Legislator Case Law & Legislation
72/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of statute of limitations defense due to insufficient reasoning.

Case Number 72/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred by rejecting a statute of limitations defense without proper legal reasoning, despite the five-year limitation period having expired. The Court found the lower court violated substantive law by failing to adequately justify its rejection of the defense and its findings on knowledge of the claim. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(19) and 559(1)(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if the lower court rejects a valid legal defense or applies substantive law incorrectly without providing sufficient and coherent reasoning regarding the facts and legal characterization that significantly influenced the outcome.

Keywords

AI generated
statute of limitations defense insufficient reasoning substantive law violation remand for retrial Code of Civil Procedure statute of limitations legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(8) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 937 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 12(4) of Law 4055/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 72 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 72/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Μαΐου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5941/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7260/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του ως και τους από 17 Αυγούστου 2011 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 8 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου λόγου του κυρίως δικογράφου ως και του πρώτου και δευτέρου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως γεγονότα μη περιεχόμενα στην αγωγή για τη θεμελίωσή της. Δεν συνιστά όμως το λόγο η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο α) σε σχέση με την επένδυση για την αγορά του κτήματος στις Σπέτσες, ως ψευδείς τις παραστάσεις, οι οποίες υπήρξαν αποφασιστικές για να "προβεί ο ενάγων στην καταβολή του ποσού της επένδυσης των 21.903.793 δρχ, δια της εξασφάλισης των χρημάτων που δόθηκαν με την παροχή εξουσιοδοτήσεως για την είσπραξη της απαιτήσεως της εταιρείας ΕΜΒΙΟΜΕΤ κατά της Δ.Ε.Η, ενώ ο ενάγων δεν είχε ισχυρισθεί με την αγωγή του ότι αυτό υπήρξε αποφασιστικό αίτιο για την διαμόρφωση της βουλήσεώς του, και β) σε σχέση με την επένδυση στο Πόρτο Χέλι ότι ο αναιρεσείων διαβεβαίωνε τον αντίδικο ότι θα επετύγχανε την απόκτηση ακινήτου ιδιοκτησίας Χ.

για χρησιμοποιηθεί προς εγγραφή προσημείωσης επ' αυτού υπέρ Τραπέζης για να χρηματοδοτηθεί η επένδυση Σπετσών. Η αναφορά όμως από το Εφετείο των ως άνω διευκρινιστικών περιστατικών, τα οποία διελαμβάνοντο εμμέσως μεν πλην σαφώς στο δικόγραφο τις αγωγής και βεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις δεν συνιστούν τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως.

Επομένως ο πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙI). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα περιστατικά που επηρεάζουν την τύχη της αναίρεσης: "Ο ενάγων, ήδη εφεσίβλητος, γνώρισε τον Δ. Μ. (εναγόμενο ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής με την εκκαλουμένη απόφαση), όταν το έτος 1994 ανέλαβε ως αρχιμάγειρας (σεφ) την οργάνωση του μενού του εστιατορίου ...

στο Θησείο, του οποίου αυτός ήταν συνιδιοκτήτης με τον Ι. Κ.. Στα πλαίσια της γνωριμίας του με τον Μ., ο οποίος διατηρούσε γραφείο συμβούλων επενδύσεων στο ..., του ανέφερε ότι είχε συγκεντρώσει από την εργασία του ένα ποσό άνω των 100.000.000 δραχμών και αναζητούσε τρόπο για την μεγαλύτερη δυνατή απόδοση του κεφαλαίου αυτού.

Τότε αυτός του σύστησε τον εναγόμενο, ήδη εκκαλούντα, που διατηρούσε κτηματομεσιτικό γραφείο στον Πειραιά και συγχρόνως εμφανιζόταν ως σύμβουλος επενδύσεων και στις αρχές Οκτωβρίου 1994 του πρότειναν να επενδύσουν για λογαριασμό του στην ερασιτεχνική ΑΕΚ (τμήμα καλαθοσφαίρισης) 100.000000 δρχ., επένδυση από την οποία θα είχε απόδοση 40% μέσα σε ένα έτος, πρόεδρος του Δ.Σ της οποίας και ιδιοκτήτης ήταν ο Μ.

Λ. ο οποίος επίσης είχε και την εταιρεία Creta Video ΕΠΕ, με νόμιμο εκπρόσωπο την σύζυγο του. Τον διαβεβαίωσαν ότι τα χρήματα του θα ήταν εξασφαλισμένα διότι η Creta Video ΕΠΕ, θα του εκχωρούσε απαίτηση κατά της εταιρείας ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ ΑΕ ύψους 150.000000 δρχ., την οποία είχε εκχωρήσει η ΑΕΚ στην Creta Video ΕΠΕ, παραδίδοντάς του και αντίγραφο της σχετικής σύμβασης.

Παρότι όμως δεν του εκχωρήθηκε η απαίτηση αυτή, ο ενάγων δεν ματαίωσε την επενδυτική του προσπάθεια, αλλά τους κατέβαλε ποσό 80.000.000 δρχ με τραπεζική επιταγή εκδόσεως του, την οποία εισέπραξαν οι ίδιοι μέσω υπαλλήλου τους, στις 17-10-1994. Προς εξασφάλιση δε του ποσού αυτού δέχθηκε να καταρτισθεί ένα ιδιωτικό συμφωνητικό περί συνάψεως δανείου μεταξύ αυτού και του Κ.

Δ. ως εκπρόσωπου της εταιρείας ΕΜΒΙΟΜΕΤ ΕΕ, στο οποίο αναγραφόταν ότι η εταιρεία αυτή έλαβε ως δάνειο από τον ενάγοντα ποσό 90.000 000 δρχ., το οποίο είχε υποχρέωση να επιστρέψει μέχρι τον Ιούλιο 1995 και ότι για την εξασφάλιση αυτής της απαίτησης η εταιρεία του ενεχυράζει επιταγές συνολικού ποσού 90.000.000 δρχ. τις οποίες είχε εκδώσει η εταιρεία CRETA VIDEΟ EΠΕ, σε διαταγή του Μ.

Λ. και με δικαιούχο από οπισθογράφηση την οφειλέτρια εταιρεία. Οι επιταγές της CRETA VIDEΟ EΠΕ δεν πληρώθηκαν, σε αντικατάσταση δε αυτών ο εναγόμενος με τον Κ. Μ. του παρέδωσαν τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές της Γενικής Τράπεζας με αριθμούς ..., ... και ..., συνολικού ποσού 90.700.000 δρχ, εκδόσεως επίσης της CRETA VIDEΟ EΠΕ, σε διαταγή του εναγομένου, με ημερομηνίες εκδόσεως 28-10-1995, 30-11-1995 και 28-2-1996, οι οποίες επίσης δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων στο λογαριασμό του εκδότη, εκ των οποίων σφραγίσθηκε μόνο η τρίτη από αυτές, ενώ οι λοιπές παραδόθηκαν στον εναγόμενο και τον Μ.

τον Δεκέμβριο 1995 για να ενεργήσουν αυτοί την είσπραξη τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Περαιτέρω, στις αρχές Δεκεμβρίου 1994, ο εναγόμενος και ο Κ. Μ. ενημέρωσαν και πάλι τον ενάγοντα για μία νέα επενδυτική ευκαιρία, δηλαδή την αγορά δύο συγκροτημάτων μπαγκαλόουζ (στούντιος) στις Σπέτσες, αξίας 400.000.000 δρχ, τα οποία του δήλωσαν ότι μπορούσαν να αγοράσουν αντί τιμήματος 140.000.000 δρχ, και να τα μεταπωλήσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα αντί 350.000.000 δρχ.

Επίσης ότι και οι ίδιοι θα επένδυαν δικά τους χρήματα και του ζήτησαν να τους συστήσει και άλλους επενδυτές για την συγκεκριμένη επένδυση. Τον διαβεβαίωσαν δε ότι τα χρήματα του ήταν εξασφαλισμένα επειδή ο προαναφερόμενος Κ. Δ., ως διαχειριστής της εταιρείας ΕΜΒΙΟΜΕΤ είχε απαίτηση άνω των 55.000.000 δρχ. κατά της ΔΕΗ, την οποία θα τον εξουσιοδοτούσε να εισπράξει.

Ο ενάγων αφού έλαβε το με αριθμό .../22-12-1994 ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Πειραιά Α. Μαλανδράκη, με το οποίο ο Κ.Δ., υπό την πιο πάνω ιδιότητα του, τον εξουσιοδοτούσε να εισττράξει από την ΔΟΛ/ΔΕΗ την πιο πάνω απαίτηση της εταιρείας του, πείσθηκε και παρέδωσε στον εναγόμενο επιταγή της Κτηματικής Τράπεζας, εκδόσεώς του την 21-12-94, πληρωτέα σε διαταγή του, ποσού 21.903.743 δρχ., την οποία εισέπραξε την επομένη ο εξάδελφος του εναγομένου Β.

Π.. Λίγες ημέρες αργότερα του ανέφεραν ότι ο Θ. Χ., ιδιοκτήτης ακινήτου 8 περίπου στρεμμάτων στο Πόρτο Χέλι, αξίας 100.000.000 δρχ., χρειαζόταν 30.000.000 δρχ. για να εξοφλήσει απαίτηση τρίτου και να προβεί σε εξάλειψη προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο, το οποίο στη συνέχεια θα τους το παραχωρούσε προκειμένου να λάβουν δάνειο 100.000.000 δρχ., ποσό που θα χρησιμοποιούσαν για την αγορά των ακινήτων στις Σπέτσες.

Ο ενάγων πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις τους και στις 29-12-1994 κατέβαλε στον εναγόμενο 14.600.000 δρχ., από το οποίο ποσό 12.000000 δρχ. με επιταγή και το υπόλοιπο ποσό των 2 600.000 δρχ. μετρητοίς. Ο εναγόμενος του χορήγησε την με ίδια ημεροχρονολογία έγγραφη απόδειξη εισπράξεως του ποσού αυτού, για να τοποθετηθούν τα χρήματα "στην προσημείωση που έχουμε συμφωνήσει", όπως αναφέρεται σ' αυτή.

Επίσης, ο ενάγων του κατέβαλε για την ίδια αίτια ποσό 13.200.000 δρχ. στις 31-1-1995. Παρά το ότι ήταν αληθές το γεγονός ότι διατίθετο προς πώληση το ακίνητο των Σπετσών και υπήρχε πράγματι το ακίνητο Χ., ο εναγόμενος όταν διαβεβαίωνε τον ενάγοντα ότι είχε την δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις επενδύσεις αυτές με κέρδος, συμμετέχοντας μάλιστα και με δικά του κεφάλαια, προέβαινε σε ψευδείς εν γνώσει του παραστάσεις επειδή από την αρχή δεν είχε πρόθεση να επενδύσει τα χρήματα που έλαβε από τον ενάγοντα στην αγορά του ακινήτου αυτού ή στην χρηματοδότηση της αγοράς του με δάνειο που θα λάμβανε με προσημείωση επί του ετέρου ακινήτου, αλλά σκοπός του ήταν να εισπράξει, μαζί με τον Μ., τα χρήματα και να τα χρησιμοποιήσει για να καλύψει δικές του ανάγκες, όπως και τελικά έπραξε.

Η πρόθεση αυτή προκύπτει από το ότι δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την ευόδωση της επένδυσης, ούτε άλλωστε ο ίδιος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο και από το γεγονός ότι οι δήθεν εξασφαλίσεις των χρημάτων του ενάγοντος που του παρείχε, δηλαδή η είσπραξη από την ΔΕΗ απαίτησης της εταιρείας ΕΜΒΙΟΜΕΤ ΕΕ, βάσει της πληρεξουσιότητας που του παρέσχε ο εκπρόσωπος της Δ., ήταν αν όχι ανύπαρκτη, όπως πληροφόρησε ο Δ.

τον ενάγοντα πριν τον θάνατο του στις 14-5-1995 (και όχι τον Ιούνιο 1995 που αναφέρει στην αγωγή του, προφανώς από παραδρομή αφού στην αγωγή αναφέρει επίσης και την πιο πάνω ημερομηνία θανάτου, ο οποίος βεβαίως επακολούθησε της πληροφόρησης), τουλάχιστον επισφαλής. Τούτο επειδή κατά τον χρόνο που χορηγήθηκε το προαναφερόμενο πληρεξούσιο, η εταιρεία ΕΜΒΙΟΜΕΤ ΕΕ είχε ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, από τον Νοέμβριο 1994 με την απόφαση 373/1994 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία όριζε ως χρόνο παύσης πληρωμών την 15-3-1993 και συνεπώς, από της δημοσιεύσεως της απόφασης η πτωχεύσασα στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης της περιουσίας της και είναι άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών κάθε ετεροβαρής δικαιοπραξία της που αφορά την πτωχευτική περιουσία, σύμφωνα με το άρθρο 537 ΕμπΝ.

Το γεγονός αυτό γνώριζε ο εναγόμενος, εφόσον με τον Δ. είχε συνεργασία στην παροχή "εξασφαλίσεων" προς τον ενάγοντα, όπως αυτή που του παρείχε για την πρώτη επένδυση, με το συμφωνητικό περί δανείου στην εταιρεία ΕΜΒΙΟΜΕΤ, ύψους 90.000000 δρχ, ενώ τούτο ήταν αναληθές. Ο εναγόμενος δε, προς απόκρουση της αγωγής, ουδόλως εκθέτει τα κατά την άποψη του πραγματικά περιστατικά που αφορούν, ειδικότερα, στην "επένδυση των Σπετσών και Πόρτο-Χέλι", ούτε επαναφέρει ισχυρισμούς που είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπου, από την επισκόπηση των εκεί προτάσεων του, προκύπτει ότι είχε ισχυρισθεί ότι τα ποσά των δραχμών 21.903.743 και 14.600.000, συνολικά δε 36.503 743 δρχ, δάνεισε ο ενάγων στον αποβιώσαντα πλέον Δ., τον Δεκέμβριο 1994 και ότι ο Χ.

του έδωσε το δικαίωμα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο προαναφερόμενο ακίνητο του για την εξασφάλιση του δανείου (για ποίο άραγε λόγο), την οποία αυτός δεν ενέγραψε, ισχυρισμοί όμως οι οποίοι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώνονται. Αντίθετα δε προς τους ισχυρισμούς αυτούς, η μάρτυρας αδελφή του καταθέτει ότι ο ενάγων δάνειζε χρήματα, μεταξύ των άλλων και στον αδελφό της (εναγόμενο) δάνεισε 13.000.000 δρχ.

τα οποία μάλιστα αυτός εξόφλησε Άλλωστε ο εναγόμενος και ο Δ. Μ., όταν ισχυρίσθηκαν στον ενάγοντα ότι η επένδυση των Σπετσών ματαιώθηκε, δεν επέστρεψαν άμεσα το ποσό αυτό των 49.703.743 δρχ. αφού το είχαν ήδη διαθέσει για τους δικούς τους σκοπούς, όπως εξ αρχής σκόπευαν, αλλά υποσχέθηκαν να του επιστρέψουν τα χρήματα αυτά υπογράφοντας και παραδίδοντας του δέκα συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 46.200.000 δρχ., λήξεως από 31-6-1995 μέχρι 30-3-19.., τις οποίες όμως δεν εξόφλησαν.

Ακολούθως, στις 2-12-1995, αμφότεροι παρέλαβαν τις συναλλαγματικές αυτές, καθώς και δύο τραπεζικές επιταγές που είχαν δοθεί για την Εξασφάλιση της "επένδυσης της ΑΕΚ" όπως ήδη αναφέρθηκε, με σκοπό να κινήσουν διαδικασίες εισπράξεως των αντίστοιχων χρημάτων και να τις παραδώσουν στον ενάγοντα, πράγμα που επίσης δεν έγινε.

Στις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντος προς τούτο, τον διαβεβαίωναν ότι θα επιστρέψουν τα χρήματα και μάλιστα του παρέδωσαν εντός του έτους 1995, τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές των 10.000.000 δρχ η κάθε μία, με ημερομηνίες έκδοσης εντός του έτους 1997 τις οποίες είχε εκδώσει η εταιρεία ΠΝΥΚΑ ΕΠΕ στην οποία συμμετείχε ο Δ Μ.

και η οποία εκμεταλλευόταν το εστιατόριο ... . Οι επιταγές αυτές επίσης δεν πληρώθηκαν τον Ιανουάριο 1997 που εμφανίσθηκαν προς πληρωμή, οπότε ο ενάγων βεβαιώθηκε για την ζημία που του προκάλεσε ο εναγόμενος και προέβη στην έκδοση των με αριθμούς 10608, 10965/1997 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με τις ψευδείς κατά τα ανωτέρω διαβεβαιώσεις του εναγομένου και τις ψευδείς εν γνώσει του εξασφαλίσεις που αυτός παρείχε, πείσθηκε ο ενάγων και του παρέδωσε το χρηματικό ποσό 49.703.743 δρχ. ή 145.865,70 ευρώ, με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση ζημία εφόσον ποτέ ο εναγόμενος δεν είχε την πρόθεση, κατά τα ανωτέρω, να επενδύσει, ούτε να παράσχει πραγματική εξασφάλιση των χρημάτων του ενάγοντα, αλλά να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για δικούς του σκοπούς.

Επομένως, ο εναγόμενος ζημίωσε παράνομα και υπαίτια τον ενάγοντα, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του και είναι υποχρεωμένος να τον αποζημιώσει. Ως προς την "επένδυση της ΑΕΚ" όμως, το περιεχόμενο της οποίας δεν εξειδικεύεται από κανένα διάδικο, δηλαδή δεν αναφέρεται σι τι συνίσταται η επένδυση αυτή, δεν έγινε παράσταση ψευδών γεγονότων εκ μέρους του εναγομένου ως προς το μέγεθος ειδικότερα της απόδοσης που αυτή θα είχε, εφόσον τούτο αποτελεί γεγονός μέλλον και αβέβαιο σε μία επένδυση και δεν είχε εγγυηθεί ρητό το ύψος της, αλλά και ως προς τις εξασφαλίσεις που θα του παρείχοντο.

Ο ενάγων έδωσε 80.000.000 δρχ, στα πλαίσια μιας σύμβασης με τον εναγόμενο και τον Μ., ποσό με το οποίο στην πραγματικότητα θα δανειοδοτείτο κυρίως ο πρόεδρος της ομάδας Μ. Λ., αλλά και άλλα ενδεχομένως πρόσωπα από τον εναγόμενο ο οποίος διαχειριζόταν το ποσό αυτό, προς εξασφάλιση δε της επιστροφής του ποσού δεν έλαβε μεν την εκχώρηση της απαίτησης της ομάδας που αναφέρεται πιο πάνω, όπως αρχικά είχε συζητηθεί με τον εναγόμενο, αλλά τραπεζικές επιταγές εκδόσεως της εταιρείας του Μ.

Λ., ύψους 68.000.000 δρχ., των οποίων μάλιστα αργότερα δέχθηκε την αντικατάσταση λόγω της μη πληρωμής τους, αλλά και ένα δανειστικό συμβόλαιο με την εταιρεία του Κ Δ., την αναλήθεια του περιεχομένου του οποίου γνώριζε εφόσον γνώριζε ότι δεν δάνεισε χρήματα στην εταιρεία αυτή, αποδεχόμενος αφενός την μεταβολή στον τρόπο εξασφάλισής του πριν την εκ μέρους του καταβολή των χρημάτων και αφετέρου τον κίνδυνο μη πληρωμής του.

Επομένως η ζημία που υπέστη δεν οφείλεται στην παραπλανητική συμπεριφορά του εναγομένου, ο οποίος δεν είναι υποχρεωμένος να τον αποζημιώσει και για την αιτία αυτή. Ο εναγόμενος περαιτέρω είχε ισχυρισθεί επικουρικά ότι η αξίωση του ενάγοντος είχε υποπέσει σε παραγραφή εφόσον από τον χρόνο τέλεσης των πράξεων του το Δεκέμβριο 1994 μέχρι την έγερση της κρινόμενης αγωγής που του επιδόθηκε στις 6-6-2005, παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε ετών σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ.

Η ένσταση απορρίφθηκε ως αόριστη με την εκκαλουμένη απόφαση επειδή ο ενιστάμενος δεν προσδιόριζε πότε ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας, χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει η παραγραφή της αξίωσης κατά την προαναφερόμενη διάταξη Ήδη με την έφεση Ο εναγόμενος επαναφέρει την ένσταση παραγραφής και προσδιορίζει ως χρόνο γνώσεως της ζημίας το τέλος Ιουνίου 1995 και ότι παραδεκτά προτείνει την σχετική ένσταση ορισμένη, σύμφωνα με τα άρθρα 524 περ.3. 269 παρ.2γ', επειδή τούτο προκύπτει από δικαστική ομολογία του ενάγοντος που περιλαμβάνεται στην αγωγή και ειδικότερα ότι από το τέλος Ιουνίου 1995 ο ενάγων απαίτησε την καταβολή του συνόλου των χρημάτων του, διότι είχε αντιληφθεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Πράγματι ο ενάγων αναφέρει στην σελίδα 10 της αγωγής ότι την 31-6-1995 που έληγε η πρώτη από τις συναλλαγματικές που του είχαν δώσει ο εναγόμενος και ο Μ., χωρίς να πληρωθεί, ζήτησε το σύνολο των χρημάτων που τους είχε δώσει για να επενδύσουν, γιατί είχε αρχίσει να τρομοκρατείται και να αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Πλην όμως, από το τμήμα αυτό της αγωγής δεν συνάγεται η επικαλούμενη από τον εναγόμενο δικαστική ομολογία εφόσον από το τμήμα αυτό σε συνδυασμό με όλο το κείμενο της αγωγής, αλλά και σύμφωνα με όσα πιο πάνω αποδείχθηκαν, ο ενάγων άρχισε μεν από τότε να ανησυχεί για την τύχη των χρημάτων και να ερευνά την αλήθεια όσων του είχαν παραστήσει ο εναγόμενος και ο Μ., δεν είχε όμως βεβαιωθεί για την επέλευση της ζημίας του αφού ο εναγόμενος προς επιστροφή δήθεν των χρημάτων των επενδύσεων των Σπετσών και Πόρτο-Χέλι, παρέδωσε σ' αυτόν συναλλαγματικές που η λήξη τους άρχιζε μεν στις 31-6-1995, η τελευταία όμως από αυτές έληγε την 30-6-1996, ακολούθως τον Δεκέμβριο 1995, μετά την μη πληρωμή τους ανέλαβε να επιμεληθεί της εισπράξεως αυτών και τέλος παρέδωσε επιταγές μεταχρονολογημένες της εταιρείας του Μ., η μη πληρωμή των οποίων βεβαιώθηκε τον Ιανουάριο 1997, οπότε κατέστη πλέον βέβαιη η επέλευση της ζημίας του από την μη επιστροφή των χρημάτων του.

Το θέρος 1997 άλλωστε υπέβαλλε σε βάρος του εναγομένου και του Μ. μήνυση για την σε βάρος πράξη της κατ εξακολούθηση απάτης, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, που τελέσθηκε από τους δράστες κατ' επάγγελμα και συνήθεια. Πρέπει να σημειωθεί ότι επί της μηνύσεως αυτής εκδόθηκαν τα απαλλακτικά για τους κατηγορουμένους βουλεύματα 1029/2003 και 1513/2003 των Συμβουλίων αντίστοιχα Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, που κατέστησαν αμετάκλητα Επομένως δεν αποδεικνύεται από την προαναφερόμενη αναφορά της αγωγής ο επικαλούμενος από τον εναγόμενο χρόνος γνώσεως της ζημίας και πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση παραγραφής ...".

Με τον πρώτο των από 17.8.2011 προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, προβάλλεται η από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε, ως εν μέρει βάσιμη, την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που αυτός νόμιμα προσεκόμισε και επικαλέσθηκε, και συγκεκριμένα την από 18.11.2999 ανωμοτί κατάθεση του εκκαλούντος ενώπιον του 17ου Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τα από 1029/2003 και 1513/2003 Βουλεύματα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, αντιστοίχως, από τα οποία κρίθηκε αμετακλήτως ότι οι διαλαμβανόμενοι στην αγωγή ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμοι.

Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.

Δεν ήταν δε αναγκαίο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, να ασχοληθεί το Εφετείο με τα ως άνω έγγραφα και ειδικώς με τα βουλεύματα, τα οποία αποφαίνονται να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του αναιρεσείοντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της απάτης, καθ' όσον το δικαστήριο αυτό δεν δεσμευόταν από τις παραδοχές των βουλεύματων, τα οποία οδηγήθηκαν σε απαλλακτική κρίση κυρίως για το λόγο ότι τα αποδιδόμενα στον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά ήταν μελλοντικά και δεν ήταν δυνατόν να υπαχθούν στην έννοια των γεγονότων, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του Π.Κ., σε αντίθεση με το αστικό δίκαιο, όπου η απάτη αντιμετωπίζεται, εκτός από λόγο που καθιστά ελαττωματική την βούληση του απατηθέντος, και ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, που γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 Α.Κ., και όταν ακόμη η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση αναφέρεται σε μελλοντικά περιστατικά.

ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., αναγνωριστική αγωγή δύναται να εγείρει όποιος έχει έννομο συμφέρον για τη δικαστική αναγνώριση ης ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης. Γίνεται δεκτό ότι, μολονότι η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, όταν η αξίωση έχει ήδη υποκύψει σε παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία ή γενικά έχει αποσβεσθεί.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 937 εδαφ. α του ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, ενώ κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από τις διατάξεις αυτές του νόμου σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως που προήλθε από αδικοπραξία είναι η γνώση από τον παθόντα τόσο της ζημίας όσο και του υπαιτίου προς αποζημίωση, δηλαδή όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που παρέχουν σε αυτόν τη δυνατότητα να ασκήσει ορισμένη αγωγή εναντίον συγκεκριμένου προσώπου.

Εάν ένα από τα στοιχεία αυτά δεν είναι γνωστό, η αξίωση παραγράφεται μετά είκοσι έτη από τη τέλεση της αδικοπραξίας. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι δε η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 24/2003).

Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπιστεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση, κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου, ως και τον δεύτερο των προσθέτων λόγων, της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε με πλημμελείς αιτιολογίες την παραδεκτώς ενώπιόν του υποβληθείσα εκ του άρθρου 937 ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ως μη νόμιμη, ενώ δέχθηκε ότι ο τελευταίος (ενάγων) έλαβε γνώση του προς αποζημίωση υποχρέου και της ζημίας τον Ιανουάριο 1997, η δε αγωγή ασκήθηκε στις 6.6.2005. Οι ως άνω δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου, ως και δεύτερος των προσθέτων λόγων, της αιτήσεως αναιρέσεως λόγοι είναι βάσιμοι, καθ' όσον το Εφετείο, κρίνοντας έτσι, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 937 Α.Κ., αφού, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, από του Ιανουαρίου 1997 και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (6.6.2005) είχε παρέλθει προ πολλού το χρονικό διάστημα των πέντε ετών, που τίθεται από το άρθρο 937 Α.Κ, ως χρόνος παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, το δε Εφετείο δεν δέχεται ότι υφίσταται στην συγκεκριμένη περίπτωση κάποιος νόμιμος λόγος διακοπής της παραγραφής. Επί πλέον δε το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω, ως και τον χρόνο γνώσεως της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Συνεπώς, οι σχετικοί ως άνω λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, κατ' ορθή ερμηνευτική διατύπωση της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7260/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ