμού από ξένα και εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτό η ρευστότητά της.

Για την παροχή της ως άνω εγγύησης, η ανακόπτουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει προμήθεια στο Δημόσιο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην με αριθμό 54201/Β2884/2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ανερχόμενη σε ποσοστό 150 μονάδων βάσης κατ' έτος, επί της συνολικής ονομαστικής αξίας των ομολογιών, καταβλητέα την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε εξαμήνου της διάρκειας της εγγύησης.

Κατόπιν αυτών, η ανακόπτουσα εξέδωσε την 9-3- 2011 Πρόγραμμα Ομολογιακού Δανείου, βάσει του οποίου την 14-3-2011 εκδόθηκαν 500 ανώνυμες ομολογίες, ονομαστικής αξίας εκάστης ομολογίας 100.000 ευρώ, με επιτόκιο Euribor τριμήνου, πλέον περιθωρίου 10,50% ετησίως, και ημερομηνία λήξης την 14-3-2014, που ενσωματώθηκαν σε ένα ειδικό ομόλογο με … Χ8 0604010123 ονομαστικής αξίας 50.000.000 ευρώ.

Περαιτέρω, δυνάμει της με αριθμό 73/1/10.5.2013 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ τ. Β' 1137/10.5.2013), ανακλήθηκε η άδεια της ανακόπτουσας και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση κατ' άρθρο 68 Ν.3601/2007 (ήδη 145 Ν. 4261/2014). Με την με αριθμό 10/1/10.05.2013 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος που απαγόρευσε, μεταξύ άλλων, στην υπό ειδική εκκαθάριση Τράπεζα και την ανάληψη υποχρεώσεων (περ.

στ άρθρου 11 του ν. 3601/2007, ως ίσχυε, εκ μέρους της ανακόπτουσας, για το διάστημα μετά τις 10-5-2013, καθορίστηκαν τα στοιχεία της περιουσίας της τελευταίας (συμβατικές σχέσεις, στοιχεία ενεργητικού και παθητικού κ.ο.κ.) που μεταβιβάστηκαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και εκείνα που διατηρήθηκαν στην περιουσία της ίδιας, για τους σκοπούς της εκκαθάρισης.

Μεταξύ άλλων στοιχείων, στην περιουσία της ανακόπτουσας παρέμεινε και το ως άνω ειδικό ομόλογο εκδόσεώς της, με κωδικό … Χ5 0604010123, αξίας 50.000.000 ευρώ. Για το εξάμηνο από 14- 9-2013 έως 14-3-2014, ήτοι χρονική περίοδο μετά τη θέση αυτής σε ειδική εκκαθάριση, η ανακόπτουσα δεν κατέβαλε την αναλογούσα οφειλόμενη προμήθεια ποσού 375.000 ευρώ και το καθού προέβη σε καταλογισμό της, με την έκδοση του προσβαλλόμενου με αριθμό 1 χρηματικού καταλόγου και εν συνεχεία βεβαιώθηκε ταμειακά η εν λόγω οφειλή με την με αριθμό 3668/19- 3-2014 πράξη της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

ΦΑΕ Αθηνών, η οποία γνωστοποιήθηκε στην ανακόπτουσα με την με αριθμό 1120/20-3-2014 ατομική ειδοποίηση, η οποία της επιδόθηκε στις 31-3-2014. Όμως, ήδη κατά την έκδοση και επίδοση της ως άνω πράξης η ανακόπτουσα τελούσε σε ειδική εκκαθάριση και σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, είχαν ανασταλεί τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα εναντίον της, στα οποία περιλαμβάνεται και η έκδοση πράξεων διοικητικής φύσεως και η εκτέλεση τους, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 25 του νέου Πτωχευτικού Κώδικα, ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προαναφερόμενο άρθρο 145 του ν.4261/2014, αλλά και στο προοίμιο του Κανονισμού της Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων (υπ' αριθ. 21/2/4-11-2011 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος-ΦΕΚ Β 2498/4-11-2011).

Η επιχείρηση δε τέτοιων πράξεων, παρά την συνδρομή της αναστολής, καθιστά αυτές άκυρες.

Εν προκειμένω εκδόθηκαν από διοικητική αρχή, ήτοι από το Γ.Λ.Κ. ο με αριθμό 1 χρηματικός κατάλογος που αποτελεί τον εν ευρεία έννοια νόμιμο τίτλο της ένδικης απαίτησης του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου και βάσει αυτού, από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε Αθηνών, η με αριθμό …//19-3-2014 ταμειακή βεβαίωση, που αποτελεί τον εν στενή εννοία νόμιμο τίτλο, αλλά και επιθετική πράξη, διότι συνιστά τίτλο εκτέλεσης, αφού είναι δυνατόν να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση, για την είσπραξη της ως άνω απαίτησης του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης. Το Ελληνικό Δημόσιο καταλαμβάνεται από την αναστολή των ατομικών διώξεων, καθόσον καταργήθηκε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, το προβλεπόμενο από τον ΚΕΔΕ, προνόμιο αυτού, για επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τη διάρκεια της πτώχευσης και αυτό πλέον αναγγέλλεται για τις απαιτήσεις του στον Ειδικό Εκκαθαριστή και κατατάσσεται στο συντασσόμενο πίνακα διανομής, όπως συνάδει με τη συλλογικότητα δράσης των πιστωτών και την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της σύμπραξής τους σε κοινωνία ζημίας, που διέπουν και το δίκαιο της ειδικής εκκαθάρισης, όπως και την πτώχευση, που είναι παρεμφερείς θεσμοί, ο πρώτος ειδικότερος διότι αφορά μόνο τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία δεν μπορούν να κηρυχθούν σε πτώχευση.

Συνεπώς, πρέπει ν' ακυρωθούν οι ως άνω προσβαλλόμενες πράξεις του χρηματικού καταλόγου και της ταμειακές βεβαίωσης, γενομένου δεκτού του δευτέρου λόγου της ανακοπής....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε κάνει δεκτή την ανακοπή της αναιρεσίβλητης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 145 του Ν. 4261/2014 και 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η βάσει του με αριθμό 1 ?Χρηματικού Καταλόγου οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου? οικ.

Έτους 2013 του ΓΛΚ (25η δ/ΝΣΗ - Τμ. Β') εκδοθείσα με αριθμό …/19-3-2014 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, που συνιστά τίτλο εκτέλεσης για την είσπραξη της ένδικης απαίτησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη με την με αριθμό 1120/20-3-2014 ατομική ειδοποίηση, η οποία επιδόθηκε σ' αυτή στις 31-3-2014, και β) δυνάμει της με αριθμό 73/1/10.5.2013 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ τ.

Β' 1137/10.5.2013), ανακλήθηκε η άδεια της αναιρεσίβλητης και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση, και επομένως, η έκδοση και επίδοση της ως άνω ταμειακής βεβαίωσης στην αναιρεσίβλητη, εφόσον έλαβε χώρα ενώ ήδη αυτή τελούσε σε ειδική εκκαθάριση, έγινε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφαρμόζεται, συμπληρωματικώς και ευθέως, στη διαδικασία της ειδικής εκκαθαρίσεως πιστωτικών ιδρυμάτων, με συνέπεια την αναστολή των κατ' αυτής ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έκδοση πράξεων διοικητικής φύσεως και η εκτέλεσή τους, όπως είναι και η ένδικη ταμειακή βεβαίωση, που καθιστά αυτές, εφόσον εκδόθηκαν παρά τη συνδρομή της αναστολής, άκυρες.

Συνεπώς, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-9-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3836/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ