Supreme Court partially allows appeal against life insurance death claim denial regarding lost future support.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court decision denying a claim for lost future support. The plaintiffs argued that the lower court incorrectly rejected their claim for the mother's lost support as a valid compensation request, violating specific civil code provisions. Consequently, the court annulled the lower judgment regarding the first appellant's claim and remitted the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 928(b), 1489(2), 1493(a) of the Civil Code; A claim for compensation for the loss of future support due to a parent's death is admissible if based on the statutory obligation to provide support, and the lower court's rejection of such a claim constitutes a substantive error warranting annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 72 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 72/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. - Ε. Β. του Μ., κατοίκου ... και 2) Ν. συζ. Σ. Κ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Πανταζή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-4-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2010 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Κ. χας Ε. Π. (ατομικά και ως επιτρόπου του τότε ανηλίκου εγγονού της - ήδη 1ου αναιρεσείοντος), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την με αρ. καταθ. 344/2010 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2011 και 825/2013 μη οριστικές και 31/2016, όπως αυτή διορθώθηκε με την 88/2016, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-5-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη από 31/5/2018 (με αριθμ. καταθ. 38/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 196/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στις οποίες υπάγονται και οι διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητα (άρθρο 614 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει από 1-1-2016 σύμφωνα με το νόμο 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (άρθρο 564 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016 και ισχύει από 23/01/2017.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558 και 577 του Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επίδοση του σχετικού δικογράφου και της κλήσεως προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στον αντίκλητό του - δικαστικό πληρεξούσιο Βασίλειο Δημηνίκο (άρθρο 143 §1 Κ.Πολ.Δ.), όπως προκύπτει από την .../14-01-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Π. Ζ., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες (άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.).
II. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος έχει ως στόχο τη διασφάλιση του συζητικού συστήματος αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα είτε έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 Κ.Πολ.Δ., ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.
προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 793/2015 ΝοΒ 2015, 2261), αλλιώς ο λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 1334/2005 ΝοΒ 54, 219, ΑΠ 1917/2005 ΕλΔνη 47, 444). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Διδάγματα δε της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μορφώσεως ανθρώπου (ΑΠ 1457/2007 ΕλΔνη 50, 449), ενώ επί παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν και ο κανόνας δικαίου, στην εφαρμογή του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα (ΑΠ 32/1999 ΕλΔνη 1999, 577).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδάφιο β' και 8 περίπτωση β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) δεν χρησιμοποίησε το δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος -οδηγός του ζημιογόνου οχήματος- δεν διέθετε νόμιμη άδεια οδήγησης και τούτο αποτελεί κατά τεκμήριο απόδειξη της οδηγικής του ανικανότητας και κατά συνέπεια της αποκλειστικής του υπαιτιότητας στην επέλευση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, καθόσον όφειλε να υπαγάγει το πραγματικό γεγονός της έλλειψης άδειας οδήγησης αυτοκινήτου στον αντίστοιχο κανόνα δικαίου σχετικά με την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, και β) δεν έλαβε υπόψη τα προταθέντα από τους αναιρεσείοντες και έχοντα ουσιώδη επίδραση για τον καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος πραγματικά περιστατικά: 1) ότι αυτός δεν διέθετε νόμιμη άδεια οδήγησης αυτοκινήτου, 2) ότι ο ίδιος θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση με την θανούσα συγγενή τους, καθόσον στο σημείο της σύγκρουσης υπάρχει ευθεία, ούτε μείωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, ούτε προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό, καίτοι μπορούσε ευχερώς να πραγματοποιήσει, και 3) ότι εγκατέλειψε την πεζή στην άσφαλτο και αποχώρησε από τον τόπο του δυστυχήματος.
Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, ως προς αμφότερες τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, ειδικότερα δε: Α) Ως προς την από τον αριθμ. 1β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι α) δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου, στον οποίο θα υπάγονταν τα πραγματικά γεγονότα με την εφαρμογή του επικαλούμενου διδάγματος κοινής πείρας και β) η έλλειψη νόμιμης άδειας οδήγησης δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας για αποκλειστική υπαιτιότητα του στερουμένου αυτής (άδειας) οδηγού, που εμπλέκεται σε τροχαίο ατύχημα, και Β) Ως προς την από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι δεν αναφέρεται ότι τα παραπάνω εκτιθέμενα περιστατικά, που απαρτίζουν τον περί συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, είχαν προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι επαναφέρθηκαν παραδεκτά με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή πρόκειται για περιστατικά που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.
προτάθηκαν για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή αν υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 Κ.Πολ.Δ.
III. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τον οποίο "Αναίρεση επιτρέπεται... αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις" ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, ενώ αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, από το άρθρο 321 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται ότι υπό το κράτος της ισχύος του Κ.Πολ.Δ. οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη (Α.Π. 753/2013 ΝοΒ 2013, 2208, Α.Π. 1716/2012 ΝοΒ 2013, 966, Α.Π. 1364/2011 ΝοΒ 2012, 568). Το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός, για να θεμελιώσει τον από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασής του (Ολ.ΑΠ 1339/85, Α.Π. 1534 και 1720/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 17 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που συνίστανται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση το μεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις, που αφορούν όμως τις αιτιολογίες αυτής και όχι το διατακτικό της, το δε διότι δεν αναγνώρισε το δεδικασμένο, που προκύπτει από την 796/2015 ποινική απόφαση του Αρείου Πάγου, για τη συμπεριφορά της θανούσας πεζής κατά το τροχαίο ατύχημα. Αμφότερες οι αιτιάσεις είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, η μεν από τον αριθμό 17 διότι οι επικαλούμενες αντιφάσεις αφορούν το αιτιολογικό και όχι το διατακτικό της προσβαλλόμενης, η δε από τον αριθμό 16 διότι α) η ως άνω επικαλούμενη ποινική απόφαση του Αρείου Πάγου δεν παράγει δεδικασμένο για την παρούσα πολιτική δίκη, και β) δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός προτάθηκε στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτής κρίση, ως προς τις συνθήκες επέλευσης του τροχαίου ατυχήματος και την συνυπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού του αυτοκινήτου και της θανούσας πεζής, τα εξής: "Το ένδικο ατύχημα συνέβη, την 15-9-2007 και περί ώρα 06.30' π.μ., στο 14° χλμ.
της Ε.Ο. Λάρισας - Αγιάς. Στο ανωτέρω χιλιομετρικό σημείο η Ε.Ο. Λάρισας - Αγιάς είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους επτά (7) μέτρων, ήτοι 3,5 μέτρων ανά λωρίδα κατεύθυνσης, ενώ η σήμανση της οδού συνίσταται σε μονή διαχωριστική γραμμή για το ρεύμα προς Λάρισα και διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή για το ρεύμα προς Αγιά.
Εκατέρωθεν της οδού υπάρχει χωμάτινο έρεισμα, ενώ στο συγκεκριμένο χιλιομετρικό σημείο δεν υπάρχει ρυθμιστική πινακίδα ταχύτητας και ως εκ τούτου ισχύει το γενικό όριο για το επαρχιακό οδικό δίκτυο, που είναι τα 90 χλμ/ώρα. Το οδόστρωμα κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν άσφαλτος σε ξηρά κατάσταση με συνεχόμενη ευθεία, ενώ οι συνθήκες φωτισμού ήταν μη επαρκείς, αφού ακόμα δεν είχε ξημερώσει και τα αυτοκίνητα έκαναν χρήση τεχνικού φωτισμού, καθόσον η ανωτέρω οδός στο συγκεκριμένο χιλιομετρικό σημείο στερείται τεχνητού φωτισμού.
Η κίνηση των οχημάτων κατά την ανωτέρω ώρα ήταν αραιή και η ορατότητα των κινουμένων στην οδό αυτοκινήτων για αμφότερα τα ρεύματα κυκλοφορίας δεν περιοριζόταν. Στο σημείο του δυστυχήματος δεν υπήρχε διάβαση πεζών, πλησίον δε αυτού υπήρχε το νυκτερινό κέντρο με την ονομασία "..."... Η θανούσα Ε. Π., ηλικίας κατά τον ανωτέρω χρόνο 49 ετών, μητέρα του πρώτου εκκαλούντος και αδελφή της δεύτερης εκκαλούσας, φορώντας σκουρόχρωμα (μαύρα) ρούχα, ευρίσκετο με παρέα στο ανωτέρω κέντρο "...", απ' όπου μετά από ολονύκτια παραμονή σε αυτό αποχώρησε λίγο πριν τις 06.30 π.μ.
μόνη της. Τυγχάνει γεγονός πέραν πάσης αμφισβητήσεως, ότι η ανωτέρω ευρίσκετο υπό την επήρεια αλκοόλης σε μεγάλο ποσοστό και ειδικότερα σε ποσοστό 2,96 γραμ. ανά 1000 κ.εκ. (λίτρο) αίματος, όπως βεβαιώνεται στην με αριθμ. πρωτ. .../15-10-2007 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του διενεργήσαντος την τοξικολογική εξέταση ιατροδικαστή Σ.
Α., γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση περί της ολονυκτίου παραμονής της στο ανωτέρω κέντρο. Η ανωτέρω αμέσως μετά την έξοδό της από το ανωτέρω κέντρο άρχισε να κινείται στη λωρίδα κυκλοφορίας, που προορίζεται για τα κινούμενα προς Αγιά οχήματα, έχουσα όμως κατεύθυνση προς Λάρισα (αντίθετη). Η κίνησή της όμως δεν ήταν η περιγραφόμενη στην πρωτόδικη με αριθμ. 31/2016 οριστική απόφαση, ήτοι αυτή δεν αποπειράθηκε να διασχίσει κάθετα την ανωτέρω οδό, προκειμένου να καταλήξει στη λωρίδα κυκλοφορίας για Λάρισα προκειμένου να επιβιβασθεί σε ταξί ή άλλο αυτοκίνητο ώστε να μεταβεί στην πόλη της Λάρισας.
Αντιθέτως των παραδοχών της πρωτόδικης απόφασης, η κίνηση της θανούσας χαρακτηρίζεται από την προσπάθειά της να επιπέσει έμπροσθεν των διερχόμενων εκείνη την ώρα οχημάτων, που κινούνταν στη λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Αγιά, δηλαδή χαρακτηρίζεται από την προσπάθειά της να αυτοκτονήσει για λόγους που δεν μπορούν να διευκρινισθούν και που άλλωστε δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, πιθανολογούμενων μόνο ως τέτοιων των σχετιζόμενων με την κακή οικονομική της κατάσταση, δεδομένου ότι αυτή δεν εργάζονταν και στερούνταν προσωπικών εισοδημάτων, σε συνδυασμό με την εν έτει 1998 απώλεια του συζύγου της.
Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι η θανούσα μετά την έξοδό της από το ανωτέρω νυκτερινό κέντρο προέβη σε ενέργειες που ευθέως παραπέμπουν σε αυτοκτονική διάθεση... Η αυτοκτονική διάθεση της θανούσας εξηγεί και την παραμονή της στο οδόστρωμα, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αγιά, καθόσον αν η κίνησή της ήταν απλώς να διασχίσει κάθετα την ανωτέρω οδό προκειμένου να καταλήξει στο έρεισμα του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας προς Λάρισα για να επιβιβασθεί σε ταξί, όπως δέχεται η εκκαλούμενη απόφαση, προφανώς και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας θα την είχε ολοκληρώσει σε σύντομο χρόνο και προτού διέλθει από το ανωτέρω χιλιομετρικό σημείο ο πρώτος εναγόμενος - εκκαλών στην υπό στοιχ.
Γ' έφεση, οδηγός του με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι από το σημείο όπου βρίσκονταν η θανούσα πέρασαν σε απόσταση μεταξύ τους πριν από αυτόν τουλάχιστον δύο αυτοκίνητα, ήτοι αυτό του αυτόπτη μάρτυρα Λ. Χ. και το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν δύο γυναίκες.
Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε, ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών στην υπό στοιχ. Γ' έφεση, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, κατά τη χρονική στιγμή που η θανούσα ευρίσκετο εντός του οδοστρώματος επί της Ε.Ο. Λάρισας - Αγιάς και στην προοριζόμενη για τα κινούμενα με κατεύθυνση προς Αγιά αυτοκίνητα, κινείτο στην ανωτέρω λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Αγιά, έχοντας αναμμένα τα μεσαία φώτα πορείας.
Προσεγγίζοντας το σημείο, όπου στέκονταν η θανούσα, εντός του οδοστρώματος και σε κοντινή απόσταση από το νυκτερινό κέντρο "..." αντιλήφθηκε τελευταία στιγμή την παρουσία της εντός αυτού (οδοστρώματος) και επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προσπαθώντας να την αποφύγει, χωρίς όμως να τα καταφέρει, αφού την παρέσυρε με το εμπρόσθιο τμήμα της μάσκας και του προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα την πτώση αυτής στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας της Ε.Ο.
Λάρισας - Αγιάς, ήτοι στην προοριζόμενη για τα έχοντα κατεύθυνση προς τη Λάρισα οχήματα. Στη συνέχεια και ενώ ήταν πεσμένη στο οδόστρωμα, διήλθε από την λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Λάρισα αγνώστων στοιχείων φορτηγό, του οποίου ο οδηγός αντιληφθείς την παρουσία του σώματός της στη λωρίδα κυκλοφορίας του επιχείρησε αρχικά τροχοπέδηση και στη συνέχεια πέρασε πάνω από το σώμα της με αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό της.
Συνεπεία της παράσυρσής της από το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ήταν καταρχήν η πρόκληση πολλαπλών κακώσεων κεφαλής, θώρακος και κοιλίας (από την πτώση της στο οδόστρωμα και όχι από την πρόσκρουσή της με την επιφάνεια του αυτοκινήτου, γεγονός που εξηγεί και την ανυπαρξία στρεβλώσεων στο καπό ή στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου) και των άκρων και στη συνέχεια η διέλευση πάνω από το σώμα της θανούσας του προαναφερθέντος φορτηγού, στο ρεύμα πορείας του οποίου βρέθηκε το σώμα της συνεπεία της παράσυρσής του από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου, το οποίο (φορτηγό) κατά την χρονική εκείνη στιγμή διέρχονταν από το συγκεκριμένο χιλιομετρικό σημείο και το οποίο τη διαμέλισε.
Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, ότι στο θανατηφόρο τραυματισμό της Ε. Π. συνετέλεσε, πέραν της επιλογής της τελευταίας να τοποθετήσει το σώμα της εντός του οδοστρώματος της Ε.Ο. Λάρισας - Αγιάς στη λωρίδα κυκλοφορίας προς Αγιά με σκοπό η ίδια να επιπέσει σε οποιοδήποτε διερχόμενο όχημα προκειμένου να αυτοκτονήσει και η οδήγηση του πρώτου εναγόμενου - εκκαλούντα στην υπό στοιχ.
Γ' έφεση, ο οποίος κινούμενος επί της ανωτέρω οδού με κατεύθυνση προς Αγιά δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση (άρθρ. 12 παρ. 1 του ΚΟΚ), ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρα 19 παρ. 1 ΚΟΚ) με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί από αρκετή απόσταση την θανούσα, την οποία θα μπορούσε να είχε αντιληφθεί εγκαίρως, καθόσον στο σημείο του δυστυχήματος υπήρχε ευθεία.
Αντιθέτως, ο πρώτος εναγόμενος, χρησιμοποιώντας τα μεσαία φώτα πορείας, αν και υπήρχε σκότος και ο φωτισμός ήταν μη επαρκής και συνεπώς ήταν ενδεδειγμένη η χρησιμοποίηση της μεγάλης σκάλας των φώτων, από έλλειψη της απαιτούμενης για τις περιστάσεις προσοχής, καθόσον επικρατούσε ακόμα σκότος, αν και δεν κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν μπορεί να υποστηριχτεί το αντίθετο, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την παρουσία της θανούσας επί του οδοστρώματος επί του οποίου αυτή έβαινε με αποτέλεσμα να την παρασύρει, προκαλώντας σε αυτήν τα ανωτέρω πολλαπλά τραύματα και στη συνέχεια να την ρίξει στο οδόστρωμα της Ε.Ο.
στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Λάρισα, απ' όπου διελθόν το αγνώστων στοιχείων φορτηγό να την ακρωτηριάσει και να επιφέρει το θάνατό της, το τελευταίο δε γεγονός δεν θα είχε συμβεί αν ο ανωτέρω οδηγός του με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (πρώτος εναγόμενος) δεν την είχε παρασύρει με το αυτοκίνητό του.
Κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση της βαρύνουσας αυτόν αμέλειας, αποτελεί και το γεγονός ότι λίγο χρόνο πριν αυτός διέλθει από το συγκεκριμένο σημείο του οδοστρώματος της Ε.Ο. Λάρισας - Αγιάς, όπου βρίσκονταν όρθια η θανούσα, είχε διέλθει τόσο ο μάρτυρας Λ. Χ., καθώς και το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τα οποία με επίδειξη εκ μέρους των οδηγών τους μέτρων επιμέλειας και προσοχής και έχοντας ειδικά ο μάρτυρας Λ.
Χ., αναμμένη τη μεγάλη σκάλα των φώτων του, απέφυγαν να την παρασύρουν... Με βάση τα προεκτεθέντα συνυπαίτιοι του ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος θανάτου της Ε. Π. κρίνονται αμφότερα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, δηλαδή τόσο η ίδια με την ιδιαίτερης επικινδυνότητας συμπεριφορά της, ήτοι με την παραμονή της εντός του οδοστρώματος της Ε.Ο Λάρισας - Αγιάς, στο ρεύμα κυκλοφορίας των κινούμενων με κατεύθυνση προς Αγιά οχημάτων, με σκοπό να επιπέσει σε διερχόμενα αυτοκίνητα για να αυτοκτονήσει, τελούσα ήδη κατά το χρόνο της ενέργειάς της υπό την επήρεια αλκοόλ σε ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα (2,96%ο), φορώντας σκουρόχρωμα - μαύρα ενδύματα, υπό συνθήκες σκότους, όσο και ο πρώτος εναγόμενος - εκκαλών στην υπό στοιχ.
Γ' έφεση οδηγός, ο οποίος έχοντας αναμμένα τα φώτα του στη μεσαία σκάλα και μη επιδεικνύοντας την προσοχή που όφειλε και εκ των συνθηκών μπορούσε να επιδείξει, αφού πλησίαζε σε σημείο, όπου υπήρχε παρακείμενο κέντρο διασκέδασης με πιθανή παρουσία ανθρώπων, ενδεχόμενο που επέβαλε τη χρήση της μεγάλης σκάλας των φώτων, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την παρουσία της θανούσας με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αποφύγει την παράσυρση αυτής.
Κατόπιν τούτων, το ποσοστό συνυπαιτιότητας ανέρχεται σε 20% για τον πρώτο εναγόμενο - εκκαλούντα στην υπό στοιχ. Γ' έφεση και σε ποσοστό 80% για την θανούσα Ε. Π..
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, η εκκαλουμένη που έκρινε διαφορετικά τις αποδείξεις, εκτιμώντας ότι η θανούσα παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου κατά την προσπάθειά της να διασχίσει κάθετα την ανωτέρω οδό και παρείδε την κίνησή της να επιπέσει η ίδια στα διερχόμενα αυτοκίνητα, αξιολογώντας μόνο την ύπαρξη αλκοόλης στο αίμα της σε ποσοστό 2,96 γραμμ.
ανά Ι000 κ.εκ. (λίτρο) αίματος και το γεγονός ότι επιχείρησε να διασχίσει κάθετα πλην όμως ανέλεγκτα την Ε.Ο Λάρισας - Αγιάς, αναγνωρίζοντας ως βασικό υπαίτιο πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος τον πρώτο εναγόμενο σε ποσοστό 60% και συνυπαίτια τη θανούσα σε ποσοστό 40% εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και συνακόλουθα η σχετική με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά του δυστυχήματος ένσταση περί συνυπαιτιότητας της θανούσας στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος, η οποία επαναφέρεται ως λόγος της υπό στοιχ.
Β' έφεσης της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας και της υπό στοιχ. Γ' έφεσης του πρώτου εναγόμενου συνυπαίτιου οδηγού πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη, κατά το ως άνω ποσοστό (80%) και αντίστοιχα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος και ο αντίστοιχος με τον ανωτέρω ισχυρισμό λόγος των ανωτέρω εφέσεων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές και ακολούθως μετά και την παραδοχή και των συναφών με το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγων των εφέσεων των εναγομένων το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Υπό τις ως άνω παραδοχές, με βάση τις οποίες έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο του οδηγού του αυτοκινήτου, πρώτου αναιρεσιβλήτου, όσο και της θανατωθείσας πεζής κατά ποσοστό 20% και 80%, αντίστοιχα, συνισταμένη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί υπαιτιότητας (αμελείας) διατάξεων και δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, Α) Δεν υπάρχει η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι "η θανούσα Ε. Π., συγγενής των εναγόντων, ευρίσκετο υπό την επήρεια αλκοόλης σε μεγάλο ποσοστό και ειδικότερα σε ποσοστό 2,96 γραμμ. ανά 1.000 κ.εκ. αίματος" και της εν συνεχεία παραδοχής του ότι "η ανωτέρω, αμέσως μετά την έξοδό της από το νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, προέβη σε ενέργειες που ευθέως παραπέμπουν σε αυτοκτονική διάθεση...
αυτή δεν αποπειράθηκε να διασχίσει κάθετα την οδό... αλλά η κίνησή της χαρακτηρίζεται από την προσπάθειά της να επιπέσει έμπροσθεν των διερχόμενων εκείνη την ώρα οχημάτων", αφού η μία παραδοχή δεν αντιφάσκει με την άλλη, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν δέχεται ότι η θανούσα πεζή βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους μέθης μη έχουσα συνείδηση των πράξεών της, Β) Οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον ίδιο λόγο αναίρεσης πλημμέλειες 1) ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει η κακή οικονομική κατάσταση της θανούσας, ότι υπάρχουν επαρκείς αιτιολογίες ακόμη και για την πιθανολόγηση της δήθεν οικονομικής κατάστασης αυτής, καθόσον η ίδια δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα αλλά διέθετε μάλιστα ακίνητα και εισοδήματα και έτσι αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε στην εντελώς αυθαίρετη και αναπόδεικτη εκτίμησή της για την δήθεν οικονομική κατάσταση της θανούσας, 2) ότι μόνο ο μάρτυρας Λ.
Χ. κατέθεσε για απόπειρες αυτοκτονίας της θανούσας, και 3) ουδεμία κατάθεση υπάρχει των δύο γυναικών, για τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι "είχαν και αυτές την ίδια αντίληψη σχετικά με τις κινήσεις αυτοκτονίας της θανούσας, κατά τη συνομιλία αυτών με τον μάρτυρα Λ. Χ.", είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, ο δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και εν μέρει κατά τα ανωτέρω, ως απαράδεκτος.
V. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παράγραφος 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το Δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Το Εφετείο, αναφορικά με το αγωγικό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το βίαιο και απρόσμενο θάνατο της Ε. Π., οι ενάγοντες της από 20-01-2010 με αριθμό κατάθεσης 108/2010 αγωγής, αρχικώς πρώτη ενάγουσα μητέρα της, Κ.
χήρα Ε. Π., το γένος Ε. Κ. (η οποία στη συνέχεια απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της δεύτερο και τρίτη ενάγοντες), ο δεύτερος ενάγοντας, ήδη ενήλικος υιός της, Ν. Β. του Ε. και η τρίτη ενάγουσα αδελφή της, Ν. συζ. Σ. Κ. το γένος Ε. Π., συνδεόμενοι με την θανούσα με σχέσεις αγάπης και στοργής δοκίμασαν ψυχικό πόνο.
Για την ανακούφισή τους δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ... Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την σε μεγάλο βαθμό συνυπαιτιότητα της θανούσας και συγγενούς των ανωτέρω εναγόντων, το είδος και το βαθμό συνυπαιτιότητας του οδηγού (αμέλεια), την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών - φυσικών προσώπων εκτός από την ασφαλιστική εταιρία, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί σε κάθε ένα από τους ενάγοντες και εκκαλούντες (μητέρα, τέκνο και αδελφή), το ποσό των 10.000 ευρώ στη μητέρα της θανούσας (το οποίο θα πρέπει να αποδοθεί στους εξ' αδιαθέτου κληρονόμους της, λοιπούς ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες στην υπό στοιχ.
Α' έφεση, κατά το λόγο της μερίδας εκάστου), το ποσό των 10.000 ευρώ στο τέκνο της θανούσας και το ποσό των 5.000 ευρώ στην αδελφή της". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων (και της μητέρας της θανούσας) στο ποσό των 10.000 ευρώ για τον πρώτο αναιρεσείοντα, στο ποσό των 5.000 ευρώ για τη δεύτερη αναιρεσείουσα και στο ποσό των 10.000 ευρώ για τη μητέρα του θύματος (αρχικώς πρώτη ενάγουσα) Κ.
χήρα Ε. Π. δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά δεν είναι υπέρμετρα μικρά και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. VI. Κατά το άρθρο 928 εδάφιο β' Α.Κ. σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να αποζημιώσει εκείνον που κατά νόμον είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών. Τα άρθρα δε 1389 και 1390 Α.Κ.
ορίζουν ότι οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Η συνεισφορά γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους. Στην υποχρέωση συνεισφοράς περιλαμβάνεται και η κοινή υποχρέωση των συζύγων για διατροφή των τέκνων τους, που γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία τους.
Έτσι στην περίπτωση θανάτωσης του ενός συζύγου δικαιούται ο άλλος σύζυγος, καθώς και το τέκνο, να απαιτήσει από τον υπεύθυνο για τη θανάτωση αποζημίωση για τη στέρηση της διατροφής, την οποία εδικαιούτο κατά το νόμο έναντι του θύματος. Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί και να επιδικαστεί από το δικαστήριο ως αποζημίωση εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τις δυνάμεις και το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων.
Περαιτέρω τα άρθρα 1489 § 2 και 1493 εδάφιο α' Α.Κ. ορίζουν ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν τα τέκνα τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του (ανάλογη διατροφή).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι γονείς υποχρεούνται από κοινού να διατρέφουν τα τέκνα τους ανάλογα με τις δυνάμεις τους ο καθένας, σε περίπτωση δε που ο ένας γονέας εκλείψει, η υποχρέωση διατροφής μεταβαίνει στον άλλο γονέα. Η μητέρα που δεν εργάζεται επαγγελματικά εκπληρώνει την υποχρέωση παροχής διατροφής στα ανήλικα τέκνα της με τις φροντίδες και περιποιήσεις της, οι οποίες αποτιμώνται σε χρήμα για να υπολογιστεί το ποσό της διατροφής που της αναλογεί για την παροχή της διατροφής, το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τον τρόπο και το επίπεδο διαβίωσής του, δηλαδή την ηλικία, την υγεία, την ανάγκη για εκπαίδευση και τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής.
Έτσι, όπως προαναφέρθηκε, τα τέκνα σε περίπτωση θανάτου από ατύχημα ενός από τους γονείς τους έχουν αξίωση κατά του υπαιτίου τρίτου βάσει του ανωτέρω άρθρου 928 Α.Κ. για την απώλεια της διατροφής που έπρεπε να παρέχει σ' αυτά o θανατωθείς γονέας. Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 20-01-2010 αγωγής του πρώτου αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, εκτίθενται σ' αυτήν σχετικά με το αίτημα αυτής για αποζημίωση του πρώτου λόγω στέρησης διατροφής αυτού, τα εξής: [Την 15-09-2007 η μητέρα του δεύτερου ενάγοντος (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) τραυματίστηκε θανάσιμα σε τροχαίο ατύχημα εξ υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου), οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
IX αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία για τις προκαλούμενες από την κίνηση αυτού ζημίες τρίτων, ότι η ως άνω θανατωθείσα, ηλικίας 49 ετών κατά το χρόνο του θανάτου της, ήταν αποκλειστικά υπόχρεη, λόγω προαποβιώσεως στις 11-04-1998 του συζύγου αυτής και πατέρα του γεννηθέντος την 08-08-1994 δευτέρου ενάγοντος Μ.
Β., για τη διατροφή του ανήλικου δευτέρου ενάγοντος, ο οποίος στερείτο εισοδημάτων ή περιουσίας και δεν μπορούσε να διαθρέψει τον εαυτό του με δικά του μέσα, διατρεφόμενος από την θανατωθείσα μητέρα του, ότι με βάση τις οικονομικές δυνατότητες αυτής (η οποία είχε εισόδημα 382 ευρώ μηνιαίως) και τις εν γένει περιστάσεις, το σύνολο των αναγκών αυτού σε παροχή υπηρεσιών (πλύσιμο ρούχων, σιδέρωμα, αγορά τροφίμων, καθάρισμα οικίας κλπ) και σε χρήμα για την ανάλογη διατροφή του ανέρχεται το μήνα σε 500 ευρώ, που συνεισέφερε αποκλειστικά η μητέρα του τόσο με την απ' αυτή παροχή προσωπικών υπηρεσιών, όσο και με χρήματα, ότι η ζημιά αυτού από τη στέρηση της διατροφής της μητέρας του από 15-09-2007 έως την επίδοση της αγωγής (15-02-2010), που αυτή θα ζούσε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ανήλθε στο πιο πάνω ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, αυξανόμενο για το επόμενο μέχρι την ενηλικίωσή του χρονικό διάστημα από 16-02-2010 έως 08-08-2012 σε 600 ευρώ μηνιαίως, κατά το οποίο αναλόγως αυξάνονται οι ανάγκες του].
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, ο δεύτερος ενάγων ζήτησε την επιδίκαση των παραπάνω ποσών ως αποζημίωση, γιατί στερήθηκε την από το νόμο οφειλομένη από τη θανατωθείσα εξ' υπαιτιότητος του πρώτου εναγομένου, μητέρα του διατροφή, την οποία θα του παρείχε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά το επίδικο πιο πάνω χρονικό διάστημα, που με πιθανότητα θα ζούσε.
Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, ως προς το κεφάλαιο αυτής προς αποζημίωση του δευτέρου ενάγοντος για την απώλεια της διατροφής, που έπρεπε να παρέχει σε αυτόν η θανατωθείσα μητέρα του, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις και το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένδικη αγωγή, ως προς την ως άνω αξίωση, θεωρώντας εσφαλμένα ότι πρόκειται για αξίωση αποζημίωσης για στέρηση των υπηρεσιών της μητέρας προς τον δεύτερο ενάγοντα, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 928 εδάφιο β', 1489 § 2 και 1493 εδάφιο α' και υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια, όπως βάσιμα διατείνεται ο πρώτος αναιρεσείων με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, ως βασίμου κατ' ουσία, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά το άνω κεφάλαιο ως προς τον δεύτερο ενάγοντα - πρώτο αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το εν λόγω κεφάλαιο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσειοντες, λόγω της μερικής νίκης αυτών (άρθρο 495 § 3 εδάφ.
δ' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα, ως προς την οποία απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, (για τον απολιπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα την αίτηση για αναίρεση της 196/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Αναιρεί εν μέρει, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, την 196/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το κεφάλαιο αυτό, στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει α) τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.800 ευρώ και β) την δεύτερη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.800 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ