Legislator Case Law & Legislation
72/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding non-proposed facts in labor contract termination case.

Case Number 72/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment regarding labor contract terminations. The appellants argued that the appellate court had considered a 'modifying termination' fact not previously proposed, claiming this violated procedural rules. The court ruled this argument inadmissible because the statement was merely an argument derived from evidence evaluation rather than an independent fact requiring prior proposal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The court held that arguments derived from evidence evaluation are not independent facts subject to the non-proposal rule, whereas independent claims challenging rights must be proposed to avoid inadmissibility.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal inadmissibility non-proposed facts labor contract termination evidence evaluation procedural requirements modifying termination

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 72 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 72/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) Β. - Α. Δ. - Λ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Α. - Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 4) Θ. Λ. του Α., κατοίκου ... και 5) Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίνας Μάρκου - Μπαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Ψάλτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1488/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1674/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την από 28-3-2011 αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησαν τα ακόλουθα: α) Όλοι τους, να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης ενός εκάστου είναι άκυρη, διότι έγινε μετά την άρνησή τους να αποδεχθούν μείωση των αποδοχών τους και την προσφυγή τους στην Επιθεώρηση Εργασίας, ήτοι από διάθεση εκδικήσεως, με κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Περαιτέρω, λόγω της ακυρότητας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα το αντιστοίχως αναφερόμενο ποσό ως αποδοχές υπερημερίας. β) Μόνο ο πρώτος από αυτούς, επικουρικά, να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της δικής του σύμβασης είναι άκυρη διότι η αποζημίωση που του καταβλήθηκε ήταν μικρότερη από αυτήν που δικαιούταν.

γ) Όλοι τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της προσβολής που επήλθε στην προσωπικότητά του από την ακυρότητα της καταγγελίας, από τις πιέσεις που προηγήθηκαν για μείωση των αποδοχών του και από την αυθαίρετη τροποποίηση των ωραρίων παροχής της εργασίας του.

δ) Οι πρώτος, δεύτερη και πέμπτος, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα την ανάλογη αμοιβή ή αποζημίωση για την εργασία του σε ημέρα Σαββάτου ή Κυριακής, σύμφωνα με τους όρους της αντιστοίχως ισχύουσας ΣΣΕ των εργαζομένων σε ιδιωτικές κλινικές (ΟΣΝΙΕ). ε) Οι πρώτος, δεύτερη και πέμπτος, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα το από τις ίδιες ΣΣΕ προβλεπόμενο επίδομα παροχής ανθυγιεινής εργασίας και στ) Μόνο ο πρώτος, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει αμοιβή για την αυθαιρέτως περικοπείσα μία ώρα εργασίας ημερησίως.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1488/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, αφού απορρίφθηκε εξ ολοκλήρου το κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση ως ουσιαστικά αβάσιμο, έγιναν εν μέρει δεκτά τα υπόλοιπα αιτήματα. Μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 1674/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία, αφού επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς την απόρριψη του κεφαλαίου για χρηματική ικανοποίηση (υπό γ) και ως προς την παραδοχή των κεφαλαίων για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (υπό ε) και για αμοιβή περικοπείσας ώρας εργασίας (υπό στ), εξαφανίσθηκε κατά τα λοιπά.

Δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, το εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία υπήρξε έγκυρη ως προς τους δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο από τους ενάγοντες με συνέπεια να μην οφείλονται σ' αυτούς αποδοχές υπερημερίας (υπό α). Ως προς τον πρώτο από τους ενάγοντες, το εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία υπήρξε άκυρη λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως (υπό β) και επιδίκασε τις αιτηθείσες αποδοχές υπερημερίας, όπως είχαν περιορισθεί.

Τέλος, ως προς τους πρώτο, δεύτερη και πέμπτο από τους ενάγοντες, το εφετείο έκρινε ότι η ανάλογη αμοιβή ή αποζημίωση για την εργασία τους σε ημέρα Σαββάτου ή Κυριακής (υπό δ), έπρεπε να υπολογισθεί σύμφωνα με τους όρους της αντιστοίχως ισχύουσας ΕΓΣΣΕ. Κατά της ως άνω αποφάσεως του εφετείου οι ενάγοντες άσκησαν την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, στην οποία διαλαμβάνουν λόγους που πλήττουν την κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς το κύρος της καταγγελίας, ως προς τη μη πρόκληση ηθικής βλάβης και ως προς τη μη εφαρμογή των όρων της ΣΣΕ της ΟΣΝΙΕ κατά τον υπολογισμό της αμοιβής ή αποζημίωσης για την εργασία σε ημέρα Σαββάτου ή Κυριακής, όπως ειδικότερα αναφέρεται στη συνέχεια της παρούσας.

2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως με τις παρατιθέμενες αποδεικτικές παραδοχές του δικαστηρίου, ώστε να μην παραμένουν αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).

3.Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

4.Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο, ερευνώντας κατ' ουσία τον ισχυρισμό των εναγόντων περί του ότι η καταγγελία των συμβάσεών τους είχε γίνει από διάθεση εκδικήσεως, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη (παραλείπονται οι παραδοχές που αναφέρονται σε άλλα ζητήματα, οι νομικοί συλλογισμοί και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας):

Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία διατηρεί νομίμως, στη ..., "Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας", ήτοι μονάδα πενήντα (50) κλινών για την κλειστή νοσηλεία ή διημέρευση και ημερήσια φροντίδα προς αποθεραπεία ή αποκατάσταση ασθενών με νευρολογικές ή μυοσκελετικές παθήσεις, προσώπων που υποβλήθηκαν σε ορθοπεδικές χειρουργικές επεμβάσεις, καθώς και ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Ότι στο πλαίσιο λειτουργίας της επιχείρησης αυτής πραγματοποιούνται, τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς ασθενείς, συνεδρίες φυσιοθεραπείας, άλλων θεραπειών και ψυχολογικής υποστήριξης, από εξειδικευμένο προσωπικό που αποτελεί την "Ομάδα Αποκατάστασης". Ότι στην ομάδα αυτή είχαν ενταχθεί και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους με έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Ότι, ειδικότερα, ο πρώτος από τους ενάγοντες είχε προσληφθεί την 23-10-2009, με σύμβαση εργασίας τριών (3) μηνών και από 23-1-2010, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως φυσιοθεραπευτής, υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης επτά (7) ωρών ημερησίως και τριάντα πέντε (35) ωρών εβδομαδιαίως.

Ότι η δεύτερη από τους ενάγοντες είχε προσληφθεί την 4-3-2009, με σύμβαση εργασίας τριών (3) μηνών και από 4-6-2009 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως φυσιοθεραπεύτρια, αρχικώς με καθεστώς μερικής απασχόλησης και από 15-2-2010 με πλήρη απασχόληση οκτώ (8) ωρών ημερησίως και σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως.

Ότι η τρίτη από τους ενάγοντες είχε προσληφθεί την 24-3-2009, με σύμβαση εργασίας τριών (3) μηνών και από 24-6-2009 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως εργοθεραπεύτρια, αρχικά με καθεστώς μερικής απασχόλησης και από 22-2-2010 με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, οκτώ (8) ωρών ημερησίως και σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως.

Ότι η τέταρτη από τους ενάγοντες είχε προσληφθεί την 18-6-2001, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως εργοθεραπεύτρια, με καθεστώς μερικής απασχόλησης επτά (7) ωρών ημερησίως και τριάντα πέντε (35) ωρών εβδομαδιαίως. Ότι, τέλος, ο πέμπτος από τους ενάγοντες είχε προσληφθεί την 12-4-2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 13-5-2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως φυσιοθεραπευτής, με καθεστώς μερικής απασχόλησης πέντε (5) ωρών ημερησίως και είκοσι πέντε (25) ωρών εβδομαδιαίως και, από 3-1-2005, έξι (6) ωρών ημερησίως και τριάντα (30) ωρών εβδομαδιαίως.

Ότι σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, στο πλαίσιο του συμφωνηθέντος καθεστώτος πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, σύμφωνα με το ωράριο που καθόριζε εκάστοτε η εναγομένη, η οποία με ρητό όρο των ατομικών συμβάσεων είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα κατανομής του ωραρίου στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, ανάλογα με τις ανάγκες λειτουργίας της επιχείρησής της.

Ότι κατά το έτος 2010, το "Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας", που λειτουργούσε ήδη από το 1996 ως πρότυπη μονάδα στον τομέα της αποκατάστασης (τον οποίο η εναγομένη είχε εισαγάγει πρώτη στην Ελλάδα με σταθερή, αναπτυσσόμενη πορεία, ιδίως από το Δεκέμβριο 2002, οπότε και επετράπη η σύναψη συμβάσεων με τα ασφαλιστικά ταμεία), απειλήθηκε με παύση της δραστηριότητάς του, λόγω οικονομικών προβλημάτων που έθεσαν σε κίνδυνο την υπόστασή του.

Ότι η δεινή αυτή κατάσταση προκλήθηκε, κυρίως, από συσσωρευμένες οφειλές των συμβαλλόμενων ασφαλιστικών ταμείων, τα οποία από το έτος 2008 καθυστερούσαν σημαντικά την πληρωμή των νοσηλίων και από το έτος 2009 κήρυξαν ουσιαστικά παύση πληρωμών, οπότε αυτό, σε συνδυασμό με την κατά το έτος 2010 έναρξη της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα με δραματικές επιπτώσεις, επηρέασε και την επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης.

Ότι, ειδικότερα, οι οφειλές των ασφαλιστικών ταμείων προς την εναγομένη από το ποσό των 282.326,80 ευρώ, στο οποίο ανέρχονταν το έτος 2008 έναντι συνολικών απαιτήσεων 413.535,87 ευρώ, ανήλθαν κατά το έτος 2009 σε 965.197,72 ευρώ, έναντι απαιτήσεων συνολικού ύψους 1.121.156,83 ευρώ και κατά το έτος 2010 σε 1.000.282,35 ευρώ, έναντι απαιτήσεων συνολικού ύψους 1.167.070,65 ευρώ (με παραπομπή σε πίνακα κίνησης λογαριασμών ασφαλιστικών ταμείων για τα έτη 2008 - 2012, που υπογράφεται από ορκωτό ελεγκτή - λογιστή).

Ότι αυτό είχε ως συνέπεια να ανασταλεί σχεδόν εξ ολοκλήρου η κυριότερη πηγή εσόδων για την επιχείρηση και τα μόνα έσοδα να προέρχονται από τους ιδιώτες ασθενείς και από τις προκαταβολές των ασφαλιστικών ταμείων μόνο για τους ασθενείς της κλειστής νοσηλείας. Ότι αν και δεν εξοφλούνταν τα νοσήλια, η εναγομένη εξέδιδε υποχρεωτικά κάθε μήνα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς τα ασφαλιστικά ταμεία, επιβαρυνόμενη με το ΦΠΑ επί των τιμολογήσεων και όχι επί των εισπράξεων, με συνέπεια να καταγράφει κέρδη και να φορολογείται επί των κερδών, τα οποία δεν ήταν πραγματικά, αφού η επιχείρηση δεν εισέπραττε ό,τι τιμολογούσε, σε αντίθεση με τα έξοδά της, τα οποία ήταν πραγματικά.

Ότι για το λόγο αυτό, το εμφανιζόμενο ως πλεόνασμα ποσό των 23.855,15 ευρώ στον ισολογισμό και λογαριασμό γενικής εκμετάλλευσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2010 δεν είναι πραγματικό, αφού, εάν στα έξοδα (εκ των οποίων ποσό 1.698.345,38 ευρώ αφορά σε μισθούς προσωπικού), στις υποχρεώσεις έναντι τρίτων και στα πάγια έξοδα προσωπικού προστεθεί και το ποσό των 1.167.070,65 ευρώ που αφορά σε ανείσπρακτες απαιτήσεις, από το οποίο 1.000.282,35 ευρώ αφορά σε απαιτήσεις έναντι των ασφαλιστικών ταμείων, το σύνολο που προκύπτει υπερβαίνει το ποσό του κύκλου εργασιών της κατά 55.440,18 ευρώ (με παραπομπή στον ισολογισμό και λογαριασμό γενικής εκμετάλλευσης της 31-12-2010).

Ότι η προαναφερόμενη δεινή οικονομική κατάσταση, στην οποία περιήλθε η εναγομένη, κατέστησε επιτακτική, για τη βιωσιμότητά της και τη συνακόλουθη διατήρηση των θέσεων εργασίας, την ανάγκη εφαρμογής σχεδίου εξυγίανσης και συγκεκριμένα την εξακολούθηση παροχών υψηλής ποιότητας με στόχο την προσέλκυση ιδιωτών ασθενών και τη μείωση των αποδοχών του απασχολούμενου προσωπικού, ενόψει του ότι οι μειώσεις των αμοιβών των εξωτερικών συνεργατών και του κόστους των προμηθειών, που είχαν ήδη επιτευχθεί, δεν αρκούσαν.

Ότι, προς το σκοπό αυτό, το Σεπτέμβριο 2010, η εναγομένη απευθύνθηκε στο σύνολο των εργαζομένων στο "Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας", μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες και, αφού εξήγησε την επικρατούσα οικονομική κατάσταση και τον κίνδυνο βιωσιμότητας που αντιμετώπιζε η επιχείρηση, πρότεινε τη μείωση των συμφωνημένων με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας αποδοχών, κατά ποσοστό που κυμαινόταν από 15% έως 20%, ανάλογα με την εργασιακή και οικογενειακή κατάσταση εκάστου, ως τη μόνη δυνατότητα για τη συνέχιση των εργασιακών σχέσεων.

Ότι την πρόταση αυτή, η οποία ουδόλως αντέκειτο στο νόμο, διότι οι αποδοχές των εργαζομένων ήταν συμφωνημένες και όχι νόμιμες, ενώ και μετά τη μείωση κατά τα ως άνω ποσοστά εξακολουθούσαν να είναι υπέρτερες από τις προβλεπόμενες στις ΕΓΣΣΕ, που άλλως θα εφαρμόζονταν ως προς το νόμιμο μισθό ελλείψει κλαδικής ΣΣΕ δεσμεύουσας τους διαδίκους, αποδέχθηκαν εξήντα (60) εργαζόμενοι από τους εβδομήντα (70) συνολικά απασχολούμενους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπογράφοντας το από 1-10-2010 έγγραφο, με το οποίο, δήλωσαν ότι, αφού ενημερώθηκαν για την οικονομική κατάσταση του Κέντρου, ως απόρροια της γενικότερης οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, συναινούν στη μείωση των αποδοχών τους προς διατήρηση των θέσεων εργασίας.

Ότι με αυτούς συντάχθηκαν ακολούθως άλλοι τρεις (3) από τους αρχικά διαφωνούντες. Ότι, αντιθέτως, οι ενάγοντες αρνήθηκαν να αποδεχθούν μείωση των συμφωνημένων αποδοχών, παρά τις εκκλήσεις του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ο οποίος, αποβλέποντας πρωτίστως στη διατήρηση όλων των θέσεων εργασίας, επεξηγούσε, είτε σε όλη την ομάδα των διαφωνούντων είτε στον καθένα κατ' ιδίαν, τους λόγους που επέβαλλαν την προτεινόμενη τροποποίηση των όρων εργασίας, δηλώνοντας ότι η απόρριψή της θα οδηγούσε αναπότρεπτα στην καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων.

Ότι οι ενάγοντες ενέμειναν στην άρνησή τους, δηλώνοντας ότι προτιμούν να απολυθούν παρά ν' αποδεχθούν την πρόταση για μείωση των αποδοχών τους και, την 19-11-2010, προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας Νέας Ιωνίας, όπου κατήγγειλαν την εργοδότρια για την πρόταση μείωσης των αποδοχών, ζητώντας την επίλυση εργατικής διαφοράς.

Ότι η άρνηση των εναγόντων να αποδεχθούν την πρόταση για μείωση των αποδοχών οδήγησε την εναγομένη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, που έγινε εγγράφως την 27-12-2010 για τον πρώτο, την 28-12-2010 για τη δεύτερη, την 7-1-2011 για την τρίτη, την 2-2-2011 για την τέταρτη και την 25-1-2011 για τον πέμπτο, με καταβολή ως αποζημίωσης των ποσών των 1.292,15 ευρώ, 3.163,98 ευρώ, 2.618,44 ευρώ, 6.867,64 ευρώ και 5.187,72 ευρώ, αντιστοίχως.

5.Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι το δικαίωμα της εναγομένης να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας, λόγω άρνησης των εναγόντων να αποδεχθούν την πρόταση για μείωση των αποδοχών, δεν ασκήθηκε καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον επρόκειτο για τροποποιητική καταγγελία, υπό την αίρεση δηλαδή της απόρριψης από τους εργαζομένους της προτεινόμενης μεταβολής των εργασιακών όρων και συγκεκριμένα του συμφωνημένου μισθού, για την οποία εν προκειμένω υφίσταντο λόγοι που τη δικαιολογούσαν αντικειμενικά και καθιστούσαν δυνατή τη συνέχιση της απασχόλησής τους μόνο με την προϋπόθεση αυτή.

Διότι, έκρινε το εφετείο, η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και στην έκταση που προτάθηκε, ήταν αναγκαία για τη διατήρηση της επιχείρησης, αφού χωρίς αυτή το "Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας" ήταν πολύ πιθανό να οδηγηθεί σε παύση της λειτουργίας του με άμεση συνέπεια την απώλεια όλων των θέσεων εργασίας, ήτοι τόσο των ίδιων των εναγόντων όσο και των συναδέλφων τους, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων, συναισθανόμενη τον κίνδυνο αυτό, είχε συναινέσει στη μείωση των μισθών.

Και τέλος, έκρινε περαιτέρω το εφετείο, η ως άνω αναγκαιότητα δεν αποκλείεται από την εξαγγελία της εργοδότριας, κατά το έτος 2009, για επέκταση της δραστηριότητάς της με δημιουργία "Πρότυπου Κέντρου Κεφαλής, Τραχήλου και Σπονδυλικής Στήλης" σε όμορο οικόπεδο, αφού η εξαγγελθείσα επένδυση ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, λόγω ακριβώς της δεινής οικονομικής κατάστασης που ακολούθησε, αλλά ούτε και από το γεγονός της άμεσης πρόσληψης άλλων υπαλλήλων στις θέσεις των εναγόντων μετά την απόλυσή τους, διότι αφ' ενός η πρόσληψη ήταν αναγκαία για την υποκατάσταση των υπηρεσιών που παρείχαν οι ενάγοντες (στη διατήρηση των συμβάσεων των οποίων, άλλωστε, αποσκοπούσε η εργοδότρια με την προταθείσα μείωση των αποδοχών) και αφ' ετέρου οι αποδοχές που συμφωνήθηκαν με τους νεοπροσληφθέντες ανέρχονταν στο ύψος των μειωμένων αποδοχών, που είχαν προταθεί από την εργοδότρια στους ενάγοντες.

Κατόπιν αυτού, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ότι η καταγγελία υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια και δη από λόγους έχθρας και εκδίκησης προς το πρόσωπο των εναγόντων και, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την κρίση αυτή, το εφετείο υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ως αληθινά και με πληρότητα παρέθεσε στις αιτιολογίες του, στις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω (βλ. αρ.3), τις οποίες ουδόλως παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως, κατά το μέρος με το οποίο πλήττεται η κατ' ουσίαν απόρριψη του κεφαλαίου για ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικής και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

6.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. α' και β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα τα οποία είτε δεν επιτρέπονται από το νόμο είτε δεν έχουν υποβληθεί με νόμιμο τρόπο. Μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο θεωρούνται και οι μαρτυρίες τρίτων, όταν δεν έχουν δοθεί με τη μορφή είτε της κατάθεσης μάρτυρα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως είτε της ένορκης βεβαίωσης ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου.

Οι διαβεβαιώσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις, όταν παρέχονται στο πλαίσιο κάποιας δραστηριότητας την οποία νομίμως ασκούν, δεν θεωρούνται μαρτυρίες, αλλά αξιολογούνται ως "άλλες γνωμοδοτήσεις" (ΚΠολΔ 390, 391) που δεν υπόκεινται στις ως άνω διατυπώσεις. Και περαιτέρω, η αξιολόγηση ενός αποδεικτικού μέσου, που δεν έχει υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας με νόμιμο τρόπο, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο μόνο εάν το δικαστήριο οδηγήθηκε σε κάποια ουσιώδη παραδοχή αποκλειστικά ή κυρίως από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι όταν συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από το συνδυασμό πλειόνων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων συνεκτίμησε και το επίμαχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο, για να διαμορφώσει την παραδοχή ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων είχε ως αληθές κίνητρο την ανάγκη μείωσης του λειτουργικού κόστους της επιχείρησης λόγω του ότι η εναγομένη βρισκόταν σε αδυναμία να εισπράξει τις απαιτήσεις της από τα ασφαλιστικά ταμεία των ασθενών που περιέθαλπε (βλ.

παραπάνω, αρ.4), έλαβε υπ' όψη α) τον από 9-5-2014 "πίνακα κίνησης λογαριασμών ασφαλιστικών ταμείων για τα έτη 2008 - 2012", ο οποίος έχει τη μορφή βεβαίωσης και υπογράφεται από τον ορκωτό λογιστή - ελεγκτή Α. Π., β) έγγραφο με τον τίτλο "λογαριασμός γενικής εκμετάλλευσης από 31-12-2010" και γ) έγγραφο από 1-10-2010 με το οποίο εξήντα από τους εργαζόμενους στην επιχείρηση της εναγομένης φέρονται να δηλώνουν ότι συναινούν στη μείωση των αποδοχών που τους είχε ζητηθεί, προκειμένου να διατηρήσουν τη θέση της εργασίας τους.

Και ότι η υπό (α) βεβαίωση αποτελεί μαρτυρία τρίτου που δεν δόθηκε με νόμιμο τρόπο, ενώ τα υπό (β) και (γ) έγγραφα δεν είχαν προσκομισθεί με επίκληση και ως εκ τούτου άπαντα τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία δεν θα έπρεπε να έχουν ληφθεί υπ' όψη. Διαπιστώνεται, όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το υπό (α) έγγραφο δεν αποτελεί μαρτυρία τρίτου, αλλά συνιστά απεικόνιση στοιχείων που προκύπτουν από τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης και έχουν καταστρωθεί με παραστατικό τρόπο προς διευκόλυνση του δικαστηρίου, από πρόσωπο που έχει ειδικές λογιστικές γνώσεις.

Και περαιτέρω, ότι τα υπό (β) και (γ) έγγραφα δεν υπήρξαν αυτά, εκ των οποίων το εφετείο κατ' αποκλειστικότητα ή κυρίως συνήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα ως προς την κακή πορεία των οικονομικών της επιχείρησης και ως προς την παροχή συναίνεσης από την πλειονότητα των εργαζομένων στην προταθείσα μείωση των αποδοχών, αλλά ότι η κρίση περί των ζητημάτων αυτών είχε εξαχθεί από το σύνολο του εισκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, στο οποίο, πέραν των καταθέσεων των μαρτύρων στο ακροατήριο, περιλαμβάνονταν ένορκες βεβαιώσεις και άλλα έγγραφα.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

7.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, όπως και όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο, για να διαμορφώσει την παραδοχή ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων είχε ως αληθές κίνητρο την ανάγκη μείωσης του λειτουργικού κόστους της επιχείρησης (βλ. παραπάνω, αρ.4), παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) του ισολογισμού και λογαριασμού γενικής εκμετάλλευσης της εναγομένης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2010 και β) του από 9-5-2014 πίνακα κίνησης λογαριασμών ασφαλιστικών ταμείων για τα έτη 2008 - 2012 (περί του οποίου έγινε λόγος και στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας).

Και είναι μεν αληθές ότι στο αναιρετήριο παρατίθενται επιχειρήματα ως προς το ότι άλλα ήσαν τα οικονομικά στοιχεία που απεικονίζονται στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα και άλλα αυτά που το εφετείο παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση ως συναγόμενα εκ των εγγράφων αυτών. Παρατηρείται, όμως, ότι με τα επιχειρήματα αυτά δεν επισημαίνεται εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου των ως άνω εγγράφων, αλλά εισάγεται αμφισβήτηση ως προς την ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εξήχθη όχι μόνο από το περιεχόμενό τους, αλλά από την αξιολόγησή τους σε συνδυασμό με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

8.Μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη του κεφαλαίου για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης (βλ. παραπάνω, αρ.5), το εφετείο επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη του κεφαλαίου της αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της εκ του περιστατικού αυτού προσβολής στην προσωπικότητα των εναγόντων.

Ήδη, όμως, οι ενάγοντες, με μέρος του ως άνω τρίτου λόγου της αιτήσεως, παραπονούνται και για παραμόρφωση των προγραμμάτων εργασίας, στα οποία απεικονίζονταν οι μεταβολές στα ωράρια και στις ημέρες απασχόλησής τους κατά το χρονικό διάστημα μετά την απόρριψη της πρότασης για μείωση των αποδοχών τους και μέχρι την απόλυσή τους.

Ο ισχυρισμός, δηλαδή, των εναγόντων, με τον οποίο αυτοί επιδίωκαν να θεμελιώσουν παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης που (πέραν της επικληθείσας καταχρηστικής καταγγελίας) συνέβαλε στην προσβολή της προσωπικότητάς τους, συνίστατο στο ότι αυτή, με αυθαίρετες και κακόβουλες μεταβολές αποκλειστικά στα δικά τους ωράρια, προσπάθησε να ασκήσει πίεση για να τους αναγκάσει να αποδεχθούν την προταθείσα μείωση αποδοχών.

Επί του ζητήματος αυτού το εφετείο, με συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι από το έτος 2007, η εναγομένη είχε αρχίσει να αναθέτει στους φυσιοθεραπευτές που απασχολούσε να παρέχουν, εφόσον το επιθυμούσαν, υπηρεσίες και κατά τα Σαββατοκύριακα σε ιδιώτες ασθενείς του Νοσοκομείου "...", με συμφωνηθείσα κατ' αποκοπή αμοιβή 60 ευρώ ανά Σαββατοκύριακο, ανεξάρτητα από τις ώρες απασχόλησής τους.

Ότι στο πλαίσιο αυτό, ο πρώτος από τους ενάγοντες εργάσθηκε από 1-1-2010 έως 30-4-2010 έξι (6) Σαββατοκύριακα. Ότι η δεύτερη από τους ενάγοντες εργάσθηκε δεκατρία (13) Σαββατοκύριακα και συγκεκριμένα έξι (6) Σαββατοκύριακα το έτος 2009 και επτά (7) Σαββατοκύριακα από 1-9-2010 έως 31-12-2010. Ότι ο πέμπτος από τους ενάγοντες εργάσθηκε είκοσι τρία (23) Σαββατοκύριακα το έτος 2007, είκοσι δύο (22) Σαββατοκύριακα το έτος 2008 και δεκαέξι (16) Σαββατοκύριακα το έτος 2009.

Ότι, αργότερα, προς αναδιάρθρωση της λειτουργίας του Κέντρου για προσέλκυση ιδιωτών ασθενών, στους οποίους μετά τη στάση πληρωμών από τα ασφαλιστικά ταμεία απέβλεπε πρωτίστως η εναγομένη, αποφασίσθηκε η οργάνωση θεραπειών και κατά τις ημέρες του Σαββάτου, αφενός προς διευκόλυνση των ιδιωτών εξωτερικών ασθενών και αφετέρου προς επίτευξη καλύτερων θεραπευτικών αποτελεσμάτων, αφού οι θεραπείες ενδείκνυται να πραγματοποιούνται τρεις φορές την εβδομάδα, με μία ημέρα ενδιάμεσης ανάπαυσης.

Ότι για το σκοπό αυτό, από το Δεκέμβριο του έτους 2010, η εναγομένη εφάρμοσε νέο πρόγραμμα εργασίας για όλους τους απασχολούμενους, κατά το οποίο μεταβάλλονταν για κάποιες ημέρες η έναρξη και η λήξη του συμφωνημένου ημερήσιου ωραρίου, ενώ επιπλέον παρεχόταν εργασία και κάποια Σάββατα, με τη χορήγηση ρεπό σε μία άλλη, εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, έτσι ώστε να μην παραβιάζεται το καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης.

Ότι ως προς την εργασία κατά το Σάββατο, οι πρώτος, δεύτερη και τρίτη από τους ενάγοντες απασχολήθηκαν μόνο ένα Σάββατο κατά το Δεκέμβριο 2010, η τέταρτη από τους ενάγοντες απασχολήθηκε ένα Σάββατο κατά το Δεκέμβριο 2010 και ένα Σάββατο κατά τον Ιανουάριο 2011 και ο πέμπτος απασχολήθηκε ένα Σάββατο κατά το Δεκέμβριο 2010 και δύο Σάββατα κατά τον Ιανουάριο 2011, ενώ δεν εργάσθηκαν σε μία εργάσιμη ημέρα της αντίστοιχης εβδομάδας.

Ότι οι ως άνω μεταβολές στο πρόγραμμα και τα ωράρια δεν ήσαν μονομερείς, αλλά συμφωνημένες, αφού κατά την κατάρτιση των ατομικών συμβάσεων εργασίας είχε προβλεφθεί η δυνατότητα της εργοδότριας να μεταβάλλει τα ωράρια και οι εργαζόμενοι την είχαν αποδεχθεί. Ότι το νέο πρόγραμμα εφαρμόσθηκε κυκλικά για όσους εργαζόμενους είχαν τα σχετικά προσόντα, μεταξύ των οποίων και αυτοί που ήδη είχαν αποδεχθεί την πρόταση της εργοδότριας για μείωση των αποδοχών τους.

Από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι η κρίση του εφετείου διαμορφώθηκε όχι μόνο από τα προγράμματα εργασίας που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες και αφορούσαν σε αυτούς τους ίδιους, αλλά από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος με το εξεταζόμενο μέρος του οποίου, υπό την επίκληση της κατ' άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ παραμόρφωσης των προγραμμάτων εργασίας, διατυπώνεται αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών του εφετείου, είναι απαράδεκτος (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

Ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με το τελευταίο μέρος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ασάφεια αιτιολογίας ως προς το ίδιο ζήτημα (ΚΠολΔ 559 αρ.19), είναι αβάσιμος, αφού από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει το αντίθετο.

9.Ως προς το κεφάλαιο της αγωγής για την επιδίκαση αμοιβών ή αποζημιώσεων στους ενάγοντες από την παροχή εργασίας σε ημέρα Σαββάτου ή Κυριακής, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σε συνέχεια των όσων ήδη αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.4 και αρ.8), δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα εξής ουσιώδη: Ότι η επιχείρηση της εναγομένης, στην οποία είχαν προσληφθεί και παρείχαν την εργασία τους οι ενάγοντες, είχε ιδρυθεί και λειτουργούσε με την ….27/10-11-2008 άδεια του Νομάρχη Αθηνών, σύμφωνα με το π.δ. 395/1993 περί όρων, προϋποθέσεων και διαδικασίας για την ίδρυση, λειτουργία και μεταβίβαση κέντρων αποθεραπείας ή αποκατάστασης από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Ότι οι μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων είχαν ρητώς συμφωνηθεί, με την ατομική σύμβαση του καθενός, στο ύψος των θεσπιζόμενων από τις εκάστοτε ισχύουσες κλαδικές ΣΣΕ που κατήρτιζε η "Ομοσπονδία Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας (ΟΣΝΙΕ)" με το "Σύνδεσμο Ελληνικών Κλινικών (ΣΕΚ)" για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων, μελών των πρωτοβάθμιων σωματείων της ΟΣΝΙΕ που απασχολούνται στις ιδιωτικές κλινικές, μέλη του ΣΕΚ όλης της χώρας.

Ότι η εφαρμογή των σχετικών με την αμοιβή όρων των ως άνω κλαδικών ΣΣΕ στις συμβάσεις εργασίας που λειτούργησαν μεταξύ των διαδίκων ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα γραπτής συμφωνίας. Ότι, ως εκ τούτου, επρόκειτο για συμβατικές αποδοχές και όχι για εκ του νόμου υποχρεωτικές (νόμιμες) αποδοχές, διότι ούτε οι ενάγοντες ανήκαν σε σωματείο μέλος της ΟΣΝΙΕ ούτε η εναγομένη ήταν ή θα μπορούσε να είναι μέλος του ΣΕΚ, αφού δεν διατηρεί κλινική, αλλά κέντρο αποθεραπείας και αποκατάστασης, διεπόμενο από ειδική νομοθεσία και σαφώς διακρινόμενο από τις ιδιωτικές κλινικές, με τις οποίες, μάλιστα, απαγορεύεται η συστέγαση.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες για την εργασία που πρόσφεραν τα Σάββατα, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, δικαιούνται μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3846/2010 (11-5-2010) αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, συγκεκριμένα, την ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη από την εν λόγω εργασία, συνιστάμενη στις νόμιμες αποδοχές που θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, απασχολούμενο νομίμως, για την ίδια εργασία και με τα ίδια προσόντα.

Ότι για το μετά την 11-5-2010 χρονικό διάστημα, υπό την ισχύ του άρθρου 8 ν. 3846/2010, δικαιούνται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% για όσες ώρες απασχολήθηκαν. Ότι για την απαγορευμένη εργασία κατά τις Κυριακές δικαιούνται το νόμιμο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 75% για όσες ώρες απασχολήθηκαν.

Και ότι λόγω ανυπαρξίας, μέχρι το έτος 2011, κλαδικής ΣΣΕ αναγκαστικής ισχύος για τους εργαζόμενους στα κέντρα αποκατάστασης και αποθεραπείας, ως νόμιμες αποδοχές πρέπει να θεωρηθούν αυτές που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα ΕΓΣΣΕ. Κατόπιν αυτού, στις περιπτώσεις που έπρεπε να γίνει υπολογισμός σύμφωνα τις νόμιμες (και όχι σύμφωνα με τις συμφωνημένες και καταβαλλόμενες) αποδοχές, το εφετείο έλαβε υπ' όψη τα ελάχιστα όρια της αντίστοιχης εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας.

Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ορθώς προέβη στη διάκριση μεταξύ αφ' ενός συμβατικών και πράγματι καταβαλλόμενων και αφ' ετέρου υποχρεωτικών και νομίμων αποδοχών, αιτιολογώντας την με την παραδοχή ότι η άσκηση επιχείρησης παροχής γενικών ή ειδικών υπηρεσιών υγείας σε κλινική δεν είναι ομοειδής ή συναφής με την άσκηση επιχείρησης αποκατάστασης ή αποθεραπείας σε περιπτώσεις νευρολογικών ή μυοσκελετικών παθήσεων ή μετά από ορθοπεδικές χειρουργικές επεμβάσεις ή σε άτομα με ειδικές ανάγκες (άρθρο 3 παρ.1 περ.

β' ν. 1876/1990). Δέχτηκε ανελέγκτως, δηλαδή, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η αδυναμία ευθείας εφαρμογής των ισχυόντων ως προς τους όρους αμοιβής και εργασίας για τους απασχολούμενους σε ιδιωτικές κλινικές (ΣΣΕ ή διαιτητικές αποφάσεις μεταξύ ΟΣΝΙΕ και ΣΕΚ, τους οποίους ουδεμία από τις αντίδικες πλευρές ανήκε ή θα μπορούσε να ανήκει) οδήγησε τους διαδίκους να επιλέξουν από κοινού, και μάλιστα εγγράφως, τη συμβατική εφαρμογή τους, με συνέπεια να αντιδιαστέλλονται ως νόμιμες αποδοχές αυτές των ΕΓΣΣΕ.

Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, ως προς το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (προεχόντως με την εκδοχή της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας), είναι το μεν αβάσιμος, το δε απαράδεκτος (ως προς την αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών).

10.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπ' όψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπ' όψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Αντιθέτως, δεν θεωρούνται πράγματα οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη πράγμα μη προταθέν και συγκεκριμένα το ότι η εναγομένη είχε προβεί σε "τροποποιητική καταγγελία" των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων.

Είναι αληθές ότι το δικαστήριο της ουσίας, μετά την παράθεση των ουσιαστικών του παραδοχών ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων (βλ. παραπάνω, αρ.4), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την ακόλουθη περικοπή: "Το δικαίωμα αυτό της εργοδότριας να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας λόγω της άρνησης των άνω εργαζομένων να αποδεχθούν την πρόταση για μείωση των αποδοχών, δεν ασκήθηκε καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον επρόκειτο για τροποποιητική καταγγελία, υπό την αίρεση δηλαδή της απόρριψης από τους εργαζομένους της προτεινόμενης μεταβολής των εργασιακών όρων και συγκεκριμένα του συμφωνημένου μισθού, για την οποία εν προκειμένω υφίσταντο λόγοι που την δικαιολογούσαν αντικειμενικά και καθιστούσαν δυνατή τη συνέχιση της απασχόλησής τους μόνο με τη μεταβολή των όρων της".

Από την περικοπή αυτή, όμως, καθίσταται προφανές ότι δεν πρόκειται περί αυτοτελούς ισχυρισμού, αλλά περί επιχειρήματος του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ως προς τη διαπίστωση της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση απαγορευμένη η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.

11.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-4-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 1674/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ