Supreme Court dismisses appeal against High Court decision rejecting claim for equal pay and permanent status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the High Court's decision rejecting his claim for equal pay and permanent status. The appellant argued that he was denied equal treatment compared to other parliamentary staff, but the High Court found he failed to submit a timely application for permanent employment under the relevant parliamentary regulations. The court ruled that the High Court correctly assessed the facts and applied the law without error, thus rejecting the appeal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed only against those defendants against whom a specific ground for appeal exists, and if the appeal is inadmissible against some defendants, it is inadmissible in that part.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 72 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 72/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ε., κατοίκου ... . Παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Βουλής των Ελλήνων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρό της και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Πρόεδρο της Βουλής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκαν από τον Διονύσιο Κολοβό, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1624/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7868/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των αρθ. 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων που ήσαν διάδικοι στην δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων απ' αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις αποδιδόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έτσι, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, στους οποίους δεν αφορά αποδιδομένη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 7868/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά από απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Βουλή των Ελλήνων και την μερική εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο η ένδικη αγωγή με αντικείμενο αξιώσεις του αναιρεσείοντος ενάγοντος από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με την οποία προσλήφθηκε, ύστερ' από απόφαση του Προέδρου της Βουλής, και έκτοτε υπηρετεί ως ειδικός επιστήμονας προς εξυπηρέτηση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση επί θεμάτων κοινοτικού δικαίου κλπ., και δη αφορώσες την μη καταβολή σ' αυτόν του επιδόματος επιστημονικής υπηρεσίας, διαφορές αποδοχών κλπ.
και την μη μονιμοποίηση του ως υπαλλήλου της Βουλής, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον μέρος της στρέφεται και κατά της 1ης αναιρεσίβλητης Βουλής των Ελλήνων, διότι δεν την αφορούν ειδικά οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, δεν περιέχονται δε στην αίτηση αναίρεσης αιτιάσεις, με βάση τις οποίες να είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης και ως προς αυτήν, ενόψει, άλλωστε, και του γεγονότος ότι αποτελεί άμεσο συλλογικό όργανο του 2ου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.
II. Με τον με στοιχ. Γ' λόγο αναίρεσης από το αρθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την νόμιμα με επίκληση προσκομισθείσα 1869/1366/1993 απόφαση του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, ενώ με τον με στοιχ. Ε' λόγο αυτής από τον αριθ. 20 του ίδιου άρθρου αποδίδεται η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της απόφασης αυτής. Ο ως άνω με στοιχ. Ε' λόγος για παραμόρφωση του παραπάνω εγγράφου, προβαλλόμενος σωρευτικά προς τον με στοιχ. Γ' λόγο για μη λήψη υπόψη του αυτού εγγράφου και διαδοχικά προς αυτόν, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος και δη ως αντιφάσκων λογικά προς εκείνον, καθόσον η παραμόρφωση εγγράφου προϋποθέτει κατ' ανάγκην την λήψη υπόψη του εγγράφου και την αποδεικτική αξιολόγησή του.
III. Κατά τον αριθμό 8 του αυτού ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό.
Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 9 του αυτού άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εκτός των άλλων, και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι η αίτηση για την παραδοχή ένστασης, πραγματικού ισχυρισμού ή αποδεικτικών μέσων.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου αριθμού 19 του ιδίου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψεις, όμως, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός (1) εξέθεσε ότι ύστερ' από απόφαση του Προέδρου της πρώτης αναιρεσίβλητης Βουλής των Ελλήνων προσλήφθηκε την 28-9-1981 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε προβλεπομένη θέση Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού για την εξυπηρέτηση του Ελληνικού Κοινοβουλίου στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ότι στην συνέχεια μετετάγη σε προβλεπομένη από τον κανονισμό της Βουλής προσωποπαγή θέση με την ίδια ειδικότητα και με την ίδια σχέση εργασίας, στην οποία έκτοτε υπηρετεί, και ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εναγομένη κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης αρνείται να του καταβάλλει το επίδομα επιστημονικής εργασίας και τις αποδοχές που καταβάλλει στα μέλη της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Β ουλής και στους επιστημονικούς συνεργάτες των Βουλευτών και Ευρωβουλευτών ως και στους άλλους υπαλλήλους της, αν και παρέχει όμοιας φύσης εργασίας με αυτούς και (2) ζήτησε με βάση τα περιστατικά αυτά (α) να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι Βουλή των Ελλήνων και Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλουν τ' αναφερόμενα εκεί ποσά που του οφείλουν ως επίδομα επιστημονικής εργασίας, διαφορές αποδοχών λόγω υπερωριών, καθυστερούμενες αποδοχές λόγω μη μονιμοποίησης του και αποζημίωση για την ζημία που υπέστη από την μη συμμετοχή του σε αποστολές στο εξωτερικό, κατά τα σ' αυτήν ειδικότερα εκτιθέμενα (β) ν' αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να είχε ενταχθεί σε θέση μονίμου υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης Βουλής των Ελλήνων από την 28-6-1999 και να είχε ακολούθως προαχθεί στους προβλεπόμενους από τον Κανονισμό της βαθμούς και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν την εντεύθεν προκύπτουσα συμπληρωματική αμοιβή και (γ) ν' αναγνωρισθεί ότι από 28-6-1999 είναι μόνιμος υπάλληλος της Βουλής, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη 7868/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι με την 4155/2460/28-9-1981 απόφαση του Προέδρου της πρώτης αναιρεσίβλητης εναγομένης Βουλής ο ενάγων, δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και έχοντας τα νόμιμα προσόντα προσελήφθη κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικα "περί Οργανώσεως των Υπηρεσιών της Βουλής και καταστάσεως του Προσωπικού αυτής" σε μία από τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του Κώδικα αυτού κενές θέσεις Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ορίσθηκαν ως καθήκοντα αυτού η παρακολούθηση και η παροχή νομικών υπηρεσιών επί θεμάτων αφορώντων την κοινοτική νομοθεσία υπό τη εποπτεία του Προϊσταμένου του, με απόφαση του ιδίου Προέδρου, συσταθέντος, Γραφείου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με την ίδια δε απόφαση καθορίσθηκαν ως αποδοχές του εκείνες του με 3° βαθμό υπαλλήλου της Βουλής και ορίσθηκε επιπλέον ότι εφαρμόζονται αναλόγως επ' αυτού οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα περί καταστάσεως του Προσωπικού της Βουλής, ότι με την ιδιότητα αυτή συνέχισε ο ενάγων να παρέχει τις υπηρεσίες του στην Βουλή των Ελλήνων μέχρι την 16-4-1997, όταν με την ταυτόχρονη με αριθ. 1846/1488/16-4-1997 διαπιστωτική πράξη του Προέδρου της Βουλής κατετάγη αυτοδίκαια, σύμφωνα με το αρθ. 108 του ισχύοντος νέου Κανονισμού της Βουλής σε προσωποπαγή θέση και με την ίδια σχέση εργασίας και ειδικότητα που μέχρι τότε κατείχε, δηλ.
του Ειδικού Επιστήμονα της Βουλής με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ ακολούθως με την 1869/1366/14-9-1993 απόφαση του Προέδρου της Βουλής αναπροσαρμόσθηκαν οι αποδοχές του, εξομοιωθείσες με τις αποδοχές του υπολοίπου προσωπικού, έκτοτε δε ο ενάγων λαμβάνει τις τακτικές αποδοχές που χορηγούνται και στο υπόλοιπο προσωπικό της Βουλής προσαυξανόμενες με τις εκάστοτε και σύμφωνα με την ως άνω απόφαση χορηγούμενες στο προσωπικό αυτό νόμιμες αυξήσεις, ειδικότερα δε ο βασικός μισθός του ενάγοντος ανήρχετο από 8-10-1993 έως 31-8-2002 στο ποσό των 165.000 δρχ.
ή 484,23 € και από 1-9-2002 μέχρι 31-12-2003 στο ποσό των 484,23 €, ότι κατά το αυτό ως άνω χρονικό διάστημα ο βασικός μηνιαίος μισθός, χωρίς τις εκάστοτε προσαυξήσεις, των μελών της προβλεπομένης από τα αρθ. 160 επ. του Κανονισμού της Βουλής Επιστημονικής Υπηρεσίας ανήρχετο σε 183.000 δρχ. μέχρι την 31-8-2002 και σε 1.085 € από 1-9-2002 και εφεξής, ενώ από 1-9-2002 μέχρι 31-12-2003 κατεβάλλετο επιπλέον σε όλα τα μέλη της ως άνω Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής επίδομα Επιστημονικής Υποστήριξης ανερχόμενο σε 440 € μηνιαίως, χωρίς, όμως, κατά το ίδιο διάστημα να χορηγείται ανάλογο επίδομα επιστημονικής υποστήριξης και στους με σχέση ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενους ειδικούς επιστήμονες του αρθ. 152 του Κώδικα Προσωπικού της Βουλής, όπως ο ενάγων, ότι από 1-4-2002 οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές των επιστημονικών συνεργατών των βουλευτών και ευρωβουλευτών, οι οποίοι προσλαμβάνονταν σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής που λήφθηκε κατά την ΚΒ/15-11-1982 συνεδρίαση αυτής και τροποποιήθηκε με το αρθ. 14 παρ.
Α' και Β' της κατά την ΜΘ/16-12-2001 συνεδρίαση της ληφθείσης αποφάσεως ανερχόνταν στο ποσό των 1.385,556 και με τον συνυπολογισμό του επιμισθίου, των εξόδων κίνησης και των υπερωριών στο ποσό των 2.215,49 €, ότι σύμφωνα με το αρθ. 163 § 3 του Κανονισμού της Βουλής τα καθήκοντα των μελών της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής των υπηρετούντων στις διάφορες Διευθύνσεις που την αποτελούν συνίστανται, εκτός των άλλων, στην επιστημονική νομοτεχνική υποβοήθηση της Βουλής στην άσκηση του νομοθετικού και εν γένει κοινοβουλευτικού της έργου, στην εκπόνηση μελετών και υποβολή προτάσεων σχετικά με την καλύτερη οργάνωση των εργασιών και των υπηρεσιών της Βουλής, την παρακολούθηση των εργασιών των διεθνών κοινοβουλευτικών διασκέψεων, την ενημέρωση της Βουλής για το αντικείμενο των εργασιών της και την παροχή της αναγκαίας επιστημονικής συνδρομής προς τις αντίστοιχες κοινοβουλευτικές αντιπροσωπείες της Βουλής των ελλήνων και την παρακολούθηση των διασκέψεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Διεθνών Οργανισμών κλπ., οι δε προσλαμβανόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την στελέχωση της Υπηρεσίας αυτής επιστημονικοί συνεργάτες απαιτείται να διαθέτουν τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών στο γνωστικό αντικείμενο για το οποίο προσλαμβάνονται, ότι επίσης σύμφωνα με τις ως άνω αποφάσεις της Ολομέλειας της Βουλής επιστημονικοί συνεργάτες των βουλευτών και ευρωβουλευτών προσλαμβανόμενοι με σύμβαση καταρτιζόμενη αποκλειστικά μεταξύ αυτών και των βουλευτών ή ευρωβουλευτών και έχοντες ως καθήκον την παροχή σ' αυτούς της αναγκαίας για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους επιστημονικής συνδρομής σχετικά με την λειτουργία της Βουλής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απαιτείται να διαθέτουν πτυχίο ΑΕΙ ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και γνώση ξένης γλώσσας, ότι από την αντιπαραβολή των προαναφερομένων καθηκόντων του ενάγοντος προς εκείνα των μελών της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής και των επιστημονικών συνεργατών των βουλευτών, καθίσταται πρόδηλο ότι πρόκειται για κατηγορίες υπαλλήλων με εντελώς διαφορετικές αρμοδιότητες και καθήκοντα και με εντελώς διαφορετικό καθεστώς πρόσληψης, αφού οι μεν ανήκοντες στην κατηγορία του ενάγοντος προσλαμβάνονται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, ενώ οι συνεργάτες των βουλευτών με σύμβαση καταρτιζόμενη με τον βουλευτή που τους προσλαμβάνει, ενώ διαφορετικά είναι και τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα αυτών, αφού για την στελέχωση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής απαιτείται οι προσλαμβανόμενοι να έχουν ιδιότητα καθηγητή Πανεπιστημίου και μάλιστα με ειδίκευση στο Συνταγματικό Δίκαιο και εμπειρία στο Κοινοβουλευτικό Δίκαιο, ότι με τα δεδομένα αυτά καθίσταται πρόδηλο ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούτο να καταβάλλει στον ενάγοντα τις ίδιες αποδοχές που καταβάλλει στα μέλη της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής ή τους επιστημονικούς συνεργάτες των βουλευτών ή και να χορηγήσει σ' αυτόν το ανωτέρω επίδομα επιστημονικής στήριξης, την πρόσθετη αποζημίωση για παρεχομένη από τους τελευταίους υπερωριακή εργασία ή ν' αποστέλλει αυτόν στο εξωτερικό, ώστε να δικαιούται (ενάγων) τις επίδικες μισθολογικές διαφορές, καθόσον ανήκει σε διαφορετική κατηγορία υπαλλήλων που διέπεται από διαφορετικό νομικό καθεστώς πρόσληψης και υπηρεσιακής εξέλιξης συνεπαγόμενη διαφορετικές ρυθμίσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις καθώς και διαφορετικό σύστημα αμοιβής, χορήγησης επιδομάτων και προσαυξήσεων και έχει αρμοδιότητες και ασκεί καθήκοντα εν πολλοίς διαφορετικά από εκείνα των ως άνω μελών της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής και των επιστημονικών συνεργατών των βουλευτών, κατ' αντικειμενική δε κρίση υστερούσε έναντι αυτών κατά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εφαρμογή μεταξύ των κατηγοριών αυτών των εργαζομένων, άρα και επί του ενάγοντος, η συνταγματική αρχή της ισότητας για τις αμοιβές, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί η άρνηση του εναγομένου Ελλ.
Δημοσίου να καταβάλει σ' αυτόν τις ως άνω επίδικες παροχές, και ανεξάρτητ' από τον χαρακτήρα τους ως οικειοθελών ή μη, ως αντιβαίνουσα στις προαναφερόμενες αρχές της ισότητας και ίσης μεταχείρισης και να παρέχεται εντεύθεν σ' αυτόν δικαίωμα για την καταβολή των μισθολογικών αυτών διαφορών, ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση του ενάγοντος έναντι των μελών της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής και των επιστημονικών συνεργατών των βουλευτών από την άποψη των αποδοχών και άλλων προσθέτων παροχών είναι επιβεβλημένη και από το γενικότερο δημόσιο και γενικά κοινωνικό συμφέρον, καθόσον μόνον έτσι καθίσταται δυνατή η πρόσληψη του απαραίτητου για την στελέχωση της ως άνω Υπηρεσίας προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και επιτυγχάνεται η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της Βουλής και η στελέχωση τους με εργαζομένους ικανούς ν' ανταποκριθούν στους σκοπούς της λειτουργίας αυτής, ώστε η διαφορετική αυτή μεταχείριση να παρίσταται εύλογη και δίκαιη, ότι δεν απεδείχθη ότι το εναγόμενο Ελλ.
Δημόσιο κατά παράβαση των ως άνω αρχών παρέλειψε να εντάξει τον ενάγοντα στο μόνιμο προσωπικό της Βουλής και να προαγάγει στην συνέχεια αυτόν στους προβλεπόμενους από τον Κανονισμό της βαθμούς, καίτοι αυτός είχε τα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με περαιτέρω συνέπεια να στερηθεί τις αντίστοιχες για τους βαθμούς αυτούς αποδοχές, ότι αποδείχθηκε αντίθετα ότι, αν και παρασχέθηκε, σύμφωνα με το αρθ. 109 του Κανονισμού της Βουλής, στους με οποιαδήποτε σχέση ιδιωτικού δικαίου υπηρετούντες υπαλλήλους της Βουλής η δυνατότητα διορισμού τους σε κενές οργανικές ή συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις τακτικού προσωπικού της ύστερ' από αίτηση τους υποβαλλομένη εντός μηνός από την δημοσίευση του ως άνω Κανονισμού, ο ενάγων, καίτοι με το επιδοθέν σ' αυτόν 1793/1447/15-4-1997 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της Βουλής έλαβε γνώση της δυνατότητας αυτής, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους της, παρέλειψε να υποβάλει τόσο μέσα στην ως άνω προθεσμία όσο και αργότερα τέτοια αίτηση περιέχουσα και δήλωσή του για αναστολή άσκησης της δικηγορίας, η οποία απητείτο προς τούτο κατά το αρθ. 98 του παραπάνω Κανονισμού, αλλά ούτε και μετά την έκδοση των 2147 και 2148/1999 αποφάσεων του ΣτΕ, με τις οποίες κρίθηκε ότι συνδέεται με την Βουλή με υπαλληλική σχέση, υπέβαλε την αναγκαία για την μονιμοποίησή του αίτηση, ώστε να μην δύναται να θεωρηθεί η μη νομιμοποίησή του μέχρι τότε ως παραβιάζουσα τις αρχές της ισότητας και ίσης μεταχείρισης και να λογίζεται αυτός μόνιμος υπάλληλος της Βουλής από 28-6-1997 και να δικαιούται έκτοτε τις για την αιτία αυτή επίδικες μισθολογικές διαφορές.
Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον και ενώπιον αυτού προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ενάγοντος περί εξομοίωσης των αποδοχών του με εκείνες των μελών της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής με βάση την 1869/1366/14-4-1993 απόφαση του Προέδρου της και ουδόλως άφησε αδίκαστο το αντίστοιχο αίτημά του, το οποίο, αντιθέτως, δίκασε και απέρριψε, ενώ διέλαβε αναλυτικές, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ειδικότερο ζήτημα της μη μονιμοποίησης του ενάγοντος, καθώς και των αποδοχών που δικαιούται και λαμβάνει, περαιτέρω δε από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση ότι για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, αλλά και από την ρητή αναφορά σ' αυτήν και αξιολόγηση της 1869/1366/1993 απόφασης του προέδρου της Βουλής δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και το έγγραφο αυτό.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου με στοιχ. Α', Β', Γ' και Δ' λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 8 , 9, 11 περ. γ' και 19 αντίστοιχα του αρθ. 559 ΚΠολΔ. και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (μόνο) του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτά προσδιορίζονται σύμφωνα με το αρθ. 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την ΥΑ 134423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2009 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της 7868/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ