Legislator Case Law & Legislation
729/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against unjust enrichment judgment, ruling appeal arguments inadmissible and unfounded.

Case Number 729/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's judgment ordering it to pay over 73,000 euros to the plaintiff under unjust enrichment laws. The appellant argued the lower court failed to apply Article 486 of the Civil Code and lacked sufficient reasoning, but the Court found these grounds inadmissible because the lower court did not need to address the specific articles cited. Consequently, the Court ruled the appeal unfounded and ordered the appellant to pay the plaintiff's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904, 486 of the Civil Code; An appeal is inadmissible if the lower court did not enter into the substance of the dispute or if the appeal arguments are unfounded based on the established legal principles.

Keywords

AI generated
unjust enrichment civil code provisions appeal inadmissibility legal reasoning court costs supreme court review bank liability

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 486 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 729 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 729/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Ν. του Ε., συζύγου Χ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Λωλίδου - Παγίδα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13110/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1190/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/9/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1190/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 13110/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η από 6-11-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης, υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 73.367,57 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Α. Από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ιδίως δε στις περιπτώσεις παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχείο της απαίτησης αποτελεί η παροχή, η αιτία για την οποία έγινε ή η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή λήξη της ή ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της, με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέσθηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη.

Ειδικότερα, αχρεώστητη παροχή είναι η καταβολή για ανύπαρκτο χρέος, αποτελεί δε τυπική και συνήθη περίπτωση πλουτισμού του λήπτη χωρίς αντάλλαγμα, ο οποίος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα στη βούληση του ζημιωθέντος, δικαιολογούσα τον πλουτισμό ούτε σε νόμιμη αιτία. Πρόκειται για καταβολή παροχής προς εκπλήρωση υποχρέωσης που δεν υπήρχε, είτε γιατί δεν γεννήθηκε ακόμη όπως στην αίρεση δικαίου, καταβολή ανύπαρκτου χρέους ή ακυρότητα σύμβασης κ.λπ.

Για την αναζήτηση αχρεώστητης παροχής απαιτείται επίκληση της καταβολής, της αιτίας για την οποία αυτή έγινε, καθώς και ότι η αιτία αυτή ήταν ανύπαρκτη (AΠ 1348/2023, ΑΠ 450/2020). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι από δίκη, που έχει διεξαχθεί μεταξύ του δανειστή και είτε του πρωτοφειλέτη είτε του εγγυητή, προκύπτει δεδικασμένο υπέρ του άλλου αν η αγωγή του δανειστή απορρίφθηκε λόγω ανυπαρξίας του χρέους (ΑΠ 573/2019, ΑΠ 407/2019).

Ως μη προσωποπαγής δε ένσταση το δεδικασμένο που προκύπτει από μια τέτοια δίκη υπέρ του πρωτοφειλέτη για την ανυπαρξία του χρέους μπορεί ο εγγυητής να το προτείνει εναντίον του δανειστή κατ' άρθρο 853 ΑΚ (ΑΠ 407/2019).

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά τη συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 216/2017).

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων (AΠ 916/2021, ΑΠ 56/2019).

Με τον πρώτο (υπό την αρίθμηση του δικαστηρίου) λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, τις από τον αριθμό 1 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 486, 853 επ.

ΑΚ και 328 ΚΠολΔ και απέρριψε την ασκηθείσα έφεσή της, δεχόμενο ως νόμιμη την αγωγή, που άσκησε η αναιρεσίβλητη με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, στην οποία, για το αχρεώστητο της παροχής, που αυτή κατέβαλε, εσφαλμένα επικαλέστηκε την ύπαρξη υπέρ της δεδικασμένου από την υπ' αρ. 2454/2001 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε ότι στις 02-12-1999 κατέβαλε στην εταιρεία "... Α.Ε", της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση από αυτήν, το ποσό των 73.367,57 ευρώ, προς απόσβεση μέρους της οφειλής της πρωτοφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε", που προέρχεται από την καταρτισθείσα μεταξύ των δύο ως άνω εταιρειών από 16-7-1996 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας η τελευταία είχε αναλάβει, ως προμηθεύτρια, την υποχρέωση να υποβάλλει προς εκχώρηση στην "... Α.Ε", ως πράκτορα, τις μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της κατά των πελατών της (οφειλετών) από πωλήσεις αγαθών η παροχή υπηρεσιών.

Ότι στην παραπάνω σύμβαση πρακτορείας η ίδια, αλλά και ο Χ. Μ. είχαν συμβληθεί ως συνεγγυητές υπέρ της πρωτοφειλέτριας, υπογράφοντας την από 13-10-1998 σύμβαση παροχής εγγύησης. Ότι η κύρια σύμβαση καταγγέλθηκε από την ως άνω πράκτορα την 01-06-1999, με την με αυτήν ημεροχρονολογία εξώδικη καταγγελία της, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν τόσο στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία όσο και στους εγγυητές, με την οποία τους κάλεσε να της καταβάλουν, από ανείσπρακτες απαιτήσεις οφειλετών, το συνολικό ποσό των 161.409 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Ότι για την άνω αιτία εκδόθηκε, μετά από αίτηση της εταιρείας "... Α.Ε", σε βάρος του συνεγγυητή Χ. Μ.. η υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι με την υπ' αρ. 2454/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αρ. 5556/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ακυρώθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του έτερου εγγυητή, λόγω ανυπαρξίας οφειλής της πρωτοφειλέτριας εταιρείας.

Ότι ειδικότερα, με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι δεν υφίσταται η επίδικη απαίτηση, διότι στην από 16-7-1996 σύμβαση πρακτορείας που συνήφθη μεταξύ της "... Α.Ε" και της πρωτοφειλέτριας εταιρείας "... Α.Ε" δεν είχε προβλεφθεί δικαίωμα αναγωγής της πρώτης έναντι της δεύτερης αναφορικά με τις ανείσπρακτες, λόγω οικονομικής αδυναμίας των οφειλετών, απαιτήσεις που της εκχωρήθηκαν, με συνέπεια η πρώτη να μη δικαιούται να χρεώνει το λογαριασμό της πρωτοφειλέτριας εταιρείας με τα αντίστοιχα ποσά.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να της αποδώσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 73.367,57 ευρώ, που της κατέβαλε η ίδια αχρεωστήτως για ανύπαρκτη οφειλή της ως άνω πρωτοφειλέτριας εταιρείας, επικαλούμενη προς τούτο το σχετικό δεδικασμένο υπέρ της τελευταίας που απορρέει από την προαναφερόμενη τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Με το προεκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 904ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 847, 850, 851, 853 ΑΚ και 328 ΚΠολΔ, καθόσον η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη παραθέτει σε αυτή την εκ μέρους της καταβολή, την αιτία για την οποία κατέβαλε, καθώς και την ανυπαρξία της αιτίας.

Ειδικότερα, για την ανυπαρξία της αιτίας, για την οποία κατέβαλε, η ενάγουσα, νομίμως, κατ' άρθρο 853 ΑΚ, ως συνεγγυήτρια επικαλείται στην αγωγή τη μη προσωποπαγή ένσταση της πρωτοφειλέτριας εταιρείας περί ύπαρξης υπέρ της τελευταίας, κατ' άρθρο 328 παρ.2 ΚΠολΔ, σχετικού δεδικασμένου από την υπ' αρ. 2454/2001 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε δίκη μεταξύ της δανείστριας και του άλλου συνεγγυητή Χ.

Μ...

Συνεπώς, το Εφετείο ορθώς : α) ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, με το να δεχθεί ως νόμιμη την αγωγή, που με το άνω περιεχόμενο και αίτημα άσκησε η αναιρεσίβλητη με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και την νόμιμη επίκληση δεδικασμένου για το αχρεώστητο της παροχής και β) δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.

Κατόπιν αυτών, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 16 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε έτσι αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 295/2017), αλλά και ούτε όταν ελλείπει η μείζονα πρόταση (ΑΠ1871/2022, ΑΠ 1210/2018, ΑΠ 1357/2010). Με τον δεύτερο (υπό την αρίθμηση του δικαστηρίου) λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι στερείται της εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που οφείλει να διαλαμβάνει, διότι σε αυτή ελλείπει η μείζονα πρόταση ως προς τις διατάξεις των άρθρων 486, 853, 854 επ.

ΑΚ, ούτε αναφέρονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, δεν ιδρύεται αναιρετική πλημμέλεια όταν ελλείπει η μείζονα πρόταση στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Συνακόλουθα, απορριπτέα είναι και η, κατ' άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αίτηση της αναιρεσείουσας, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που υποβλήθηκε με το ίδιο δικόγραφο της αναίρεσης, αφού προϋποθέτει την ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1494/2018). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-9-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1190/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ