Legislator Case Law & Legislation
72/2008 AI generated

Appeal against eviction judgment dismissed due to failure to examine document authenticity before assessing evidence.

Case Number 72/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's eviction judgment. The lower court rejected the tenant's claim of consensual termination based on evidence without first verifying the document's authenticity. The court found this procedural error violated the requirement to examine admissibility before assessing probative value.

Legislator headnote

AI generated

Articles 649, 650, 457 para. 2 and 3, 460 of the Code of Civil Procedure; The court must examine the authenticity of a document before assessing its probative value, and a failure to do so constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
eviction proceedings document authenticity probative value procedural error appeal against judgment tenancy termination evidence admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 649, 650, 457 para. 2 and 3, 460 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 72 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 72/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ........, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κεδίκογλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: ........., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5236/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 697/2004 μη οριστική και 789/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, διάβασε την από 3-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, αντίστοιχα και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτόν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ........έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .........., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημειούμενη σ' αυτή συνεδρίαση της 12-1-2007 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.

Κατά την ορισθείσα αυτή, δικάσιμο, κατά τhν οποίa εμφανίστηκαν αμφότεροι οι διάδικοι η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, κατόπιν σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση της τότε γραμματέας στο φάκελλο της δικογραφίας, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 2-11-2007, κατά την οποία δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Επομένως θα πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του αφού κλήση του αναιρεσιβλήτου για την παρούσα δικάσιμο δεν χρειάζεται ενόψει του ότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (Κ.Πολ.Δ 226 παρ. 4).

ΙΙ.- Από το συνδυασμό των άρθρων 649, 650, 457 παρ. 2 και 3, 460 Κ.Πολ.Δ. συνάγονται τα ακόλουθα: α) στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.

Έτσι, είναι μεν δυνατόν να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικόν τύπον, όχι όμως και τα πλαστά ή μη γνήσια, β) τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 Κ.Πολ.Δ.), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας.

Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, γ) εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (άρθρο 463 Κ.Πολ.Δ.), δ) η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της γνησιότητας της υπογραφής σ' αυτό που αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού για άμεση απόδειξη αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια.

Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο η μη γνησιότητα του περιεχομένου, τούτο, κατά το μη γνήσιο μέρος του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο υπόψη. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α του Κ.Πολ.Δ., αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της από 20.5.2002 αγωγής του αναιρεσείοντος εκμισθωτή, με την οποία ζητούσε, πλην των άλλων, την απόδοση της χρήσης του μισθίου, λόγω καταγγελίας της μίσθωσης για καθυστέρηση καταβολής από το αναιρεσίβλητο μισθωτή των μισθωμάτων των μηνών Μαρτίου - Μαΐου 2002, καθώς και την καταβολή των μισθωμάτων του αναφερόμενου χρονικού διαστήματος, ο τελευταίος, προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί συναινετικής λύσης της μίσθωσης το Δεκέμβριο του 2001 και κατάρτισης έκτοτε από τον εκμισθωτή νέας μίσθωσης με άλλους μισθωτές, προσκόμισε στο ακροατήριο την από ......., φερόμενη ως συνταχθείσα και υπογραφείσα από τον εκμισθωτή, χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης από τον Γ1 του ποσού των 700.000 δραχμών "για εγγύηση δύο (2) μισθωμάτων μισθωτηρίου συμβολαίου που θα ισχύει εντός Ιανουαρίου 2002".

Τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού, όπως σαφώς νοηματικά συνάγεται από τα οικεία πρακτικά της 17-9-2002 του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμφισβήτησε αμέσως ο παριστάμενος μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του ενάγων, οπότε το δικαστήριο, αφού έλαβε δείγμα γραφής και υπογραφής του που επισυνάφθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης, κατέληξε, με την απόφασή του, κατόπιν αξιολόγησης του εγγράφου, στη μη λήψη αυτού υπόψη λόγω μη γνησιότητας και κατά συνέπεια στην παραδοχή της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο εναγόμενος μισθωτής παραπονούμενος μόνο για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί συναινετικής λύσης της μίσθωσης το Δεκέμβριο του 2001 και όχι για την κρίση περί μη γνησιότητας του εγγράφου. Ο ενάγων, όμως, ως εφεσίβλητος, με τις προτάσεις του προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του εναγομένου, αμφισβήτησε και πάλι τη γνησιότητα του εγγράφου.

Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Ο εναγόμενος έκανε χρήση του μισθίου μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001, οπότε και αποχώρησε από το μίσθιο. Ο ισχυρισμός του ότι η αποχώρηση αυτή έγινε με τη συγκατάθεση και συμφωνία με τον ενάγοντα αποδείχθηκε βάσιμος στην ουσία του.

Και τούτο αποδεικνύεται από το ότι στη μίσθωση υπεισήλθαν τρίτοι μισθωτές και συγκεκριμένα οι Γ1 και Γ2, με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντα. Οι τελευταίοι αφού συμφώνησαν με τον εναγόμενο να υπεισέλθουν στη μίσθωση, ήλθαν σε συμφωνία με τον ενάγοντα δια του γνωστού του Γ2 και με τον οποίο συμφωνήθηκε να συνεχίσουν τη μίσθωση....Ότι ο ενάγων ήταν σε γνώση αυτής της συμφωνίας και δέχθηκε να αποχωρήσει οικειοθελώς ο εναγόμενος προκύπτει από τα εξής 1)......2)......, 3) από το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε μισθώματα από το Δεκέμβριο του 2001, δεν εξηγείται πειστικά γιατί ζητούνται μόνο μισθώματα για τους μήνες Μάρτιο και επέκεινα, γεγονός που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι τα άνω μισθώματα καταβλήθηκαν από τους νέους μισθωτές και η σχετική απόδειξη εκδόθηκε στο όνομά του, γιατί δεν είχε υπογραφεί το νέο μισθωτήριο συμβόλαιο".

Επομένως το Εφετείο, που συνήγαγε από την με ημερομηνία ........ απόδειξη, που θεώρησε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, τεκμήριο σχετικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της λύσης της μίσθωσης το Δεκέμβριο του 2001 και την κατάρτιση νέας μίσθωσης από τον εκμισθωτή, με νέους μισθωτές και έτσι κατά παραδοχή της έφεσης του εναγόμενου μισθωτή απέρριψε την αγωγή κατά τα ως άνω αιτήματά της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ.

α' Κ.Πολ.Δ., διότι εκτίμησε έγγραφο χωρίς να εξετάσει, όπως έπραξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, προκειμένου να διαπιστώσει αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν αυτών και, αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Τέλος ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ), ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 789/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ