Legislator Case Law & Legislation
72/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment as inadmissible due to prior appeal on merits.

Case Number 72/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a labor court judgment, ruling it inadmissible. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence and consequences of invalid performance evaluations, but the court noted these arguments had already been fully examined and decided upon in the appellate proceedings. Since the appeal on the merits was accepted and the case was substantively resolved, the Supreme Court held that a cassation appeal against the first-instance judgment was procedurally barred.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553, 517, 522, 577 of the Code of Civil Procedure; Art. 9, 10 of the Bank of Greece Organization: A cassation appeal is admissible only against judgments not subject to appeal for default judgment or appeal on merits; if an appeal on merits is filed and decided, the first-instance judgment becomes part of the appellate decision and cannot be separately appealed.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible appeal appeal on merits labor disputes procedural bar Code of Civil Procedure performance evaluation

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 517 of the Code of Civil Procedure
Art. 522 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 of the Code of Civil Procedure
Art. 9 of the Organization of the Bank of Greece
Art. 10 of the Organization of the Bank of Greece
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Arts. 663-676 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 72 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 72/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλοχέρη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-8-2003, 20-4-2004 και 9-8-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8473/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-7-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 2-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, ως απαράδεκτης, άλλως, ως ουσιαστικά αβάσιμης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 553 Κ.Πολ.Δικ., "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 517, 522, 577 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η εφετειακή απόφαση και τούτο διότι, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αίτηση, καθόσον απευθύνεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής και εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο, με την οποία αποφάνθηκε επί της ουσίας της υποθέσεως.

Επειδή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 9 και 10 Οργανισμού της Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 1 του ν.δ. 2510|1953 και κυρώθηκε με το από 26-9-1953 β.δ. και, επομένως, έχει ισχύ νόμου, η αξιολόγηση των προς προαγωγή των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας απαιτούμενων προσόντων, τα οποία προκύπτουν από τα υπάρχοντα στον ατομικό φάκελο κάθε υπαλλήλου στοιχεία, μεταξύ των οποίων είναι και οι, κατά μήνα Σεπτέμβριο κάθε έτους υποβαλλόμενες εκθέσεις ποιότητας, με κρίσεις ως προς τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και επάρκεια κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος του, γενικά καθώς και από τη συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους του και το κοινό, που υποβάλλονται από τους διευθυντές των υποκαταστημάτων ή τους προϊσταμένους των τμημάτων καθώς και οι εκθέσεις των επιθεωρητών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, η περί των προαγωγών κρίση των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης είναι ανατεθειμένη, μέχρι μεν του βαθμού του Τμηματάρχη Α', στον Διοικητή αυτής, από τον βαθμό δε του συμπράττοντος υποδιευθυντή και άνω, στο Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, το οποίο αποφαίνεται μετά από πρόταση του Διοικητή, τα ανωτέρω δε ενεργούν ως όργανα της Τράπεζας.

Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 12 του από 9-3-2001 Κανονισμού Εργασίας, που αποτελεί επιχειρησιακή ΣΣΕ και ρυθμίζει τα θέματα, που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας, εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 1767|1987 και 1876|1990, όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 2224|1994 "για κάθε υπάλληλο συντάσσεται κατ' έτος, σύμφωνα με τον οικείο Κανονισμό Δελτίο Αξιολόγησης, που αφορά τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και την επάρκεια, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, την ποσοτική και ποιοτική", κατά δε το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κανονισμού, "οι προαγωγές του προσωπικού διενεργούνται δυο φορές το χρόνο, κατά τους μήνες Ιανουάριο και Ιούλιο.

Οι προαγωγές στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' και άνω διενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Διοικητή. Στους υπόλοιπους βαθμούς διενεργούνται από τον Διοικητή, μετά από εισήγηση του οριζομένου με πράξη της Διοικήσεως Υπηρεσιακού Συμβουλίου, στο οποίο μετέχει εκπρόσωπος του συνδικαλιστικού οργάνου, που ορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο".

Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινομένων, όπως αυτά, κατ'αρχήν προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών τους φακέλλων, αποτυπούμενη κυρίως στις εκθέσεις-δελτία ή φύλλα ποιότητας- που υποβάλλονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Αν, όμως, το Διοικητικό Συμβούλιο παραλείψει υπάλληλο, παρά το γεγονός ότι αυτός, όπως προκύπτει από τις ως άνω αξιολογήσεις (εκθέσεις-φύλλα ποιότητας) υπερέχει προφανώς, ως προς τα προσόντα, σε σύγκριση με άλλους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, τότε ο παραλειφθείς δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της, κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ.

παράλειψής του. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στον έλεγχο των τακτικών δικαστηρίων υπόκειται μόνον η κρίση των ανωτέρω οργάνων της Τράπεζας, για προαγωγή ή μη υπαλλήλου ης και η οποία έχει αποφασιστική γι' αυτόν σημασία όχι δε και η κρίση αυτών, που συνέταξαν τις εκθέσεις και τα φύλλα ποιότητας, που υπάρχουν στον φάκελο κάθε υπαλλήλου, που αναφέρονται στα εν γένει ουσιαστικά προσόντα αυτών, καθόσον το δικαστήριο περιορίζεται μόνο στην έρευνα ης νομιμότητας των αποφάσεων του Διοικητή ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, κατά περίπτωση.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων, σχετικά με τυχόν λάθη ή παραλείψεις στις ως άνω εκθέσεις και τα φύλλα ποιότητας, για διόρθωση δηλαδή ή ακύρωση αυτών δεν δίδεται, αλλά ακολουθείται η τυχόν προβλεπόμενη διαδικασία από εσωτερικό κανονισμό, με προσφυγή στα προς τούτο θεσμοθετημένα όργανα της Τράπεζας.

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 57 Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, ο παρανόμως προσβαλλόμενος στην προσωπικότητά του, δικαιούται να επιδιώξει δικαστικά την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, ο μισθωτός έχει το παραπάνω δικαίωμα έναντι του εργοδότη του, με τον οποίο τον συνδέει σχέση εξαρτημένης εργασίας, όταν πρόκειται για παράνομη πράξη του τελευταίου, πράξη δηλαδή, που βρίσκεται έξω από τα όρια του διευθυντικού του δικαιώματος (652 ΑΚ) και είναι αντίθετη προς το νόμο, είτε πρόκειται για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 28 Α.Κ.

και επιπρόσθετα η πράξη να προσβάλλει την προσωπικότητα του εργαζομένου, στην εκδήλωση της επαγγελματικής αξίας και υπολήψεώς του. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι αναγνωριστική αγωγή μπορεί να ασκηθεί σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία βρίσκεται σε αβεβαιότητα.

Ως "έννομη σχέση" νοείται η βιοτική σχέση προσώπου (φυσικού ή νομικού) προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από το δίκαιο και ειδικότερα το νομικό γεγονός, το οποίο, κατά το δίκαιο, συνδέει τα ως άνω υποκείμενά της. Το νομικό αυτό γεγονός είναι οι έννομες συνέπειες, δηλαδή τα κατ' ιδίαν δικαιώματα και υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τον κανόνα δικαίου, ο οποίος ρυθμίζει τη συγκεκριμένη βιοτική σχέση και βάσει του οποίου το δικαστήριο καταλήγει στο δικανικό πόρισμά του, περί του αν δηλαδή ισχύει ή δεν ισχύει η επικαλούμενη από τον διάδικο έννομη συνέπεια (δηλαδή εάν στοιχειοθετείται ή όχι το ένδικο δικαίωμα ή η ένδικη υποχρέωση του διαδίκου, ενάγοντος ή εναγομένου).

Επομένως, μόνο η έννομη αυτή συνέπεια, όπως ανωτέρω οριοθετήθηκε εννοιολογικά, είναι δυνατόν να αποτελέσει νόμιμο αντικείμενο της δίκης και κατ' ακολουθία, σύννομο αίτημα της αναγνωριστικής αγωγής. Για το παραδεκτό, εξάλλου, της αναγνωριστικής αγωγής, απαιτείται η συνδρομή εννόμου συμφέροντος, το οποίο μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. "Έννομο συμφέρον" θεωρείται ότι υπάρχει, όταν αιτούμενη έννομη προστασία, υπό τη μορφή της αναγνωριστικής αποφάσεως, με την οποία αίρεται υφιστάμενη νομική αβεβαιότητα, αποτελεί μέσο πρόσφορο για την αποτροπή του από την αβεβαιότητα αυτή προκαλουμένου κινδύνου στα συμφέροντα του ενάγοντα, ο οποίος μπορεί να είναι είτε άμεσος είτε επικείμενος είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου, μέλλοντος περιστατικού.

Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τις από 27-8-2003, 20-4-2004 και 9-8-200 αγωγές του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, επικαλούμενος ιδιότητά του, ως υπαλλήλου αυτής, με τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', ζήτησε να αναγνωρισθεί, για τους αναφερομένους σ' αυτές λόγους, η ακυρότητα των δελτίων αξιολόγησής του, για τα έτη 2001, 2002 και 2203 και να υποχρεωθεί η εναγομένη Τράπεζα να του καταβάλει, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, εξαιτίας της μη σύννομης και κατά τρόπο καταχρηστικό σύνταξης των εν λόγω δελτίων αξιολόγησής του, τα αναφερόμενα στις εν λόγω αγωγές χρηματικά ποσά.

Από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 143|2005 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι αγωγές, ως μη νόμιμες. Μετά από έφεση του ενάγοντος, εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών η προσβαλλόμενη 8473|2005 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού και το δικαστήριο αυτό έκρινε τις αγωγές, ως νόμω αβάσιμες.

Ειδικότερα το δικαστήριο δέχθηκε ότι με το προαναφερόμενο περιεχόμενο οι αγωγές είναι μη νόμιμες ως προς το αναγνωριστικό αίτημα τους, υπό την έννοια, κατ' εκτίμηση του δικογράφου τους, της διαπιστώσεως των επικαλούμενων "τυπικών ελαττωμάτων" στα δελτία αξιολόγησης, διότι δεν υπάρχει έννομη σχέση, υπό την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια, της οποίας να ζητείται η αναγνώριση, αλλά αποβλέπουν στην αναγνώριση αυτοτελών πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου δεν αποτελούν σύννομο αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής.

Επίσης, το αίτημα να κηρυχθούν άκυρα τα επίδικα δελτία αξιολόγησης ως παράνομα και καταχρηστικά είναι μη νόμιμο, διότι από καμία διάταξη του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης δεν προβλέπεται η ακύρωση αυτών, σε περίπτωση που δεν υποβλήθηκαν εμπροθέσμως ή έχουν άλλες τυπικές παραλείψεις, ούτε συνιστούν δικαιοπραξία, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί ακυρότητας αυτών, όταν προσκρούουν σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο απαγορεύει την άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Όσον αφορά το αίτημα κάθε αγωγής περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ωσαύτως, είναι μη νόμιμο διότι οι επικαλούμενες τυπικές παραλείψεις στα δελτία αξιολόγησης, δεν συνιστούν καθαυτές προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και συνεπώς δεν παρέχεται δικαίωμα χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επίσης, η αξιολογική κρίση, που εκφράζεται σε αυτά, δεν συνιστά καθεαυτή προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ούτε, ενόψει της διαφωνίας του τελευταίου με την αξιολόγηση, μπορεί να στοιχειοθετηθεί παράνομη ενέργεια των αρμοδίων προς κρίση οργάνων της εναγομένης. Άλλωστε, από το Σύστημα Αξιολόγησης της τελευταίας προβλέπεται προσφυγή στην αρμόδια Αναθεωρητική Επιτροπή, στην οποία και προσέφυγε ο ενάγων, κατά τα εκτιθέμενα στην πρώτη αγωγή, για το δελτίο αξιολόγησης έτους 2001.

Επίσης, η επικαλούμενη από τον ενάγοντα βαθμολογική του μείωση σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, δεν οδηγεί από μόνη της σε υποβιβασμό και επαγγελματική μείωση αυτού και δεν συνεπάγεται παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του, αφού δεν επικαλείται παράλειψη προαγωγής του από το αρμόδιο όργανο της εναγομένης, παραθέτοντας συγκεκριμένα στοιχεία εκ των οποίων να προκύπτει κατάδηλη υπεροχή αυτού έναντι προαχθέντος συναδέλφου του, ούτε συγκεκριμένη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σχέσεως ως αποκλειστική συνέπεια των επίδικων δελτίων αξιολόγησης".

Έτσι όπως έκρινε το δικαστήριο, ορθά τις ως άνω διατάξεις εφήρμοσε, τόσον όσον αφορά το αίτημα για αναγνώριση ακυρότητας των επικαλουμένων από τον ενάγοντα δελτίων αξιολόγησης, αφού τέτοια νομική δυνατότητα δεν έχει το δικαστήριο, καθώς και αυτές, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, για την οποία έκρινε ότι, υπό τα εκτιθέμενα στις αγωγές δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως.

Συνεπώς οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 πρώτος, δεύτερος και έκτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Επίσης αβάσιμος είναι ο από το άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο γιατί δεν κήρυξε την ακυρότητα των με τις ένδικε αγωγές προσβαλλόμενων πράξεων των οργάνων της εναγομένης. Οι από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚπολΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 151 και 159 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, καθόσον πρόκειται για διατάξεις του δικονομικού και όχι του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 περ. 8 Κ.Πολ.Δικ., ως "πράγματα", των οποίων η λήψη ή η μη λήψη, παρά το νόμο, υπόψη από το δικαστήριο, ιδρύουν λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Συνεπώς ο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8α ΚΠολΔ έβδομος λόγος της ένδικης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, καθόσον χρησιμοποίησε ως βασικό του επιχείρημα ότι η αξιολόγηση των προσόντων υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας δεν ελέγχεται από δικαστήριο, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι αυτό δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό διαδίκου, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου, προς θεμελίωση τη κρίσης του.

Επειδή ο εκ του άριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., όγδοος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τους αγωγικούς ισχυρισμούς για τις επιβαρυντικές για τον αναιρεσείοντα συνέπειες, που είχαν τα προσβαλλόμενα ως άκυρα δελτία αξιολόγησης και την, εκ του λόγου τούτου προσβολή της προσωπικότητάς του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, όπως αυτό παρατέθηκε, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του το δικαστήριο τον ισχυρισμό αυτόν, πλην δεν τον έκανε δεκτό, ως βάσιμο. Απαράδεκτος, εξάλλου, είναι ο στην ίδια ως άνω διάταξη στηριζόμενος ένατος λόγος της αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό υλικό και τους εν γένει ισχυρισμούς του, σε σχέση με το ίδιο αίτημα, αφού απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, καθόσον δεν πρόκειται για "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, αλλά για αποδεικτικά μέσα και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο των "εν γένι ισχυρισμών" του αναιρεσείοντος είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται ποιοι είναι ειδικότερα οι ισχυρισμοί αυτοί, που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο.

Επειδή ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δικ. λόγος, σύμφωνα με τον οποίο η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά, δεν ιδρύεται στις υποθέσεις, που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 ΚπολΔ), όπου δεν διατάσσεται απόδειξη, αλλά η όλη διαδικασία ολοκληρώνεται σε μία συζήτηση ούτε όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη.

Συνεπώς, ο δέκατος (και τελευταίος) λόγος της ένδικης αιτήσεως, από την ως άνω διάταξη, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθείς αναπόδεικτους ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τους οποίους αυτός είχε δικαίωμα προσφυγής στην Αναθεωρητική Επιτροπή, σε σχέση με τα επίδικα δελτία αξιολογήσεως, πράγμα το οποίο δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον, πέραν του ότι πρόκειται για υπόθεση που εκδικάζεται κατά την ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως μη νόμιμη από τα δικαστήρια της ουσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-10-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση των 8473|2005 και 143|2005 αποφάσεων των Εφετείου Αθηνών και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ