Legislator Case Law & Legislation
72/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and implied waiver of employment contract rights.

Case Number 72/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a labor dispute with the National Bank of Greece. The appellant argued for damages based on a prior employment agreement, but the court found he failed to claim rights within a reasonable time after his criminal sentence ended. The court determined his continued employment and refusal to formalize the contract constituted a silent waiver of his claims. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 247, 251, 298, 937, 481, 486, 922, 926 of the Civil Code; Articles 173, 200 of the Civil Code; Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure: The statute of limitations for damages begins when the injured party learns of the damage and the obligor, and failure to assert rights within a reasonable time after the triggering event constitutes a silent waiver of those rights.

Keywords

AI generated
statute of limitations implied waiver employment contract reasonable time silent waiver civil code provisions legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 247, 251, 298 and 937 of the Civil Code
Articles 481, 486, 922 and 926 of the Civil Code
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 72 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 72/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κουρή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7741/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/9/2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 12/10/2004 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298 και 937 παρ. 1 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώνεται το ζημιογόνο γεγονός, με οποιαδήποτε μορφή ζημίας, θετικής ή αποθετικής, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για όλη τη ζημία, παρούσα και μέλλουσα, εάν αυτή είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική επιδίωξη είναι δυνατή, αρχίζει η παραγραφή της σχετικής αξίωσης, η οποία είναι πενταετής, από τότε που ο ζημιωθείς έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση.

Τρέχει δε από τότε ο χρόνος της παραγραφής για όλες τις επελθούσες και μέλλουσες ζημιές, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Στην παραπάνω παραγραφή υπόκειται και η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως που οφείλεται για μη περιουσιακή ζημία (άρθρα 299, 932 ΑΚ).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486, 922 και 926 ΑΚ συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε την περιουσιακή ή τη μη περιουσιακή ζημία, η δε παραγραφή της αξιώσεως ενεργεί έναντι του καθενός υποκειμενικά. Η εκ μέρους του παθόντος γνώση του υποχρέου σε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, υπό την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ, υπάρχει ως προς το πρόσωπο του προστήσαντος και όταν δεν είναι μεν γνωστό το πρόσωπο εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, είναι όμως γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί ως υπάλληλοι από τον προστήσαντα, τούτο δε διότι η ευθύνη του τελευταίου υφίσταται ανεξάρτητα από το ποιος συγκεκριμένος από τους προστηθέντες τέλεσε την πράξη ή παράλειψη που προξένησε τη ζημία.

Ετέρωθεν, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, με την οποία προβλέπεται ως λόγος διακοπής της παραγραφής η με οποιαδήποτε τρόπο αναγνώριση της αξιώσεως από τον υπόχρεο, αρκεί για το αποτέλεσμα αυτό οποιαδήποτε ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία να προκύπτει ότι ο πρώτος ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του τελευταίου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει ώστε να μην είναι αναγκαίο η έγερση σχετικής αγωγής.

Με την έννοια αυτή δεν εξετάζεται αν η ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ. Η έχουσα τα παραπάνω στοιχεία συμπεριφορά πρέπει να επιδεικνύεται πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστή και όχι έναντι τρίτου προσώπου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι η Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη, τον προσέλαβε ως υπάλληλο των Γραφείων Αντιπροσωπείας της στις Η.Π.Α. Ότι κατά τον κατά το έτος 1988 γενόμενο έλεγχο από την αμερικανική Υπηρεσία Τελωνείων διαπιστώθηκε παραβίαση της νομοθεσίας της χώρας αυτής σχετικά με τις τραπεζικές εργασίες από τα παραπάνω Γραφεία και ακολούθησε σύλληψη όλων των υπαλλήλων με τη κατηγορία της εκτελέσεως παρανόμων τραπεζικών εργασιών μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατόπιν συμβιβασμού καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 5 ετών με πενταετή αναστολή υπό τον όρο παροχής κοινωνικής εργασίας.

Ότι η παραπάνω εργοδότρια τράπεζα αναγνωρίζοντας την ευθύνη της για τις διώξεις των υπαλλήλων της, δεδομένου ότι οι παραβιάσεις της αμερικανικής νομοθεσίας έγιναν κατόπιν σχετικών οδηγιών της, πρότεινε στον αναιρεσείοντα την πρόσληψή του, μετά τη λήξη της ποινής του, για να απασχοληθεί στην Ελλάδα ως και την καταβολή εύλογη αποζημιώσεως.

Ότι μετά την αποδοχή της προτάσεως αυτής από τον αναιρεσείοντα καταρτίστηκε προσύμφωνο συμβάσεως εργασίας, όμως η παραπάνω τράπεζα, όταν ο αναιρεσείων μετά τη λήξη της ποινής του ζήτησε να προσβληθεί, αρνήθηκε να τον προσλάβει. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητήθηκε να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε δήλωση βουλήσεως ώστε να προσλάβει τον αναιρεσείοντα και να τον εντάξει στο τακτικό προσωπικό της, άλλως επικουρικά να αναγνωριστεί η υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας του αναιρεσείοντος από την αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης κατά τις διαπραγματεύσεις, ως και να αναγνωριστεί η υποχρέωση καταβολής στον αναιρεσείοντα χρηματική ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας της από υπαιτιότητα των υπαλλήλων της τράπεζας καταδίκης του και των εξ αυτής συνεπειών της.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο σε σχέση με την αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως δέχθηκε τα ακόλουθα: Η Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε την ίδρυση Γραφείου Αντιπροσωπείας στις ΗΠΑ για την προσέλκυση καταθέσεων σε συνάλλαγμα από τους εγκατεστημένους εκεί Ελληνες.

Για τη στελέχωση των γραφείων αυτών προσέλαβε, πλην άλλων, και Ελληνες εγκατεστημένους στις ΗΠΑ όπως τον αναιρεσείοντα που τον προσέλαβε τον Απρίλιο 1984 και τον τοποθέτησε στο Γραφείο ..... Παρά το γεγονός ότι οι δραστηριότητες των παραπάνω γραφείων της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας ήσαν εναρμονισμένες προς τις συμβουλές και υποδείξεις του αναφερομένου αμερικανικού συμβουλευτικού νομικού οίκου και δεν γίνονταν απαγορευμένες από την αμερικανική νομοθεσία τραπεζικές εργασίες, όπως αυτό διαπιστώθηκε σε πόρισμα ελεγκτών της Τράπεζας της Ελλάδος, η λειτουργία των παραπάνω Γραφείων και ο τρόπος διαφημίσεως της δραστηριότητάς τους δια μέσου του ημερησίου τύπου των Η.Π.Α.

κίνησε το ενδιαφέρον της Υπηρεσίας Τελωνείων της Χώρας αυτής, η οποία προκειμένου να διαπιστώσει τυχόν ατασθαλίες και παρανομίες και κυρίως τυχόν φοροδιαφυγή, απέστειλε τον πράκτορά της .... στο γραφείο Αντιπροσωπείας στην .... , όπου υπηρετούσε και ο αναιρεσείων για να συζητήσει δήθεν το άνοιγμα προσωπικού λογαριασμού.

Σύμφωνα με δήλωση του μυστικού αυτού πράκτορα κατά τη συνάντησή του με τον υπάλληλο του Γραφείου Αντιπροσωπείας .... στις 28-12-1988, στο οποίο και ανακοίνωσε το σκοπό της επισκέψεώς του, ο τελευταίος φέρεται να του είπε "φέρε τα χρήματά σου εδώ αφορολόγητα, αδήλωτα και μέσα σε δύο ημέρες μπορούμε να σου τα φέρουμε πίσω" δήλωση την οποία φέρεται να επανέλαβε ο υπάλληλος αυτός καθώς και ο υπάλληλος ....

σε νέα συνάντησή τους, οι οποίοι και τον συνεβούλευσαν να καταθέτει ποσά μέχρι 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ στην Ατλαντική Τράπεζα έως ότου συμπληρωθεί το συνολικό ποσό που επιθυμούσε αυτός να καταθέσει, εφόσον είχε εκδηλώσει την πρόθεση καταθέσεως μεγαλύτερου ποσού των 10.000 δολλαρίων. Η όλη κατάσταση, όπως την ανέφερε ο ως άνω μυστικός πράκτορας είχε ως αποτέλεσμα να υποβληθούν κατά των ως άνω υπαλλήλων μηνύσεις του Περιφερειακού Δικαστηρίου των ΗΠΑ - Ανατολική Περιφέρεια της Νέας Υόρκης και να κινητοποιηθεί ο μηχανισμός ελέγχου σε όλα τα Γραφείο Αντιπροσωπείας της όπου κατασχέθηκαν τα βιβλία αυτών και όλα τα υπάρχοντα στοιχεία, ενώ παράλληλα συνελήφθησαν οι προϊστάμενοι και οι εργαζόμενοι σ' αυτά υπάλληλοι.

Η τότε Διοίκηση της τράπεζας μόλις πληροφορήθηκε τη δημιουργηθείσα κατάσταση κινητοποιήθηκε αμέσως και έδωσε σχετικές εντολές και οδηγίες στην εκεί Ελληνική Πρεσβεία προκειμένου να προβεί σ' όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την απόλυση από τις φυλακές των υπαλλήλων της, καταβάλλοντας η ίδια τις σχετικές εγγυήσεις.

Τελικά μετά από διαπραγματεύσεις λίγων μηνών επήλθε κατά το δικονομικό σύστημα που ισχύει στις ΗΠΑ συμβιβασμός μεταξύ της κατηγορούσας αρχής και των υπαλλήλων της και υπεγράφη σχετική συμφωνία, σύμφωνα με την οποία η τράπεζα θα κατέβαλε τα πρόστιμα για την αστική της ευθύνη και για αμοιβές των πληρεξουσίων τους δικηγόρων αφού ανέλαβε όλη την ευθύνη, η οποία προήλθε από τον υπερβάλλοντα ζήλο μερικών υπαλλήλων της που ενήργησαν κατά τον ως άνω τρόπο εκθέτοντας την υπόληψή της.

Η καταβολή των χρηματικών ποινών και προστίμων από την τράπεζα έγινε προκειμένου αυτή να προστατεύσει αφενός μεν την εμπορική της πίστη αφετέρου δε τους υπαλλήλους της, χωρίς όμως και να παραδεχθεί ότι πράγματι αυτοί παρέβησαν τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας των ΗΠΑ. Μεταξύ των συλληφθέντων υπαλλήλων συγκαταλέγεται και ο αναιρεσείων, ο οποίος στα πλαίσια του συμβιβασμού που επήλθε, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 5 ετών με πενταετή αναστολή και υπό τους όρους παροχής 1000 ωρών κοινωνικής εργασίας και ελέγχου της διαμονής του.

Η υπόθεση αυτή έλαβε μεγάλη δημοσιότητα δια του τύπου και στην Ελλάδα, εξ αφορμής της οποίας και επελήφθη ο αρμόδιος Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών και μετά την άσκηση ποινικών διώξεων κατά των εκπροσώπων της τράπεζας και πολλών υπαλλήλων της από εκείνους που υπηρετούσαν στα Γραφεία Αντιπροσωπείας της στις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων και κατά του αναιρεσείοντος, διενεργήθηκε κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. 8/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δια του οποίου κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατά των τότε κατηγορουμένων κατηγορία για τις αποδοθείσες σε καθένα απ' αυτούς αξιόποινες πράξεις.

Από το ιστορικό δε του βουλεύματος αυτού, που έχει καταστεί ήδη αμετάκλητο, έγιναν δεκτά τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες κινήθηκε εις βάρος της τράπεζας και των υπαλλήλων της δίωξη από τις αρμόδιες Αρχές των ΗΠΑ, που είχε ως συνέπεια την καταδίκη των τελευταίων και την παύση της λειτουργίας των Γραφείων Αντιπροσωπείας της πρώτης στη Χώρα αυτή.

Οσον αφορά ειδικότερα τον αναιρεσείοντα η τράπεζα προέβη στην πληρωμή αφενός μεν της ορισθείσας εγγυήσεως για την αποφυλάκισή του στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ενώ συνέχισε να του καταβάλει κανονικά τις αποδοχές του μέχρι και της απαγγελίας της καταδίκης του στη προαναφερόμενη ποινή.

Μετά απ' αυτήν τον Απρίλιο του έτους 1991 και ενώ πλέον η τράπεζα δεν είχε τη δυνατότητα απασχολήσεώς του εφόσον είχε παύσει η λειτουργία των στις ΗΠΑ γραφείων της, προέτεινε στον αναιρεσείοντα τρεις εναλλακτικές λύσεις και ειδικότερα είτε 1) να προβεί στην "άμεση απόλυσή του με καταβολή αποζημίωσης (προσδιορισμός ύψους και τρόπου καταβολής που θα εξασφαλίζουν την Τράπεζα από μελλοντικές διεκδικήσεις του)", είτε 2) να συνεχίσει "την καταβολή των αποδοχών του μέχρι το πέρας της ποινής του και στη συνέχεια την πρόσληψή του από την ΕΚΤΕ προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες του στην Ελλάδα, εφόσον και ο ίδιος το επιθυμεί" ή "τη λύση της συνεργασίας τους με καταβολή χρηματικής αποζημίωσης που θα κατοχυρώνει την Τράπεζα από τυχόν μελλοντικές διεκδικήσεις του".

Η πρόταση αυτή της τράπεζας περιελήφθη στο από 6-8-1991 έγγραφο της Διευθύνσεως Διεθνών Συναλλαγών της, που απεστάλη στον Υποδιοικητή της X1, ο οποίος αφού συμφώνησε με την πρόταση αυτή (βλ. κάτω του σχετικού εγγράφου τη διατυπωθείσα συμφωνία του), επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον αναιρεσείοντα στον οποίο ανακοίνωσε τις ως άνω εναλλακτικές προτάσεις εκ των οποίων αυτός αποδέχθηκε εκείνη που προέβλεπε τη συνέχιση της μισθοδοσίας του έως τη λήξη της ποινής του και τη μετά ταύτα πρόσληψή του στην Υπηρεσία της τράπεζας στην Ελλάδα, στην οποία, όπως δήλωσε θα ερχόταν μόλις θα καθίστατο δυνατή η υπέρβαση των τυχόν νομικών εμποδίων.

Ενόψει των αμέσως ανωτέρω εκτεθέντων η συγκεκριμένη αυτή αξίωση του αναιρεσείοντα υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή αφού αυτός ήδη από τους μήνες Απρίλιο και Μάϊο του έτους 1991 είχε καταδικασθεί και έκτοτε τουλάχιστον, δεδομένου ότι η σύλληψη και κράτησή του είχε προηγηθεί, άρχισε η ως άνω παραγραφή, η οποία και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής του το έτος 1998 είχε συμπληρωθεί, κατά τη βάσιμη προς τούτο ένσταση της αναιρεσίβλητης.

Βέβαια αυτός αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 8/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αλλά αν η αναφορά του αυτή θεωρηθεί ότι δι' αυτού έλαβε γνώση των υπαιτίων υπαλλήλων της τράπεζας, ως προστηθέντων αυτής, γεγονότα που δεν επικαλείται άλλωστε, και πάλι η παραγραφή της αξιώσεώς του για χρηματική ικανοποίηση έναντι της προστήσασας τράπεζας άρχισε από τον ίδιο χρόνο, εφόσον, δεν είναι απαραίτητη για την έναρξη αυτής η γνώση του συγκεκριμένου προσώπου του ζημιώσαντος, αρκεί να είναι γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί απ' αυτήν ως υπάλληλοί της.

Κι αυτά ανεξαρτήτως του ότι είναι βέβαιο ότι ο αναιρεσείων κατά το στάδιο των ανακρίσεων που επακολούθησε τη σύλληψή του οπωσδήποτε πληροφορήθηκε στα πλαίσια της απαγγελίας της κατ' αυτού κατηγορίας και τα πρόσωπα των υπαλλήλων της τράπεζας, με τα οποία είχε έλθει σε επαφή ο μυστικός πράκτορας .... , αφού αυτά θ' αναφερόταν οπωσδήποτε στη μηνυτήρια αναφορά του.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η τράπεζα αναγνώρισε εμμέσως πλην σαφώς τη σχετική αξίωσή του αφού συνέχισε να τον μισθοδοτεί και κατέβαλε όλες τις δαπάνες για την υπεράσπισή του. Η καταβολή όμως από την τράπεζα των δαπανών υπερασπίσεώς του δεν ενέχει σαφή αναγνώριση και της υποχρεώσεώς της προς αποκατάσταση και της ηθικής του βλάβης, ενώ η συνέχιση της καταβολής εκ μέρους της των μισθών του έως και τη λήξη της ποινής του αποτέλεσε αντικείμενο ρητής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, χωρίς να ενέχει αναγνώριση οποιαδήποτε άλλης αξιώσεώς του, πλην εκείνης περί προσλήψεώς του μετά ταύτα στην υπηρεσία της, και η οποία επίσης αποτέλεσε αντικείμενο της αυτής συμφωνίας τους.

Συνεπώς και αν θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι ο αναιρεσείων δια της αναφοράς περί αναγνωρίσεως από την τράπεζα της προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αξιώσεώς τους προβάλλει αντένσταση διακοπής της εν λόγω παραγραφής, η αντένστασή του αυτή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος ο αναιρεσείων προς επιστήριξη του ίδιου κεφαλαίου της αγωγής του υποστηρίζει ότι η τράπεζα κατέβαλε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σ' άλλους υπαλλήλους της, τους οποίους και κατονομάζει, και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν συνεργάσθηκαν ή όχι με τις αμερικανικές δικαστικές αρχές.

Ο ειδικότερος αυτός ισχυρισμός του, έτσι όπως διατυπώνεται, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ούτε ως έμμεση αναγνώριση από την πλευρά της τράπεζας της αξιώσεως όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων της προς χρηματική ικανοποίησή τους λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν εκ των εις βάρος τους διώξεων, δεδομένου ότι η προς αποζημίωση αναγνώριση, έστω και σιωπηρώς, πρέπει να γίνει προς το δανειστή και όχι προς τρίτο.

Σύμφωνα με τις παραπάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο που δέχθηκε ότι η αξίωση του αναιρεσείοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης είχε υποπέσει σε παραγραφή, η οποία άρχισε από τότε που του επιβλήθηκαν από το αμερικανικό δικαστήριο οι προαναφερθείσες ποινές, καθόσον κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας έλαβε γνώση τόσον του υποχρέου προς αποζημίωσή του όσο και της μη περιουσιακής ζημίας του, τουτέστιν της ηθικής μειώσεως και ταλαιπωρίας εξαιτίας της άδικης (όπως διατείνεται) καταδίκης του, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλειπείς αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, ούτε εκείνη του άρθρου 260 ΑΚ με το να απορρίψει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής συνεπεία αναγνωρίσεως της παραπάνω αξιώσεως από τον υπόχρεο.

Επομένως οι πρώτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. 2. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος εκτίθεται σ' αυτό ότι "Ο σχετικές δίκες έληξαν την Ανοιξη του 1991 με την απαγγελία καταδικών κατά όλων των υπαλλήλων της εναγομένης, γιατί κρίθηκε ότι η δραστηριότητα της εναγομένης ήταν παράνομη και επομένως οι υπάλληλοί της είχαν συστήσει συμμορία (conspiration) για την εκτέλεση παράνομων τραπεζικών εργασιών...

Σε μένα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών με πενταετή αναστολή με τους όρους παροχής 1000 ωρών κοινωνικής εργασίας και ελέγχου της διαμονής μου. Στην εναγομένη εξάλλου επιβλήθηκαν πρόστιμο 8.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ και αστική ποινή 2.600.000 δολαρίων ΗΠΑ...". Κατά συνέπεια περιέχεται ομολογία του αναιρεσείοντος ότι από την άνοιξη του 1991 είχε γνώση ότι η εναγομένη τράπεζα ήταν υπόχρεη για την αποζημίωσή του.

Επομένως το Εφετείο, που έλαβε υπόψη του και δέχτηκε, ως βάσιμο στην ουσία του, το παραπάνω πραγματικό περιστατικό, το οποίο, έστω και συνεπτυγμένα, περιείχετο στη νομίμως προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα, ούτε δέχθηκε αυτά χωρίς απόδειξη εφαρμόζοντας εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.

Επομένως οι δεύτερος, τρίτος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 8, 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 3. Από τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ προκύπτει ότι δια του προσυμφώνου τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν δέσμευση να καταρτίσουν στο μέλλον τη σκοπούμενη σύμβαση, με την οποία θα τίθεται σε ισχύ η επιδιωκόμενη οριστική ρύθμιση των εννόμων σχέσεών τους.

Όταν μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων συμφωνηθεί ότι μόνο το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να θέσει σε κίνηση το μηχανισμό για τη σύναψη της οριστικής συμβάσεως, τότε πρόκειται για ετερομερώς δεσμευτικό προσύμφωνο και στη περίπτωση αυτή η μη άσκηση του δικαιώματός του από το δικαιούχο να ζητήσει την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως μέσα στην ορισθείσα με το προσύμφωνο προθεσμία, μπορεί να συνιστά παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα.

Εν προκειμένω το Εφετείο εν συνεχεία των παραπάνω παραδοχών του δέχτηκε και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δια της ως άνω προτάσεως της τράπεζας και της αποδοχής της από τον αναιρεσείοντα καταρτίσθηκε μεταξύ τούτων προσύμφωνο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, η οποία θα τελειωνόταν δια της προσλήψεως αυτού μετά τη λήξη της ποινής του και την έλευσή του στην Ελλάδα, σε χρόνο δηλαδή ήδη εκ των προτέρων καθορισμένο, εφόσον η κατάρτιση του προσυμφώνου έγινε μετά την απαγγελία της ποινής που του επιβλήθηκε και ήταν συνεπώς γνωστός και ο χρόνος της λήξεως αυτής, ώστε να είναι δυνατή η μετ' αυτήν εντός ευλόγου χρόνου έλευσή του στην Ελλάδα, προκειμένου να προσληφθεί στις εδώ Υπηρεσίες της τράπεζας αναλόγως των προσόντων του και σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του Οργανισμού Υπηρεσίας της ή αν δεν είχε τα προσόντα που απαιτούνται από τις διατάξεις αυτές να προσληφθεί, όπως και άλλοι της αυτής κατηγορίας υπάλληλοι της τράπεζας στο Εξωτερικό, με συμβάσεις διεπόμενες από το κοινό εργατικό δίκαιο.

Επίσης η τράπεζα με την από 14-5-1996 επιστολή της προς τον αναιρεσείοντα του γνωστοποιούσε ότι "με την ευκαιρία της ολοκλήρωσης του προγράμματος δικαστικής επιτήρησης (PROBATION SERVICE) στις 22-5-1996 καταβάλαμε την αποζημίωση του τελευταίου μηνός Μαϊου 1996... ". Και ο ενάγων αυτός δεν αξίωσε μετά την ως άνω λήξη της ποινής του την τήρηση των προσυμφωνηθέντων για την πρόσληψή του στα εδώ Καταστήματα της τράπεζας, αλλά προτίμησε να παραμείνει στο .... , όπου έως το θέρος του 1997 εργαζόταν και "από την παροχή των προσωπικών του υπηρεσιών ως υπάλληλος και ως εργολάβος οικοδομικών εργασιών" εισέπραττε κατά μέσο όρο αμοιβές 3.000 δολλαρίων ΗΠΑ το μήνα, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του.

Μετά ένα περίπου έτος από τη λήξη της ποινής του απέστειλε προς την τράπεζα την από 19-6-1997 επιστολή με την οποία ζητούσε την ένταξή του στην τράπεζα "όπως έχει γίνει και με άλλους εκτάκτους υπαλλήλους που αντιμετώπισαν προβλήματα με τη δικαιοσύνη εκεί" και της υπενθυμίζει ότι η ίδια είχε "με απόφασή της κάνει ιδιαίτερη αναφορά για αυτόν εννοώντας προφανώς την πρόταση που του έγινε μέσω του τότε Υποδιοικητή της X1, χωρίς όμως συγκεκριμένη αναφορά σε ποιο από τα τρία σκέλη της αποφάσεως αυτός αναφερόταν, αφού δεν ζητεί ρητώς την εκτέλεση του προσυμφώνου συμβάσεως εργασίας.

Ο ίδιος μετά πάροδο τεσσάρων και πλέον μηνών επανέρχεται δια της από 25-10-1997 νέας του επιστολής, στην αρχή της οποίας αναφέρει ότι μετά την πρώτη του επιστολή επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά κάποιος υπάλληλος της τράπεζας με το όνομα Ψ1 και τον ρώτησε που θέλει να εργασθεί και ενώ του απάντησε σχετικά, μετά ταύτα "η Τράπεζα τηρεί σιγή ιχθύος" και καταλήγει ότι "δεν αισθάνεται ιδιαίτερα περήφανος να ζητιανεύει δουλειά, αλλά του έχουν διαλύσει το σπίτι και τη ζωή του και νομίζει ότι είναι υποχρεωμένοι να τιμήσουν το λόγο τους" και τους δηλώνει ότι σε δέκα ημέρες περίπου "επαναπατρίζεται και ελπίζει μέχρι τότε η Τράπεζα να δείξει ότι ενδιαφέρεται γι' αυτούς που διώχθηκαν εξαιτίας της".

Τελικώς ο αναιρεσείων ήλθε στην Ελλάδα στις 31-10-1997 και μίσθωσε κατοικία στο .... , αφού προηγουμένως πώλησε την στο .... ακίνητη περιουσία του. Ο αναφερόμενος στη δεύτερη επιστολή του αναιρεσείοντος υπάλληλος της τράπεζας τότε, Ψ1 όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του, ότι δηλαδή σε τηλεφωνική επικοινωνία τους τον ρώτησε σε ποια θέση θέλει να εργασθεί, αλλ' αντιθέτως στην ένορκη βεβαίωσή του υποστηρίζει ότι όταν "τον Ιούνιο του 1997 απέστειλε στην Τράπεζα επιστολή με την οποία ζητούσε την πρόσληψή του, η Τράπεζα δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημά του διότι από τις αρχές του έτους (1997) είχε κοινοποιηθεί σ' αυτήν εγκύκλιος του αρμοδίου Υπουργού Εθνικής Οικονομίας περί απαγόρευσης οποιουδήποτε είδους προσλήψεως λόγω της επικείμενης ψήφισης νόμου που θα υπήγαγε και τις Τράπεζες στο καθεστώς προσλήψεων του Ν. 2190/1994, νόμος ο οποίος πράγματι ψηφίσθηκε τον Αύγουστο του 1997 (Ν. 2527/1997)".

Από τ' ανωτέρω και γενικότερα από το γεγονός ότι και ο αναιρεσείων δεν αξίωσε αμέσως μετά τη λήξη της ποινής του ή εν πάση περιπτώσει εντός ευλόγου χρόνου την εκτέλεση της προσυμφωνηθείσας συμβάσεως εργασίας και το ότι αυτός επί έτος και πλέον ενασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες και κυρίως ως εργολάβος στο ....

έναντι αμοιβής μεγαλύτερης των αποδοχών που λάμβανε και προσδοκούσε να λάβει από την τράπεζα, προκύπτει παραίτηση και αυτού από του εκ προσυμφώνου απορρέοντος δικαιώματός του ν' αξιώσει τη σύναψη της κυρίας συμβάσεως εργασίας. Ο ίδιος εμμέσως πλην σαφώς υποστηρίζει ότι την αξίωση προς πρόσληψή του προέβαλε ευθύς μόλις κατέστη δυνατή η επάνοδός του στην Ελλάδα, δεδομένου ότι μετά τη λήξη της ποινής του (22-5-1996) είχε να φροντίσει για την εκεί εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του, θέλοντας να επισημάνει ότι την ως άνω αξίωσή του προέβαλε εντός ευλόγου χρόνου, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός, μολονότι ενισχύεται από την ένορκη βεβαίωση του X1 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι αυτός γνώριζε επακριβώς το χρόνο λήξεως της ποινής του και είχε τη δυνατότητα αν πράγματι απέβλεπε στην πρόσληψή του από την τράπεζα, να διευθετήσει εγκαίρως τις όποιες υποθέσεις του στις ΗΠΑ ώστε πράγματι εντός ευλόγου χρόνου, που σαφώς δεν είναι το έτος και πλέον, ν' αξιώσει την εκτέλεση του προσυμφώνου συμβάσεως εργασίας του.

Αλλωστε αν αυτός δεν είχε παραιτηθεί των εκ του προσυμφώνου αυτού δικαιωμάτων του, δεν θα παρέμεινε στη .... επί 16 και πλέον μήνες μετά τη λήξη της ποινής του, απασχολούμενος σ' εργασίες από τις οποίες, όπως αναφέρθηκε, αποκέρδαινε μεγαλύτερα ποσά από τα προσδοκώμενα να λάβει από την τράπεζα. Σύμφωνα με τις παραπάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο με το να δεχθεί ότι υπό τις εκτιθέμενες συνθήκες η επί 16 μήνες μετά τη λήξη της ποινής του αναιρεσείοντος παραμονή και επικερδής επαγγελματική απασχόληση αυτού στις ΗΠΑ, χωρίς να ζητήσει μέσα στο διάστημα αυτό την κατάρτιση της οριστικής εργασιακής συμβάσεως, συνιστά σιωπηρή παραίτηση από τα εκ του προσυμφώνου απορρέοντα δικαιώματα, καθόσον παρήλθε άπρακτο εύλογο χρονικό διάστημα από τη λήψη της συμφωνηθείσας προθεσμίας για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλειπείς ανεπαρκείς αιτιολογίες τους ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπρακτικών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επομένως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι έβδομος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα. 4. Ο ένατος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου δηλονότι ότι υπήρξε ανυπαίτια νομική αδυναμία της αναιρεσίβλητης να καταρτίσει την οριστική σύμβαση εργασίας καθόσον από τον Αύγουστο 1997 ίσχυσε ο Ν 2527/1999 που εμπόδιζε τις προσλήψεις στην κατηγορία Τραπεζών όπου υπάγεται και η αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον το διατακτικό της προσβαλλομένης στηρίζεται αυτοτελώς στη παραπάνω κύρια αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς. 5.

Ο δέκατος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 197 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν περιέχονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε αναφέρεται σε τι συνίσταται η παραβίαση του παραπάνω κανόνα δικαίου.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορίπτει την από 25-9-2003 αίτηση του .... για αναίρεση της 7741/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στα επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ