Supreme Court partially allows breach of contract claim, reducing damages by 95% due to plaintiff's contributory negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the plaintiff's breach of contract claim against the bank, ordering payment of 255,050 euros. While the bank was liable for the initial default, the court found the plaintiff contributed to the loss by failing to object to large withdrawals after being informed of them. Consequently, the plaintiff was deemed 95% responsible for the specific losses, significantly reducing the recoverable amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 300 of the Civil Code; The court established that a party's contributory negligence, demonstrated by failing to prevent further losses after being informed, reduces the compensatory award proportionally.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 72 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 72/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος - εφεσιβλήτου: Χ. Σ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Γεώργιο Παπαδημητρίου και 2) Δημήτριο Ρίζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της καθής η κλήση - εκκαλούσας: Ανώνυμης Τραπεζιτικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2010 αγωγή του ήδη καλούντος - εφεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4284/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5828/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο καλών - εφεσίβλητος με την από 31-1-2014 αίτησή του και τους από 15-9-2014 πρόσθετους λόγους αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2118/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ' αριθμ.5828/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2501/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο καλών - εφεσίβλητος με την από 16-7-2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1432/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2501/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα οριζόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 6-2-2020 κλήση του καλούντος- εφεσιβλήτου. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Κυριάκος Μπαμπαλίδης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται ενώπιον του τμήματος αυτού για νέα συζήτηση η ένδικη υπόθεση, μετά από δεύτερη αναίρεση, με την από 6-2-2017 κλήση του εφεσίβλητου - ενάγοντος, σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της με αριθ. 1432/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η με αριθ. 2501/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012) και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής.
Συνεπώς κατά τη νέα εκδίκαση της υπόθεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήσαν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και n υπόθεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την απόφαση αυτή, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ.
και αφού παρασχεθεί n δυνατότητα στους διαδίκους να προβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 28/2020, ΑΠ 1105/2019). Εάν δε η εφετειακή απόφαση δεν αναιρέθηκε κατά τη διάταξή της, με την οποία έγινε τυπικά και κατ` ουσίαν δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αλλά για λόγο σχετικό με την κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής, σημείο εκκίνησης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής είναι η, μετά τη διακράτηση της υπόθεσης από αυτό και την εκδίκαση κατ` ουσίαν της αγωγής, έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και των προβαλλομένων ισχυρισμών από τον εναγόμενο (ΑΠ 1105/2019, ΑΠ 458/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Χ. Σ. άσκησε κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." την από 13-4-2010 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθετε ότι την 1-3-2007, κατά προτροπή του γνωστού του Θ. Β., άνοιξε στο επί της ... κατάστημα της εναγομένης, τον με αριθμ. ... ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, με το νόμιμο τόκο καταθέσεως και του παραδόθηκε το σχετικό βιβλιάριο καταθέσεων, στο λογαριασμό δε αυτό κατέθεσε ο ίδιος ή τρίτοι ενεργούντες κατ' εντολή και για λογαριασμό του, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2007 έως και 19-7-2007, το συνολικό ποσό των 390.000 ευρώ.
Ότι από τον εν λόγω λογαριασμό αναλήφθηκε τμηματικά κατά το χρονικό διάστημα από 20-3-2007 έως και 19-7-2007, χωρίς τη θέλησή του και εν αγνοία του, το συνολικό ποσό των 389.000 ευρώ, από τρίτα πρόσωπα στα οποία παρείχαν συνδρομή όργανα της εναγομένης που ενήργησαν με δόλο και σε κάθε περίπτωση με βαριά αμέλεια, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως ενεχόμενη με βάση τις διατάξεις περί ανώμαλης παρακαταθήκης και του άρθρου 3 του ν. δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", αλλά και με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, α) το ποσό των 389.000 ευρώ που αντιστοιχεί στο σύνολο του παρανόμως αναληφθέντος κεφαλαίου, β) το ποσό των 8.907 ευρώ που αντιστοιχεί στους νόμιμους τόκους καταθέσεων επί του ανωτέρω κεφαλαίου του χρονικού διαστήματος από 19-3-2007 έως και 12-2-2010, ποσά κατά τα οποία ζημιώθηκε και η εναγομένη αρνείται να του τα καταβάλει, και γ) το ποσό των 400.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εις βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων της εναγομένης και όλα αυτά τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθ. 4284/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην της εναγομένης, με την οποία κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, πλην της σωρευόμενης κύριας αυτής βάσης από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και του αναγκαίως συνεχόμενου με αυτήν αγωγικού αιτήματος περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που απερρίφθη ως μη νόμιμο, ακολούθως δε, λόγω του συναγόμενου εις βάρος της εναγομένης, εξαιτίας της ερημοδικίας της, τεκμηρίου ομολογίας της ιστορικής βάσης της αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και ως ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (389.000 + 8.097) 397.097 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής και δη κατά του μέρους που έγινε δεκτή η αγωγή, άσκησε η εναγομένη την από 20-9-2012 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθ. 5828/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η υπ` αριθ. 4284/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την ένδικη αγωγή, κρατήθηκε η υπόθεση κατά το μέρος αυτό και απορρίφθηκε τελικά η άνω αγωγή ως ουσία αβάσιμη, αφού έγινε δεκτό ότι οι αναλήψεις των χρηματικών ποσών από τον ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου του ενάγοντος έγιναν εν γνώσει του και με την προφορική συναίνεσή του και ότι, σε κάθε περίπτωση, καμία δόλια ή αμελής συμπεριφορά δεν βάρυνε τους υπαλλήλους του καταστήματος ...
της εναγομένης κατά την εκτέλεση των αναλήψεων αυτών. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 31-1-2014 αίτηση αναιρέσεως και τους από 15-9-2014 πρόσθετους λόγους αυτής ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, το οποίο με την υπ` αριθ. 2118/2014 απόφασή του αναίρεσε αυτήν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεχόμενο ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 330, 334, 827, 830 § 1 ΑΚ και 3 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 που εφάρμοσε, αφού, υπό τα περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης συγκροτεί την αόριστη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας και, κατόπιν αυτού, παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε.
Στη συνέχεια ο ενάγων με την από 25-11-2016 κλήση του επανέφερε προς συζήτηση την άνω από 13-4-2010 αγωγή του, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου παραπομπής, το οποίο με την υπ` αριθ. 2501/2018 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την υπ` αριθ. 4284/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το εκκληθέν μέρος της, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την μη απορριφθείσα πρωτοδίκως βάση της, την οποία δέχθηκε τελικά εν μέρει και ως ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 248.000 ευρώ, αφού δέχθηκε α) ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι του καταστήματος ...
της εναγομένης δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σε σχέση με τις τμηματικές αναλήψεις των επίδικων ποσών από το λογαριασμό του αλλά αντιθέτως επέδειξαν βαριά αμέλεια, αποκλίνουσα σημαντικά και ασυνήθιστα, από τη συμπεριφορά, που θα επεδείκνυε ένας μέτρια συνετός άνθρωπος, υπό ανάλογες περιστάσεις και β) ότι το προσήκον από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη μέτρο επιβάλλει να περιοριστεί η αξίωση του ενάγοντος (κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ) στο ποσό των (130.000 + 118.000) 248.000 ευρώ, ποσό στο οποίο είχε τη δυνατότητα, μετά την ενημέρωση του βιβλιαρίου του (στις 5-7-2007), να περιορίσει την μεταφορά στον αναφερόμενο κοινό λογαριασμό, από τον ατομικό του λογαριασμό και να αποτρέψει άλλες μεταφορές και αναλήψεις, μετά από την ημερομηνία αυτή, δεδομένου ότι στις 9-7-2007 έγινε νέα ανάληψη ποσού 90.000 ευρώ και στις 19-7-2007 έγινε, επίσης, ανάληψη ποσού 51.000 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ο εφεσίβλητος - ενάγων άσκησε την από 16-7-2018 αίτηση αναιρέσεως, προβάλλοντας με τον πρώτο λόγο αυτής πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αριθ. 2118/2014 αναιρετική απόφαση και με τον δεύτερο λόγο της αφενός μεν πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ και αφετέρου πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενος έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1432/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και έγινε δεκτός ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η οποία και δεν είχε έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, από βαρεία αμέλεια των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης κατέστη δυνατή η μεταφορά μεγάλων χρηματικών ποσών από τον ατομικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος.
Κατόπιν αυτών αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, ενόψει του ότι επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση, κρατήθηκε η υπόθεση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση. Σε εκτέλεση της παραπάνω αναιρετικής αποφάσεως (1432/2019) η υπόθεση εισάγεται με την προαναφερθείσα κλήση του εφεσίβλητου - ενάγοντος ενώπιον του τμήματος αυτού προκειμένου να συζητηθεί αυτή κατ' ουσίαν, εντός πάντα των διαγραφομένων από την εν λόγω απόφαση ορίων.
Κατόπιν αυτών, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν η υπόθεση, με σημείο εκκίνησης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, διάταξη ως προς την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την 1432/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα, με την οποία αποσκοπείται κυρίως η ασφαλής φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και συνεπώς έχει επ` αυτής εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830 παρ.1 εδ.
β` ΑΚ, σύμφωνα με την οποία επί ανωμάλου παρακαταθήκης, ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη και επομένως και η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο θεματοφύλακας αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμα δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία, ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "Η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξωφλημένην δια της επ` αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμελεία".
Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο καταθέσεως Ταμιευτηρίου, το οποίο εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη ή Τραπεζική Ανώνυμη Εταιρεία και στο οποίο απεικονίζονται, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τόσον η αρχική κατάθεση, όσον και οι μεταγενέστερες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα γραμμάτια καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων, που ο τελευταίος υπογράφει και διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή.
Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της οφειλέτριας Τράπεζας ή δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, λόγω καταθέσεως χρημάτων στο λογαριασμό του καταθέτη, στον οποίο αντιστοιχεί, ή λόγω αναλήψεως χρημάτων από αυτόν, χωρίς τη χρήση του βιβλιαρίου, που ενημερώνεται δια του ηλεκτρονικού υπολογιστή μόλις προσκομιστεί, εξομοιώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 444 εδ. 3 του ΚΠολΔ, με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 446 παρ. 2 ΚΠολΔικ, πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει (με μηχανική απεικόνιση), επιτρέπεται δε μόνον ανταπόδειξη κατά της αληθείας των εγγράφων.
Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη που απεικονίζεται στο βιβλιάριο αυτό και σημειώνει επ` αυτού την εξόφληση (ανάληψη) με μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχει εφαρμογή η προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 17/7-13/8/1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμον στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε σε τρίτο, που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή η βαριά αμέλεια των οργάνων της.
Τέτοια βαριά αμέλεια υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της τράπεζας, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν σε διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού ή, αναλόγως, της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην Τράπεζα και δεν φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη. (ΑΠ 1432/2019, 759/2014, ΑΠ 1891/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία δυνατόν να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία.
Έτσι, η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 του ΑΚ) έχει, κατ` αρχάς, εφαρμογή προς απόκρουση ή περιστολή της αξιώσεως αποζημιώσεως και δεν προτείνεται εναντίον αξιώσεως για καταδίκη σε παροχή και γενικά σε εκπλήρωση συμβάσεως, αν δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα (ΑΠ 57/2019, ΑΠ 2229/2013, ΑΠ 1058/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται αφενός μεν στα ταυτάριθμα με την 20501/2018 απόφαση αυτού πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και αφετέρου στα υπ' αριθ. 5828/2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου Δικαστηρίου, από τις με αριθ. 48588/19-3-2013 και 48594/20-3-2012 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε.
Π. και Δ. Σ., αφενός, και της Α. Κ., αφετέρου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β., που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγομένης στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δίκης, ύστερα από νομότυπη κλήτευση του ενάγοντος κατ' άρθρο 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ (όπως τούτο προκύπτει από την με αριθ. 7309Ζ/7-3-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π.
Π.) και από όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 1-3-2007 ο ενάγων εμφανίστηκε στο κατάστημα ... … της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, συνοδευόμενος από τον Θ. Β., προκειμένου, όπως δήλωσε στον υπεύθυνο υπάλληλο του τμήματος πελατείας ιδιωτών Δ.
Σ., αφενός μεν να ανοίξει ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, αφετέρου δε να ανοίξει μαζί με τον Θ. Β. κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων, προς διευκόλυνση, όπως είπε, της μεταξύ τους οικονομικής συνεργασίας. Στη συνέχεια, ο ενάγων υπέγραψε το σχετικό έντυπο αίτησης, ανοίχθηκε, στο όνομά του, ο με αριθμό ...
ατομικός λογαριασμός ταμιευτηρίου, στον οποίο κατέθεσε ποσό 500 ευρώ και του παραδόθηκε το σχετικό βιβλιάριο καταθέσεων. Δεν ανοίχθηκε, όμως, και ο κοινός λογαριασμός στο όνομα του ιδίου και του Θ. Β., διότι ο τελευταίος δεν έφερε μαζί του το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας. Έτσι, σε προφορική συνεννόηση, που έγινε μεταξύ του ενάγοντος και του Θ.
Β. αφενός και του ως άνω υπαλλήλου της εναγομένης, αλλά και του διευθυντή του καταστήματος αυτής Ε. Π., αφετέρου, συμφωνήθηκε ότι θα προσέλθει τις επόμενες μέρες μόνος του ο Θ. Β., προκειμένου να πραγματοποιήσει εκείνος το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, στο όνομα αμφοτέρων, δοθέντος ότι τα στοιχεία του ενάγοντος ήταν ήδη γνωστά στην εναγόμενη από το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού ταμιευτηρίου.
Ακολούθως, στις 5-3-2007, ο Θ. Β., στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συνεννοήσεως, προσήλθε στο κατάστημα της εναγόμενης και, αφού υπέγραψε το σχετικό έντυπο αίτησης, ανοίχθηκε στο όνομα του ιδίου και του ενάγοντος ο με αριθμό ... κοινός λογαριασμός καταθέσεων, στον οποίο και κατέθεσε (ο Θ. Β.) ποσό 300 ευρώ. Μετά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης Δ.
Σ., επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα στον αριθμό τηλεφώνου ..., τον οποίο ο ίδιος είχε δηλώσει κατά το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού, τον ενημέρωσε ότι η εναγόμενη τον είχε δεχθεί ως συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού και του ζήτησε να προσέλθει στο κατάστημα για να υπογράψει και ο ίδιος το έντυπο της αίτησης, ενέργεια στην οποία ουδέποτε προέβη, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του και τις επανειλημμένες κλήσεις του ως άνω υπαλλήλου, χωρίς όμως να έχει δημιουργηθεί, από την παράλειψη αυτή του ενάγοντος, πρόβλημα στη λειτουργία του λογαριασμού, δεδομένου ότι ο τελευταίος γνώριζε την ύπαρξή του και συναίνεσε προφορικά, κατά τα προεκτεθέντα, στο άνοιγμα του και στην προσθήκη του ονόματος του, ως συνδικαιούχου.
Ο ατομικός λογαριασμός του ενάγοντος, παρουσίασε κίνηση καταθέσεων από την 1-3-2007 έως και την 12-7-2007, χρονικό διάστημα κατά το οποίο πιστώθηκε με το συνολικό ποσό των 390.000 ευρώ και δη την 1-3-2007 με ποσό 500 ευρώ, στις 14-3-2007 με ποσό 20.300 ευρώ και με άλλο ποσό 99.700 ευρώ, στις 16-3-2007 με ποσό 99.500 ευρώ, στις 19-3-2007 με ποσό 30.000 ευρώ, στις 4-7-2007 με ποσό 99.500 ευρώ και στις 12-7-2007 με ποσό 40.500 ευρώ, δυνάμει ισάριθμων πράξεων καταθέσεων, που διενεργήθηκαν, πλην της πρώτης, σε άλλα καταστήματα της εναγομένης (...), από τον ενάγοντα, αλλά και από τρίτα πρόσωπα.
Κατά τη διάρκεια της κίνησης του ατομικού λογαριασμού του ενάγοντος και δη στις 20-3-2007, 26-3-2007, 9-7-2007 και 19-7-2007, προσήλθε στο κατάστημα της εναγομένης, στο οποίο είχαν ανοιχθεί οι προαναφερόμενοι, ατομικός και κοινός, λογαριασμοί, η Α. Κ., η οποία ήταν γνωστή στους υπαλλήλους της, λόγω της σύμβασης συνεργασίας ατομικών προϊόντων που είχε υπογράψει με την εναγόμενη σε προγενέστερο χρόνο, και εμφάνισε στον αρμόδιο υπάλληλο Δ.
Σ. τις αντίστοιχες από 19-3-2007, 26-3-2007, 6-7-2007 και 18-7-2007 εξουσιοδοτήσεις - υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες ήταν συντεταγμένες επί εντύπου υπεύθυνων δηλώσεων του Ν. 1599/1986, έφεραν αναγεγραμμένα τα στοιχεία ταυτότητας του ενάγοντος, όπως αυτά είχαν δηλωθεί στο κατάστημα της εναγομένης, κατά το άνοιγμα του ατομικού λογαριασμού, καθώς και υπογραφή, κάτω από τον τίτλο "Ο Δηλών".
Με τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις, ο ενάγων εφέρετο εξουσιοδοτών την Α. Κ., να μεταφέρει από τον ατομικό του λογαριασμό, που τηρούσε στο κατάστημα της εναγομένης, στον κοινό λογαριασμό, που τηρούσε στο ίδιο κατάστημα με τον Θ. Β., τα ποσά των 130.000 ευρώ, 118.000 ευρώ, 90.000 ευρώ και 51.000 ευρώ αντίστοιχα. Προς πιστοποίηση της γνησιότητας κάθε μιας από τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις, ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγόμενης Δ.
Σ., κάθε φορά, αφού προέβαινε σε έλεγχο της επ` αυτών υπογραφής του ενάγοντος, η οποία συγκρινόμενη, ομοίαζε με το δείγμα της υπογραφής του, που τηρούσε η εναγόμενη, κατά το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού, στη συνέχεια και πριν από την πραγματοποίηση κάθε συναλλαγής, επικοινωνούσε τηλεφωνικά στον τηλεφωνικό αριθμό που του είχε δοθεί από τον ενάγοντα, και αυτό το πρόσωπο, με το οποίο συνομιλούσε και το οποίο πίστευε ότι ήταν ο ενάγων, τον διαβεβαίωνε, ότι τελούσε εν γνώσει των εξουσιοδοτήσεων και ότι πράγματι επιθυμούσε την πραγματοποίηση των μεταφορών των συγκεκριμένων χρηματικών ποσών από τον ατομικό του λογαριασμό στον κοινό λογαριασμό, του οποίου ήταν συνδικαιούχος μαζί με τον Θ.
Β.. Επίσης δε, πριν από την ολοκλήρωση κάθε συναλλαγής, θεωρούσαν και ενέκριναν τις ως άνω εξουσιοδοτήσεις, o Ε. Π. και o Κ. Ξ., διευθυντής και υποδιευθυντής, αντίστοιχα, του καταστήματος της εναγόμενης, πεπεισμένοι ότι αυτές ήταν γνήσιες, μετά τη διαπίστωση ότι ο Δ. Σ. είχε προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες για τον έλεγχο της γνησιότητάς τους, σε συνδυασμό και με τις διαβεβαιώσεις της Α.
Κ., ότι πράγματι τις είχε λάβει από τον ενάγοντα. Έτσι, τα ως άνω χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 389.000 ευρώ, μεταφέρθηκαν, συμψηφιστικά, από τον ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος στον κοινό λογαριασμό που τηρούσε με τον Θ. Β., από τον οποίο, στη συνέχεια, ο τελευταίος τα ανέλαβε ως συνδικαιούχος και συγκεκριμένα στις 20-3-2007 έγινε ανάληψη ποσού 130.000 ευρώ, στις 26-3-2007 έγινε ανάληψη ποσού 118.000 ευρώ, στις 9-7-2007 έγινε ανάληψη ποσού 90.000 ευρώ και στις 19-7- 2007 έγινε ανάληψη ποσού 51.000 ευρώ.
Στις 17-2-2010, δηλαδή μετά πάροδο τριών περίπου ετών από την τελευταία συμψηφιστική μεταφορά κεφαλαίου, ο ενάγων, προσήλθε στο κατάστημα της εναγομένης και ζήτησε την κίνηση του ατομικού του λογαριασμού, η οποία του δόθηκε εγγράφως, ακολούθως δε, κοινοποίησε στην εναγόμενη την από 18-2-2010 εξώδικη πρόσκληση και διαμαρτυρία του, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι η μεταφορά των κεφαλαίων από τον ατομικό του λογαριασμό έλαβε χώρα εν αγνοία του και χωρίς εντολή του, γραπτή ή προφορική, ζήτησε την επανατοποθέτηση των αναληφθέντων χρημάτων στο λογαριασμό του, τη χορήγηση αντιγράφων των αμφισβητούμενων από τον ίδιο παραστατικών αναλήψεων, καθώς και τη γνωστοποίηση των στοιχείων των εμπλεκόμενων προσώπων.
Σε απάντηση του ως άνω εξωδίκου, η εναγόμενη κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 4-3-2010 εξώδικη δήλωση, με την οποία απέρριψε το αίτημά του για την επανακατάθεση στον ατομικό του λογαριασμό των χρηματικών ποσών που αναλήφθηκαν από αυτόν με βάση τις προαναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις, ενώ παράλληλα του συγκοινοποίησε τα σχετικά παραστατικά στοιχεία.
Κατόπιν αυτού, ο ενάγων, άσκησε την υπό κρίση αγωγή του, μόνο σε βάρος της εναγόμενης και όχι σε βάρος των Θ. Β. και Α. Κ., με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 389.000 ευρώ, το οποίο αναλήφθηκε από τον ατομικό του λογαριασμό χωρίς τη θέλησή του, ισχυριζόμενος ότι με τον Θ.
Β. είναι απλοί γνωστοί και ουδεμία σχέση τους συνδέει, ότι επέλεξε το κατάστημα ... της εναγόμενης κατά προτροπή του Θ. Β., προκειμένου να ενισχυθεί, όπως του δήλωσε ο τελευταίος, το κύρος του φίλου του και διευθυντή του καταστήματος, ότι δεν γνωρίζει την Α. Κ., ότι ουδέποτε συνέταξε ή υπέγραψε τις επίμαχες υπεύθυνες δηλώσεις, ότι ο κοινός λογαριασμός ανοίχθηκε εν αγνοία του και ότι ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του οποιοσδήποτε υπάλληλος της εναγόμενης για να του γνωστοποιήσει μεταφορές των κεφαλαίων.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο Θ. Β. και ο ενάγων δεν ήταν απλώς γνωστοί, όπως αβάσιμα ο τελευταίος διατείνεται, αλλά από το Νοέμβριο του έτους 2006, δηλαδή προ της εμφανίσεώς τους στο κατάστημα της εναγομένης (1-3-2007), είχαν μεταξύ τους οικονομικές δοσοληψίες, σχετικές με επενδύσεις κεφαλαίων σε μετοχές του εξωτερικού, τις οποίες φαίνεται ότι ανέλαβε να πραγματοποιήσει για λογαριασμό του ενάγοντος ο Θ.
Β.. Προς τούτο μάλιστα, είχαν καταρτίσει μεταξύ τους το από 6-11-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να καταθέσει στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που τηρούσε στο κατάστημα ... της τράπεζας Eurobank το ποσό των 170.000 ευρώ και να μην τον αναλάβει μέχρι τις 15-5-2007, διαφορετικά και σε περίπτωση αθέτησης εκ μέρους του της ανωτέρω συμφωνίας, δεσμεύθηκε να καταβάλει στον Θ.
Β. το ποσό των 50.000 ευρώ. Σημειώνεται δε ότι, σε σχέση με το αναφερόμενο στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ποσό, ο ενάγων άσκησε σε βάρος της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "EFG Eurobank Ergasias AE" και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 12-3-2010 αίτησή του, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι στις 6-11-2006 άνοιξε στο κατάστημα ….
ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στον οποίο κατέθεσε το ποσό των 170.000 ευρώ και ότι στις 17-2-2010, όταν ζήτησε και έλαβε σε έγγραφο την κίνηση του λογαριασμού του, διαπίστωσε ότι εν αγνοία του και χωρίς καμία εντολή του αναλήφθηκαν από άγνωστο άτομο, με τη συνεργασία των υπαλλήλων της τράπεζας, στις 14-11-2006 το ποσό των 88.000 ευρώ και στις 23-11-2006 το ποσό των 81.000 ευρώ, ζήτησε να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα και να υποχρεωθεί η καθ` ης τράπεζα, να του χορηγήσει αντίγραφα των παραστατικών αναλήψεων και να του γνωστοποιήσει τα στοιχεία των εμπλεκομένων προσώπων.
Την 1-3-2007, ο ενάγων μετέβη μαζί με τον Θ. Β. στο άνω κατάστημα της εναγομένης και εκδήλωσε την επιθυμία του στον υπεύθυνο πελατείας ιδιωτών υπάλληλο Δ. Σ., αλλά και στον διευθυντή Ε. Π., να ανοίξει με τον Θ. Β. κοινό λογαριασμό, προς εξυπηρέτηση των μεταξύ τους οικονομικών δοσοληψιών, συστήνοντάς τον ως συνεργάτη του, δοθέντος ότι ο Ε.
Π. και ο Θ. Β. δεν αποδεικνύεται ότι γνωρίζονταν μέχρι τότε μεταξύ τους και, πολύ περισσότερο, ότι ήταν φίλοι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Την Α. Κ., βοηθό λογιστή και εξωτερικό συνεργάτη στο κατάστημα της εναγόμενης, φέρεται ότι γνώρισε ο ενάγων στο γραφείο του Θ. Β. και ο οποίος (ενάγων), κατά την ένορκη βεβαίωση της ίδιας, ζήτησε να τον εκπροσωπεί αυτή (στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τον Θ.
Β.) για τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας προβάλλεται και ότι ζητήθηκε από αυτήν (Α. Κ.) να τον εξυπηρετήσει και να προβεί, για λογαριασμό του (ενάγοντος) στη συμψηφιστική μεταφορά των κεφαλαίων, από τον ατομικό του λογαριασμό στον κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε μαζί του και ότι, έτσι, τις τρεις από τις τέσσερις υπεύθυνες δηλώσεις παρέλαβε η Α.
Κ. από το γραφείο της εταιρείας του Θ. Β., στην ..., παρουσία του ενάγοντος, ενώ την τέταρτη την παρέλαβε με FAX. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 5-7-2007 ο ενάγων ζήτησε και έλαβε από την εναγόμενη, μέσω του καταστήματος ..., ενημέρωση για τις κινήσεις του ατομικού του λογαριασμού που τηρούσε στο κατάστημα ..., πληροφορήθηκε δε τότε, τόσο για το τρέχον υπόλοιπο του λογαριασμού του όσο και για τις προηγηθείσες αναλήψεις, στις 20-3-2007 και στις 26-3-2007, των ποσών των 130.000 ευρώ και των 118.000 ευρώ, τις οποίες, όμως, τότε δεν αμφισβήτησε, μέχρι την αποστολή της από 18-2-2010 εξώδικης διαμαρτυρίας του προς την εναγόμενη, ισχυριζόμενος σ` αυτήν, για να εξηγήσει την καθυστερημένη αντίδρασή του, ότι ζήτησε τότε την ενημέρωση του βιβλιαρίου του, προκειμένου να διαπιστώσει εάν είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του την προηγούμενη μέρα (4-7-2007) το ποσό των 99.500 ευρώ και ότι αρκέστηκε προς τούτο στη διαβεβαίωση του ταμειολογιστή, χωρίς ο ίδιος να κοιτάξει το, ενημερωμένο πλέον, βιβλιάριο του.
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, δεν αποδείχθηκε άγνοια και μη συναίνεση του ενάγοντος για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, πλην όμως για τη μεταφορά των προαναφερομένων κεφαλαίων από τον ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος στον άνω κοινό με τον Θ. Β. λογαριασμό και την εν συνεχεία ανάληψή τους από τον τελευταίο, ναι μεν δεν αποδεικνύεται δόλια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του καταστήματος της εναγομένης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, πλην όμως αποδεικνύεται πλήρως ότι αυτοί δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια κατά την εκτέλεση αυτών (καθηκόντων), αλλά αντιθέτως επέδειξαν βαριά αμέλεια, αποκλίνουσα σημαντικά και ασυνήθιστα από τη συμπεριφορά που θα επεδείκνυε ένας μέτρια συνετός άνθρωπος υπό ανάλογες περιστάσεις.
Ειδικότερα, ενώ δεν προσήλθε ο ίδιος προσωπικά ο δικαιούχος του λογαριασμού (ενάγων) για ανάληψη εξαιρετικά μεγάλων χρηματικών ποσών από τον ατομικό του λογαριασμό ταμιευτηρίου και την μεταφορά τους, ακολούθως, σε άλλο λογαριασμό του, κοινό με άλλο πρόσωπο (Θ. Β.), μάλιστα δε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα από της καταθέσεως των χρηματικών ποσών σ` αυτόν (ατομικό λογαριασμό), αλλά (προσήλθε) τρίτο πρόσωπο (Α.
Κ.), στο οποίο δεν είχε καν παραδοθεί από αυτόν (ενάγοντα) το βιβλιάριο ταμιευτηρίου και δεν επιδεικνυόταν αυτό στο Κατάστημα της Τράπεζας, όπου το παραπάνω (τρίτο πρόσωπο) παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπος του, με βάση τις προαναφερθείσες εξουσιοδοτήσεις - υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986, που όμως δεν έφεραν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη ημερομηνία από αρμόδια Δημόσια Αρχή, με ενδεχόμενο οι τεθείσες υπογραφές να μην είναι γνήσιες, αλλά πλαστογραφημένες, έλλειψη και συγχρόνως κίνδυνο, που όχι μόνο κατανοούσαν αλλά και αντιλαμβάνονταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης και, για το λόγο αυτό, προς ισχυροποίηση του περιεχομένου τους (εξουσιοδοτήσεων) θεωρούσαν και ενέκριναν αυτές ο Διευθυντής και ο Υποδιευθυντής του Τραπεζικού Καταστήματος ...
της τελευταίας, παρά ταύτα οι ως ανωτέρω υπάλληλοι της Τράπεζας επέτρεψαν την ανάληψη και μεταφορά, κατά τα ανωτέρω, των ως άνω χρηματικών ποσών, τα οποία στη συνέχεια ανέλαβε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο συνδικαιούχος του λογαριασμού, και παρά το ότι το ύψος των αναλαμβανόμενων χρηματικών ποσών και η απουσία της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής και βεβαίωσης της ημερομηνίας αποτελούσαν κρίσιμες ενδείξεις, από τις οποίες οι προστηθέντες έπρεπε να αμφιβάλλουν ως προς τη γνησιότητα των υπογραφών του ενάγοντος, οι οποίες και αμφισβητούνται από αυτόν, ότι ήταν γνήσιες.
Με βάση δε τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως, συνιστά, σε κάθε περίπτωση, βαριά αμέλεια η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων πιστωτικού ιδρύματος, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής αναληφθέντος ποσού, εφόσον αυτοί δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας εκείνου που έκανε την ανάληψη από τον δικαιούχο του λογαριασμού, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηριζόταν σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν έφερε θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια Αρχή, επιδεικνύοντας έτσι αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.
Εφόσον, επομένως, αποδείχθηκε ότι από βαριά αμέλεια των εντεταλμένων υπαλλήλων της εναγομένης μεταφέρθηκαν συμψηφιστικά από τον ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος στον κοινό λογαριασμό που τηρούσε με τον Θ. Β., χωρίς δική του εντολή, τα προαναφερθέντα ποσά, συνολικού ύψους 390.000 ευρώ, τα οποία στη συνέχεια ανέλαβε ο Θ.
Β., ως συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού, με συνέπεια να υποστεί ο ενάγων ισόποση ζημία, η εναγόμενη ευθύνεται κατ' αρχάς προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων από την αθέτηση της συμβάσεως και δη προς απόδοση του άνω συνολικού ποσού των 390.000 ευρώ. Περαιτέρω, όμως, αποδείχθηκε ότι στην επέλευση της κατά τα άνω ζημίας του ενάγοντος και δη καθόσον αφορά τα αναληφθέντα στις 9-7-2007 και 19-7-2007 ποσά των 90.000 ευρώ και 51.000 ευρώ, αντίστοιχα, συνετέλεσε πταίσμα και του ιδίου του ενάγοντος, καθόσον αυτός, ενώ προέβη στην ενημέρωση του βιβλιαρίου του στις 5-7-2007 και από την ενημέρωση αυτή προέκυπτε ότι είχαν ήδη γίνει δύο αναλήψεις μεγάλων ποσών, δεν προέβη σε καμία ενέργεια ή διαμαρτυρία προς τα όργανα της εναγομένης, με συνέπεια να επακολουθήσουν άλλες δύο αναλήψεις.
Καίτοι, δηλαδή ο ενάγων είχε τη δυνατότητα, μετά την ενημέρωση του βιβλιαρίου του, να αποτρέψει τις επόμενες μεταφορές και αναλήψεις, δηλαδή αυτές που έγιναν στις 9-7-2007 και στις 19-7-2007, αυτός παρέλειψε κάθε σχετική ενέργεια, με αποτέλεσμα να αναληφθούν στη συνέχεια και τα ποσά των 90.000 ευρώ και 51.000 ευρώ, γενόμενος έτσι συνυπαίτιος της εντεύθεν ζημίας του κατά τα ποσά αυτά.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η στηριζομένη στη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ παραδεκτά προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση συνυπαιτιότητος του ενάγοντος, ως εκ του αποζημιωτικού χαρακτήρα της ένδικης αγωγικής αξίωσης, οριζομένου του βαρύνοντος τον ενάγοντα ποσοστού αυτής κατά την κρίση του Δικαστηρίου και ενόψει των εκτεθεισών ως άνω περιστάσεων σε 95%, του υπολοίπου καταλογιζομένου στην εναγομένη.
Έτσι η ζημία του ενάγοντος σε σχέση με τα αναληφθέντα ποσά των 90.000 ευρώ και 51.000 ευρώ ανήλθε τελικά στο ποσό των (90.000 + 51.000 = 141.000 ευρώ - 95%) 7.050 ευρώ. Ως εκ τούτου, επιδικαστέο τελικά στον ενάγοντα είναι το ποσό των (130.000 + 118.000 + 7.050) 255.050 ευρώ. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 255.050 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Τέλος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας κάθε διαδίκου, πρέπει να κατανεμηθούν τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός και να επιβληθεί τελικά ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, εις βάρος της εναγομένης (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των διακοσίων πενήντα πέντε χιλιάδων πενήντα (255.050) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και τούτου αποχωρήσαντος ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ