Legislator Case Law & Legislation
72/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance will interpretation, rejecting common sense arguments regarding testamentary intent.

Case Number 72/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on a will interpretation case. The appellant argued she could not have foreseen the legal consequences of her mother's predecease and thus intended the inheritance to go to the foundation rather than herself. The court rejected this claim, ruling that the appellant's arguments relied on 'common sense' rather than established legal rules to determine the true intent of the testator. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 182, 183, 191§2, 495§3 of the Code of Civil Procedure; The court must determine the true intent of the testator based on legal rules and facts, rejecting arguments based solely on common sense or hypothetical knowledge of legal consequences.

Keywords

AI generated
inheritance law testamentary intent predecease common sense argument appeal dismissal legal costs will interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 182 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 72 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 72/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. Χ. του Θ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σταμάτη Γρύλλη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Κ., Δικηγόρου, κατοίκου ..., υπό τις ιδιότητες της ως εκτελέστριας της διαθήκης της Κ. χήρας Ε. Κ., το γένος Π. Γ. και της εκπροσώπου, του υπό σύσταση ιδρύματος με την επωνυμία "Γ.-Κ.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Ρουσιά, που κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Ζ. του Π., 3) Γ. Ζ. του Π., κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στον (ήδη προσθέτως παρεμβαίνοντα): Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, με την ιδιότητά του ως ασκούντος την εποπτεία στις περιουσίες που έχουν διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινοφελές ίδρυμα του αρ. 69 του ν. 4182/2013, που εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία άσκησε ενώπιον του ακροατηρίου, αλλά και με τις από 20-10-2020 κατατεθείσες προτάσεις της, πρόσθετη υπέρ της α' αναιρεσιβλήτου παρέμβαση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 31-3-2017 ανταγωγή του β' και του γ' των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1761/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3805/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της αιτήσεως και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και η πληρεξούσια του προς κοινοποίηση - προσθέτως παρεμβαίνοντος την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ' άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τους απολειπόμενους δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει απ' τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 8774Γ και 8775Γ/10-7-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Α. Γ. Δ.. Επομένως, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Ο Υπουργός των Οικονομικών, προς τον οποίο κοινοποιήθηκε, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, άσκησε, κατ' άρθρ. 1§3, 4, 2§1, 69§1 περ. δ του ν. 4182/2013, παραδεκτά με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης παρέμβαση, στην οποία αναφέρθηκε και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο στην ανωτέρω δικάσιμο, επικαλούμενος ως έννομο συμφέρον την προάσπιση της περιουσίας του υπό σύσταση ιδρύματος για κοινωφελείς σκοπούς με την επωνυμία "Γ. - Κ." σύμφωνα με την από 28-5-2005 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας στην Αθήνα την 1-11-2008 Κ. χας Ε. Κ., της οποίας (διαθήκης) εκτελέστρια είναι η άνω υπερής η παρέμβαση (πρώτη αναιρεσίβλητη). Η πρόσθετη δε αυτή παρέμβαση πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρ. 246, 573§1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό σε δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Ειδικότερα, επί διαθηκών, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη δήλωση βούλησης του διαθέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, ως μη έχοντας εφαρμογή - επί διαθηκών - της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων εκτός του ερμηνευόμενου κειμένου της διαθήκης, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα (ΑΠ 105/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 627/2005 ΕλλΔνη 47.1056).

Η σημασία της ερμηνείας είναι καθοριστική στις περιπτώσεις των ιδιόγραφων (ή μυστικών) διαθηκών, αφού στις δημόσιες διαθήκες ο συμβολαιογράφος φροντίζει ώστε η βούληση του διαθέτη να αποτυπωθεί στη διαθήκη με σαφήνεια και με ορθή νομική φρασεολογία. Σκοπός της ερμηνείας της διαθήκης είναι η άρση της (μερικής) ασάφειας αυτής και η διαπίστωση του νομικώς σημαντικού περιεχομένου της δήλωσης βούλησης του διαθέτη, ενώ αντικείμενο της είναι ακριβώς η δήλωση της βούλησης του διαθέτη.

Σχετικώς πρέπει να ληφθούν υπόψη η εποχή που συντάχθηκε η διαθήκη, το κοινωνικό περιβάλλον του διαθέτη, οι προσωπικές (τοπικές, γλωσσικές ή επαγγελματικές) συνήθειές του, η πνευματική και κοινωνική του ανάπτυξη, η τυχόν νομική ή άλλη παιδεία του κτλ., ενώ συγχωρείται ακόμη και η αναζήτηση της εικαζόμενης βούλησης του.

Έτσι, αποφασιστικό αποβαίνει εκείνο που ο διαθέτης εννόησε ή μπορούσε να εννοήσει, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη, κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη, η σχετική τυχόν αντίληψη ή η δυνατότητα αντίληψης άλλου ή άλλων προσώπων και ιδιαίτερα του τιμωμένου. Ωστόσο, κατά την ερμηνεία των διαθηκών δεν αναζητείται μια βούληση του διαθέτη αποκομμένη από τη σχετική δήλωση της βούλησης αυτής, αλλά το τι ήθελε να πει ο διαθέτης χρησιμοποιώντας τις συγκεκριμένες λέξεις.

Έτσι, για την εξεύρεση αυτής της αληθινής βούλησης του διαθέτη αποβλέπουμε καταρχήν στο κοινό νόημα των λέξεων που χρησιμοποιεί ο διαθέτης στη διαθήκη. Αν, όμως, αποδεικνύεται, ότι αυτός χρησιμοποίησε τις συγκεκριμένες λέξεις με άλλο νόημα, είναι φανερό ότι πρέπει να αποβλέψουμε στο διαφορετικό αυτό νόημα.

Η αναζητούμενη, με την ερμηνεία, αληθινή βούληση του διαθέτη θα πρέπει να βρίσκει κάποιο, έστω και έμμεσο, στήριγμα στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης, γιατί αλλιώς θα παραβιάζονταν οι διατάξεις για τον τύπο των διαθηκών, ενώ θα υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να αλλοιωθεί πλήρως η βούληση του διαθέτη. Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 1714 ΑΚ προκύπτει ότι η με τη διαθήκη σύσταση της κληροδοσίας, έχει την έννοια ότι ο διαθέτης αφήνει σε κάποιον ορισμένο αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του, χωρίς ωστόσο να τον θέλει καθολικό διάδοχο.

Το κριτήριο διάκρισης ανάμεσα στον εγκατάστατο σε δήλο πράγμα κληρονόμο και στον κληροδόχο είναι το περιεχόμενο της βούλησης του διαθέτη και συγκεκριμένα αν ο τελευταίος ήθελε τον τιμώμενο καθολικό ή ειδικό διάδοχο του. Εξάλλου, η εγκατάσταση κάποιου ως κληρονόμου ή κληροδόχου δεν είναι ανάγκη να γίνεται με πανηγυρικές εκφράσεις, αλλά αρκεί από το περιεχόμενο της διαθήκης να συνάγεται ότι ο διαθέτης θέλησε ορισμένο πρόσωπο να είναι κληρονόμος, ήτοι άμεσος και καθολικός αυτού διάδοχος ή κληροδόχος του.

Από την ερμηνεία της διαθήκης, από την οποία προκύπτει η αληθινή θέληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, θα κριθεί πότε ο διαθέτης θέλησε εγκατάσταση (κληρονόμου) και πότε κληροδοσία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2008 ΑΚ "Αν ο διαθέτης για την περίπτωση που ο πρώτος τιμώμενος δεν αποκτήσει την κληροδοσία, αφήνει το αντικείμενο της σε άλλον, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 1810 έως 1812 για την υποκατάσταση κληρονόμου".

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει την κοινή (ή ευθεία) υποκατάσταση στην κληροδοσία, κατά την οποία ο διαθέτης μπορεί να διορίσει υποκατάστατο κληροδόχο, για την περίπτωση που ο πρώτος τετιμημένος δεν αποκτήσει την κληροδοσία. Ο υποκατάστατος κληροδόχος, δηλαδή, είναι τετιμημένος, υπό την αίρεση ότι ο πρώτος καλούμενος δεν θα αποκτήσει την κληροδοσία.

Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να ματαιώνεται η εκ μέρους του πρώτου τετιμημένου κτήση της κληροδοσίας είναι οι ίδιοι όπως και στην περίπτωση της προσαύξησης (ΑΚ 1976). Περιλαμβάνονται συνεπώς η προαποβίωση, η αποποίηση, η κήρυξη αναξιότητας αλλά και η ανάκληση και η ακυρότητα ή ακύρωση της κληροδοτικής διάταξης.

Εξάλλου, ο κληροδόχος δεν έχει δικαίωμα προσαύξησης κατά τη διάταξη του άρθρου 1807 ΑΚ., αλλά μόνο, ενδεχομένως, κατά τη διάταξη του άρθρου 1976 ΑΚ, που ορίζει ότι "Αν το ίδιο αντικείμενο κληροδοτήθηκε σε περισσότερους και ο ένας εξέπεσε πριν από το θάνατο ή μετά το θάνατο του διαθέτη, το μέρος του προσαυξάνει στους άλλους ανάλογα με τη μερίδα του καθενός.

Το ίδιο ισχύει και αν ο διαθέτης προσδιόρισε τις μερίδες τους. Αν μερικοί από τους κληροδόχους γράφηκαν στην ίδια μερίδα, η προσαύξηση χωρεί κατά προτίμηση μεταξύ τους". Η διάταξη αυτή ρυθμίζει την προσαύξηση μεταξύ πλειόνων συγκληροδόχων στην περίπτωση του κοινού κληροδοτήματος κατά τρόπον όμοιο κατά βάση με τη ρύθμιση της προσαύξησης μεταξύ συγκληρονόμων (ΑΚ 1 807).

Η προσαύξηση αποκλείεται όχι μόνο όταν ρητά ο διαθέτης εξέφρασε την αντίθεσή του σ' αυτήν, αλλά και όταν η περί αποκλεισμού της προσαύξησης βούλησή του συνάγεται συμπερασματικά. Για να χωρήσει προσαύξηση στην κληροδοσία πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) κοινό κληροδότημα και β) έκπτωση ενός από τους συγκληροδόχους.

Προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι η κληροδοσία περισσότερων τιμώμενων σε "ίδιο αντικείμενο" κατά την έννοια του άρθρου 1975 ΑΚ. Πρόκειται για την περίπτωση του λεγόμενου "κοινού κληροδοτήματος", όπου ο διαθέτης κατέλειπε ένα και το αυτό αντικείμενο σε περισσότερους κληροδόχους, χωρίς όμως να έχει ρυθμίσει, ή ατελώς μόνο έχοντας ρυθμίσει τη μεταξύ τους διανομή και χωρίς να έχει ορίσει κατά την ΑΚ 1972 κάποιο πρόσωπο, το οποίο θα προβεί στον προσδιορισμό της προσήκουσας στον καθένα από τους τετιμημένους μερίδας.

Περαιτέρω όμως για την έννοια του κοινού κληροδοτήματος δεν είναι αποφασιστικής σημασίας η φύση του καταλειπόμενου αντικειμένου ως διαιρετού ή αδιαιρέτου.

Συνεπώς, ακόμη και απαιτήσεις και αντικαταστατά πράγματα μπορούν να αποτελούν αντικείμενο του κατ' ΑΚ 1975 κοινού κληροδοτήματος. Ειδικότερα, επί κληροδοσίας ορισμένου χρηματικού ποσού σε περισσοτέρους - παρά το γεγονός ότι με την επαγωγή της κληροδοσίας επέρχεται εδώ αυτοδίκαιη διαίρεση της παροχής μεταξύ των περισσοτέρων (ΑΚ 480)- δεν αποκλείεται να διαγνωσθεί, δια της οδού της ερμηνείας της διαθήκης, ότι η βούληση του διαθέτη κατευθυνόταν στη σύσταση όχι περισσότερων μεμονωμένων κληροδοσιών αλλά κοινού κληροδοτήματος.

Κατά κανόνα, δεν πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο, δηλαδή για κοινό κληροδότημα, αλλά για περισσότερες μεμονωμένες κληροδοσίες, στην περίπτωση που ο διαθέτης έχει ο ίδιος προβεί σε πλήρη διανομή του καταλειπόμενου αντικειμένου μεταξύ των πλειόνων τετιμημένων, οπότε δεν χωρεί προσαύξηση επί εκπτώσεως κάποιου από τους τετιμημένους.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1978 και 1981 ΑΚ προκύπτουν τα ακόλουθα: Προϋπόθεση της ισχύος της κληροδοτικής διάταξης της διαθήκης (ή ακριβέστερα όρος του ενεργού της είναι να ζει ακόμη ο τετιμημένος κατά τον θάνατο του διαθέτη. Η μη επιβίωση του τετιμημένου καθιστά την κληροδοσία άκυρη, προϋποτίθεται όμως ότι ούτε υποκατάστατος του προαποβιώσαντος κληροδόχου έχει ορισθεί (ΑΚ 2008) ούτε περίπτωση προσαυξήσεως (ΑΚ 1976) συντρέχει.

Συνέπεια της κατ' άρθρο 1978 ΑΚ ακυρότητας είναι ότι από αυτήν ωφελείται ο βεβαρημένος κληρονόμος.

IV. Κατ' άρθρ. 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε, να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336§4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 και 560§1β ΚΠολΔ).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, (Ολ.

ΑΠ 10/2005, ΑΠ 233/2020), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336§4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα.

V. Οι παραδοχές της προσβαλλομένης επιτρεπτώς επισκοπούνται και έχουν ως εξής: "Στις 01.11.2008 απεβίωσε στην Αθήνα η Κ. χήρα Ε. Κ., το γένος Π. και Β. Γ., κάτοικος εν ζωή Αθηνών (οδός ...), η οποία κατέλειπε την από 28.05.2005 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ' αριθμ. 130/09.01.2009 πρακτικό δημοσίευσης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1218/08.05.2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, οπότε και καταχωρήθηκε στο βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο … και με αριθμό ….

Το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής, είναι επί λέξει το εξής: "Η διαθήκη μου. Σήμερα Σάββατο, είκοσι οκτώ Μαΐου του έτους 2005, εγώ η Κ. χήρα Ε. Κ., θυγ. Π. Γ. και Β. Ζ. - Γ., κάτοικος ... και τώρα νοσηλευόμενη στο Αρεταίειο Νοσοκομείο Αθηνών, με πλήρη συνείδηση και συναίσθηση των πράξεων μου εν γένει και των αποφάσεων τις οποίες εκθέτω κατωτέρω, ορίζω τα ακόλουθα και προς διάθεση της ακίνητης και κινητής περιουσίας μου σε περίπτωση θανάτου μου: 1.

Ολόκληρη την ακίνητη περιουσία μου κληροδοτώ στο υπό σύστασιν Ίδρυμα με την επωνυμία Γ.¬Κ. του οποίου ως κύριο σκοπό ορίζω τη διαχείριση της και τη διάθεση των πόρων της κυρίως για την καταπολέμηση της πείνας μέσω της UNICEF ή/και περιοδικά, την ενίσχυση ατόμων με ειδικές ανάγκες ή/και σύσταση υποτροφιών στην περίπτωση άριστων μαθητών-φοιτητών μη δυναμένων να συνεχίσουν τις σπουδές τους (π.χ.

στο Κολλέγιο Αθηνών) εξαιτίας λόγων οικονομικών, ή προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες ή τις υποτροφίες η επιλογή επιθυμώ να γίνεται μέσω ειδικών σωματείων- ιδρυμάτων εγνωσμένων για την εύρυθμη και "διαφανή" λειτουργία τους. Ορίζω όπως οι πόροι του ιδρύματος προέρχονται από την ενοικίαση των ακινήτων, αποκλεισμένης της πώλησης τους για τουλάχιστον 35 χρόνια.

Ως στέγη του ιδρύματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί το λιγότερο αποδοτικό οικονομικά ι από τα ακίνητα μου τα δε έξοδα λειτουργίας του ορίζω να προέρχονται ομοίως από ενοίκια. Σε περίπτωση πώλησης οποιουδήποτε ακινήτου μετά 35ετία, το προϊόν να διατεθεί ομοίως για την εξυπηρέτηση των σκοπών του και την πλέον αποδοτική λειτουργία του." "Από τα χρήματα που υπάρχουν σε διάφορες Τράπεζες υπό μορφήν καταθέσεων, repos, κεφαλαίων διαχειρίσεων διαθεσίμων κλπ.

ορίζω να περιέλθουν τα ακόλουθα ποσά στα πρόσωπα τα οποία υποδεικνύω ως κληρονόμους μου κατωτέρω: 5) Στους Σ. Π. Ζ. - Α. Θ. Χ. το γένος Π. Ζ. και στον Γ. Π. Ζ. τον σε USA δολάρια λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα σε ίσα μερίδια (περίπου 115.000$ δια του 3)." "Από το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης προκύπτει ότι η διαθέτιδα διέθεσε μ' αυτήν όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της.

Το σημαντικότερο και μεγαλύτερο μέρος της κινητής περιουσίας της καθώς και σχεδόν το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της η εν λόγω διαθέτιδα κατέλειπε στο υπό σύσταση ίδρυμα με την επωνυμία "Γ.-Κ.", προς εκπλήρωση των σκοπών αυτού, οι οποίοι συνίστατο στην οικονομική ενίσχυση απόρων αρίστων σπουδαστών και φοιτητών και στη χρηματοδότηση των σπουδών τους".

"Επιπλέον, με την ανωτέρω διαθήκη της η ως άνω κληρονομούμενη κατέλειπε στα οριζόμενα σ' αυτήν συγγενικά της πρόσωπα διάφορα χρηματικά ποσά. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και τα εκ μητρικής γραμμής πρώτα εξαδέλφια της, Σ. και Γ. Ζ. [(αντ)ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες] καθώς και η αδελφή τους, Α. Χ., στους οποίους κατέλειπε κατ' ισομοιρία, ήτοι κατά το 1/3, το σε δολάρια ΗΠΑ χρηματικό ποσό των 115.000, περίπου, από τον τηρούμενο στην Εμπορική Τράπεζα λογαριασμό της, ήτοι 38.333 δολάρια (115.000:3) στον καθένα.

Όπως, όμως, αποδείχθηκε, η Α. Χ. προαπεβίωσε της κληρονομουμένης και συγκεκριμένα αυτή απεβίωσε στις 24.12.2007, αφήνοντας πλησιέστερους συγγενείς της τα δύο τέκνα της, ήτοι την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, Ν. Χ., και Γ. Χ. καθώς και το σύζυγο της, Θ. Χ.. Δεδομένης δε της ως άνω προαποβίωσης της Α. Χ. και της συνακόλουθης έκπτωσης της από την κληρονομική της μερίδα πριν την επαγωγή, υφίσταται κενό στη δήλωση βούλησης της διαθέτιδος, το οποίο πρέπει να πληρωθεί με ερμηνεία της διαθήκης, αναζητούμενης της αληθινής βούλησης της διαθέτιδος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αλλά σε συνδυασμό πάντα με το ίδιο το περιεχόμενο της διαθήκης.

Πρέπει δε να λεχθεί ότι το κείμενο της ανωτέρω διαθήκης είναι ιδιαίτερα σαφές αναφορικά με την περιεχόμενη σ' αυτή δήλωση βούλησης της διαθέτιδος περί συστάσεως ιδρύματος, το οποίο και εγκατέστησε ως γενικό της κληρονόμο. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω κείμενο προκύπτει η αληθινή | θέληση της διαθέτιδος να προσπορίσει ορισμένο αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας της και δη το χρηματικό ποσό των 115.000 δολαρίων ΗΠΑ κατ' ισομοιρίαν στα ανωτέρω πρώτα εξαδέλφια της, χωρίς, ωστόσο, να τα θέλει ως καθολικούς διαδόχους της.

Ανεξάρτητα, λοιπόν, από τη χρησιμοποίηση της λέξης "κληρονόμοι" από τη διαθέτιδα, ουδόλως προέκυψε πραγματική ή υποθετική βούληση της τελευταίας να εγκαταστήσει αυτούς ως κληρονόμους στο ως άνω δήλο πράγμα. Και τούτο διότι σαφώς και δεν επιθυμούσε, πέραν της προσπορίσεως σε αυτούς της εν λόγω περιουσιακής ωφέλειας, να ευθύνονται, αυτοί για τα χρέη της κληρονομιάς της.

Άλλωστε, τόσο το εν λόγω χρηματικό ποσό των 115.000 δολαρίων όσο και τα λοιπά χρηματικά ποσά, που κατέλειπε σε άλλα πρόσωπα, θεωρούνται μικρά σε σχέση με την υπόλοιπη πολύ μεγάλη κληρονομιαία περιουσία της, που άφησε στο ανωτέρω υπό σύσταση ίδρυμα. Επομένως, από την ερμηνεία της ανωτέρω διαθήκης, με βάση κυρίως τα δύο ως άνω ερμηνευτικά κριτήρια καθώς και τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 1800 παρ. 2 ΑΚ - σύμφωνα με τον οποίο, αν έχουν αφεθεί ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, εν αμφιβολία αυτός θεωρείται κληροδόχος- και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η διαθέτιδα, παρά το ιδιαίτερα υψηλό μορφωτικό της επίπεδο, δεν είχε νομικές γνώσεις, ώστε να μπορεί να διακρίνει τη διαφορά των νομικών όρων του εγκατάστατου σε δήλο κληρονόμου από τον κληροδόχο, κι έτσι χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη λέξη με άλλο νόημα, προκύπτει ότι η αληθής βούλησή της ήταν να εγκαταστήσει τους Σ.

Ζ., Γ. Ζ. και Α. Χ. ως κληροδόχους της. Κατόπιν τούτου και δη, αφού κατόπιν ερμηνείας της διαθήκης διαπιστώθηκε η ύπαρξη της εν λόγω κληροδοτικής διάταξης σ' αυτήν, πρέπει να ερευνηθεί αν αυτή εξακολουθεί να ισχύει ως προς τη μερίδα της Α. Χ., αφού η εν λόγω τετιμημένη κληροδόχος, όπως προεκτέθηκε, δεν ζούσε κατά το χρόνο θανάτου της διαθέτιδος.

Ειδικότερα δε ερευνητέο είναι καταρχάς αν έχει ορισθεί υποκατάστατος κληροδόχος, για την περίπτωση που ο πρώτος τετιμημένος δεν αποκτήσει την κληροδοσία. Μάλιστα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, Ν. Χ., κόρης της Α. Χ., τους οποίους επαναφέρει με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, το κληρονομικό μερίδιο της μητέρας της, κατόπιν της, λόγω της προαποβίωσής της, έκπτωσής της, περιήλθε στους δικούς της κληρονόμους και δη στην ίδια και τον αδελφό της, ο οποίος εκχώρησε την απαίτηση του σ' αυτήν (ενάγουσα).

Η τελευταία επικαλέστηκε λοιπόν την κοινή υποκατάσταση, που στην προκειμένη περίπτωση της εγκατάστασης κληροδόχου ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 2008 ΑΚ". "Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η αναζητούμενη με την ερμηνεία της διαθήκης αληθινή βούληση της διαθέτιδος δεν βρίσκει κάποιο, έστω και έμμεσο, στήριγμα στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης, αφού στη διαθήκη δεν ορίζεται τίποτα σχετικό (ουδόλως υπάρχει πρόβλεψη διορισμού υποκατάστατου κληροδόχου), με συνέπεια να υπάρχει κίνδυνος πλήρους αλλοίωσης της βούλησης της διαθέτιδος, αν αυτή ερμηνευθεί βάσει των επικαλούμενων από την ενάγουσα ,και ήδη εκκαλούσα περιστατικών." "Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση κοινής υποκατάστασης κληροδόχου, αλλά ούτε υφίστανται οι προϋποθέσεις για κάποιου άλλου είδους υποκατάσταση." "Κατά συνέπεια, η από 31.01.2017 αγωγή της ενάγουσας Ν.

Χ., περί αναγνώρισης του κληρονομικού της δικαιώματος επί του 1/3 του ποσού των 115.000 δολαρίων, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού, όπως προεκτέθηκε, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η βούληση της διαθέτιδος ήταν να περιέλθει στα τέκνα της τετιμημένης κληροδόχου Α. Χ. το μερίδιο της." VI. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον (μοναδικό) λόγο αναίρεσης υποστηρίζει, ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη, 3805/2019, απόφασή του, (με την οποία συνεκδίκασε και απέρριψε στην ουσία τις αντίθετες εφέσεις της αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων, κατά της 1761/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει αναγνωριστικές κληρονομικού δικαιώματος αγωγή και ανταγωγή αυτών, αντίστοιχα), υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 1β ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και, σε κάθε περίπτωση, εσφαλμένα χρησιμοποίησε με τρόπο μη συνάδοντα προς τις αρχές της λογικής για την ερμηνεία και την ανεύρεση της αληθινής έννοιας των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων, προκειμένου να καταστεί εφικτή η υπαγωγή σ' αυτές των ανέλεγκτα δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αιτιάται: Ότι κατά τα διδάγματα αυτά η διαθέτιδα, με βάση την προσωπική της κατάσταση, στερούμενη δε νομικής παιδείας, ήταν αδύνατο να γνωρίζει τους προαναφερόμενους ουσιαστικούς κανόνες και να προβλέψει ότι μετά την προαποβίωση στις 24-12-2007 της τετιμημένης με τη διαθήκη της μητέρας αυτής (αναιρεσείουσας) δεν θα χωρούσε υποκατάσταση της κληρονομικής μερίδας στο πρόσωπό της (αναιρεσείουσας) και για να αποφύγει τη συνέπεια αυτή "θα έπρεπε να μεταβάλει ανάλογα την διαθήκη της".

Ήτοι, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, πιο αναλυτικά, ότι: 1) Δεν ήταν δυνατόν η διαθέτιδα να γνωρίζει τις διακρίσεις μεταξύ προσαύξησης και υποκατάστασης. 2) Δεν ήταν δυνατόν συνεπώς να γνωρίζει ότι υπήρχε ανάγκη "μεταβολής της διαθήκης" της μετά τον θάνατο της τετιμημένης μητέρας της (αναιρεσείουσας) και 3) δεν ήταν δυνατόν να έχει βούληση διαφορετική από την κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας επιθυμία της (διαθέτιδος) το μερίδιο της μητέρας της (αναιρεσείουσας) να μη παραμείνει στο ίδρυμα, ύστερα μάλιστα από την διάταξη της διαθήκης της ότι "να αποτελούν μέλη του ιδρύματος πρόσωπα προερχόμενα από την οικογένεια του συζύγου μου και τους συγγενείς της μητέρας μου".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω, που φέρονται ως διδάγματα κοινής πείρας, δεν χρησιμοποιήθηκαν, κατά το λόγο που ερευνάται, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ούτε για την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτόν, αλλά για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης, της διαθέτιδος ως προς την τύχη του κληρονομικού μεριδίου της μητέρας της αναιρεσείουσας Α.

Χ. επί του καταληφθέντος με τη διαθήκη χρηματικού ποσού (περίπου 115.000$ διά του 3), μετά την έκπτωση της τελευταίας εξαιτίας της προαποβίωσής της από τη διαθέτιδα, καθώς και, για την άντληση επιχειρημάτων προς υποστήριξη της άποψης της αναιρεσείουσας, ότι, τελικά, το κληρονομικό μερίδιο της μητέρας της περιήλθε, κατόπιν κοινής υποκατάστασης, στην ίδια (αναιρεσείουσα) και στον αδελφό της, ως κληροδόχων.

VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου, προς διερεύνηση, πρέπει: 1) Να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, 2) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, 3) να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσας πρώτης αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του αιτήματος της και 4) να επιβληθούν στην καθής η (πρόσθετη) παρέμβαση αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του παρεμβαίνοντος, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρα 176, 182, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 20-08-2019 αίτηση αναίρεσης της Ν. Χ. και την από 20-10-2020 (πρόσθετη) υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.

Απορρίπτει την από 20-8-2019 αίτηση της Ν. Χ. για αναίρεση της 3805/2019 απόφασης του Μονομερούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της πρώτης (παρασταθείσας) αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

Και

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα ως καθής η παρέμβαση τα δικαστικά έξοδά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ