Legislator Case Law & Legislation
729/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment, ordering repayment of seized funds to water utility company.

Case Number 729/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the water utility company's appeal against a final judgment that had ordered the payment of salary deductions to two deceased employees. The court found that the defendants had already received the disputed amounts through bank transfers and seizure orders, rendering the original judgment's enforcement unnecessary. Consequently, the court annulled the lower court's decision and ordered the defendants to return the seized funds to the plaintiff.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a final judgment and order the return of seized funds when the underlying debt has already been fully satisfied by the defendants.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment return of seized funds salary deductions enforcement bank transfer evidence annulment of lower court decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 62 of Law 4139/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 729 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 729/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης- Αποχέτευσης Αγίου Νικολάου" (Δ.Ε.Υ.Α.Α.Ν.), που εδρεύει στον 'Αγιο Νικόλαο Λασιθίου και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζερδελή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ….31)Τ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κοντογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε τον θάνατο των με α/α 15ου και 22ου των αρχικώς αναιρεσιβλήτων και την συνέχιση της δίκης από τους εκ διαθήκης κληρονόμους τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-12-2017 και υπ' αριθ. 87/2017 και 88/2018 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Νεάπολης. Εκδόθηκαν η 115/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 187/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575 εδ. α', β' και 226 παρ. 4 εδ. γ', δ' ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μόνο μία φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο, αν αναβληθεί δε η συζήτηση, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, καθόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης από 8-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 3/2021) αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. κατά των αναιρεσιβλήτων και της υπ' αριθ. 187/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που δίκασε ως Εφετείο, δικάσιμος προς συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 1-3-2022 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Τρικάλων Δημήτριο Κοντογιάννη, ο οποίος προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς του προσκόμισε ισάριθμες εξουσιοδοτήσεις, από την επισκόπηση των οποίων προκύπτει ότι οι τελευταίοι του χορήγησαν την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παραστεί και εκπροσωπήσει αυτούς κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Επί των ανωτέρω ιδιωτικών εγγράφων βεβαιώνεται αρμοδίως η γνησιότητα των υπογραφών των εντολέων του, πλην εκείνου που αφορά τον εικοστό πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Ι. Π. του Ε., το οποίο στο τέλος αυτού και κάτω από την ένδειξη "ο εξουσιοδοτών" φέρει υπογραφή, της οποίας όμως η γνησιότητα δεν βεβαιώνεται από αρμόδια, κατ' άρθρο 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, αρχή.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης επισπεύδει το αναιρεσείον, το οποίο με τις από 19-9-2022 προτάσεις του επικαλείται και προσκομίζει την υπ' αριθ. 11065/23-12-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Ε.

Σ., από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 1-3-2022, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 564 παρ. 1 και 130 παρ. 1 σε συνδ. με 128 παρ. 1-3 ΚΠολΔ), στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ) των αναιρεσιβλήτων Απόστολο Γκατζιό, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει αυτούς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου στις 16-6-2021, κατά τη συζήτηση της έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 187/2021 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Κατά συνέπεια, εφόσον ο εικοστός πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε προσηκόντως κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, μολονότι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του.

Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.

ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο (ΑΠ 1437/2021), μόνο αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και, συνεπώς, δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ, διαφορετικά αν, κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης (κατάθεσης κατ' άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει, η αίτηση που ασκήθηκε εναντίον του απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.

α', 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ' αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 98/2022, ΑΠ 11/2021, ΑΠ 717/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κρινόμενη από 8-10-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 187/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, σε συνδυασμό αφενός μεν με τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και δη την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 187/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και τα ταυτάριθμα πρακτικά, την από 8-2-2019 και με αριθμό κατάθεσης 20/12-2-2019 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, και τις από 22-6-2021 προτάσεις των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, αφετέρου δε με τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους τελευταίους έγγραφα και δη:

α) το από 18-11-2021 απόσπασμα της υπ' αριθ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ε. Μ. του Φ. (δεκάτου πέμπτου αναιρεσιβλήτου), εκδοθέν από το Ληξιαρχείο Αγίου Νικολάου Λασιθίου, β) το υπ' αριθ. ... πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου, γ) την από 11-11-2017 ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος, δ) το υπ' αριθ. ...

πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης πλην της προαναφερόμενης, ε) το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου και στ) το υπ' αριθ. πρωτ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, εκδοθέν από τον Δήμο Αγίου Νικολάου Λασιθίου, προκύπτει ότι ο ως άνω δέκατος πέμπτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 29-4-2019, δηλαδή μετά την άσκηση της έφεσης (11-2-2019) και πριν από τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο (16-6-2021), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 187/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, συνεπώς και πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Ωστόσο από τα προαναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν εκπροσωπηθεί κατά τη συζήτηση της έφεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου του ως άνω διαδίκου με προφορική δήλωσή του καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά ούτε με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρα 287 παρ. 1 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις οποίες ο ως άνω αποβιώσας αναγράφεται ως ο δέκατος πέμπτος των εφεσιβλήτων.

Το ανωτέρω γεγονός γνωστοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων με προφορική δήλωσή του, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, καθώς και με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες στις 23-8-2022 προτάσεις του (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), με τις οποίες προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον δέκατο πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, ισχυριζόμενος ότι το αναιρεσείον τελούσε εν γνώσει του γεγονότος του θανάτου του εν λόγω διαδίκου πριν από την άσκησή της, πλην όμως δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει ότι το αναιρεσείον γνώριζε το ανωτέρω γεγονός πριν από την άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου.

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι το αναιρεσείον είχε λάβει γνώση του θανάτου του δεκάτου πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, Ε. Μ. του Φ., πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, να απορριφθεί η προαναφερόμενη ένσταση ως αβάσιμη. Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα υπό στοιχ.

α' έως στ' έγγραφα προκύπτει ότι ο ως άνω αποβιώσας άφησε πλησιέστερο συγγενή, κατά τον χρόνο του θανάτου του, τον αδελφό του Μ. Μ. του Φ., τον οποίο με την ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νομίμως, εγκατέστησε κληρονόμο του επί των αναφερόμενων σ' αυτή περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "οποιοδήποτε ποσό από αναδρομικά μισθοδοσίας από την "Δ.Ε.Υ.Α.Α.Ν.".

Ο ανωτέρω κληρονόμος έχει υπεισέλθει στη θέση του δεκάτου πέμπτου αναιρεσιβλήτου, κατά τη συζήτηση δε της αίτησης αναίρεσης εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοντογιάννη και συνεχίζει τη δίκη, σύμφωνα με σχετική δήλωση του ως άνω πληρεξουσίου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, περιέχεται δε και στις κατατεθείσες προτάσεις του.

Εξάλλου, από την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, σε συνδυασμό αφενός μεν με τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και δη την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 187/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και τα ταυτάριθμα πρακτικά, την από 8-2-2019 και με αριθμό κατάθεσης 20/12-2-2019 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, και τις από 22-6-2021 προτάσεις των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, αφετέρου δε με τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους τελευταίους έγγραφα και δη:

α) την υπ' αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Γ. Π. του Μ. (εικοστού δευτέρου αναιρεσιβλήτου), εκδοθείσα από το Ληξιαρχείο Θεσσαλονίκης, β) το υπ' αριθ. ... πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου, γ) την από 10-3-2020 ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος, δ) το υπ' αριθ. ...

πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης πλην της προαναφερόμενης, ε) το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου και στ) το υπ' αριθ. πρωτ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, εκδοθέν από τον Δήμο Αγίου Νικολάου Λασιθίου, προκύπτει ότι ο ως άνω εικοστός δεύτερος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 3-8-2020, δηλαδή μετά την άσκηση της έφεσης (11-2-2019) και πριν από τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο (16-6-2021), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 187/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, συνεπώς και πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Ωστόσο από τα προαναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν εκπροσωπηθεί κατά τη συζήτηση της έφεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου του ως άνω διαδίκου με προφορική δήλωσή του καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά ούτε με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρα 287 παρ. 1 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις οποίες ο ως άνω αποβιώσας αναγράφεται ως ο εικοστός δεύτερος των εφεσιβλήτων.

Το ανωτέρω γεγονός γνωστοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων με προφορική δήλωσή του, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, καθώς και με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες στις 23-8-2022 προτάσεις του (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), με τις οποίες προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον εικοστό δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ισχυριζόμενος ότι το αναιρεσείον τελούσε εν γνώσει του γεγονότος του θανάτου του εν λόγω διαδίκου πριν από την άσκησή της, πλην όμως δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει ότι το αναιρεσείον γνώριζε το ανωτέρω γεγονός πριν από την άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου.

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι το αναιρεσείον είχε λάβει γνώση του θανάτου του εικοστού δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, Γ. Π. του Μ., πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, να απορριφθεί η προαναφερόμενη ένσταση ως αβάσιμη. Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα υπό στοιχ. α' έως στ' έγγραφα προκύπτει ότι ο ως άνω αποβιώσας άφησε πλησιέστερους συγγενείς, κατά τον χρόνο του θανάτου του, τη σύζυγό του Ζ. Κ. του Γ. και τα δύο τέκνα του, Μ. Π. του Γ. και της Ζ. και Μ. Π. του Γ. και της Ζ., τους οποίους με την ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νομίμως, εγκατέστησε κληρονόμους του επί των αναφερόμενων σ' αυτή περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται οι οποιεσδήποτε απαιτήσεις του κατά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Αγίου Νικολάου" (Δ.Ε.Υ.Α.Α.Ν.).

Συνεπώς, ως προς τις ένδικες απαιτήσεις του κατά του ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. χωρεί η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή. Οι ανωτέρω κληρονόμοι έχουν υπεισέλθει στη θέση του εικοστού δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/8 η σύζυγος και 3/8 έκαστο τέκνο (άρθρα 1813 και 1820 ΑΚ), κατά τη συζήτηση δε της αίτησης αναίρεσης εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη και συνεχίζουν τη δίκη, σύμφωνα με σχετική δήλωση του ως άνω πληρεξουσίου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, περιέχεται δε και στις κατατεθείσες προτάσεις τους.

Με την κρινόμενη από 8-10-2021 (αριθ. κατάθεσης 3/8-10-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 187/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 115/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου, με την οποία έγιναν δεκτές ως προς την κύρια βάση τους (μη ερευνηθείσας της πρώτης επικουρικής βάσης από αδικοπραξία και απορριφθείσας ως αόριστης της δεύτερης επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), αμφότερες οι από 8-12-2017 (με αριθ.

έκθ. κατάθεσης 87/2017 και 88/2017 αντίστοιχα) αγωγές των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε το τελευταίο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, που αντιστοιχούν στις μειώσεις των αποδοχών τους, στις οποίες προέβη το εναγόμενο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010): "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα.

Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας".

Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.

Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010): "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ.

που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 [...]". Στη συνέχεια, με το άρθρο τρίτο παρ. 4, 5 και 6 ν. 3845/2010 έλαβε χώρα περαιτέρω μείωση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ορίσθηκαν τα εξής: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" (παρ. 4). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ.

που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005" (παρ. 5). "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:

α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" (παρ. 6). Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι η ερμηνεία του όρου "ανήκουν".

Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο.

Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: (Άρθρο 1) "παρ. 1. [...] Οι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφή Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκηση, οργάνωση και εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδοτήσεώς τους από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" [...] παρ. 3.

Οι προβλεπόμενες από την προηγούμενη παράγραφο επιχειρήσεις είναι αρμόδιες για τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εκμετάλλευση, διοίκηση και λειτουργία των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως ακαθάρτων και όμβριων υδάτων, ως και μονάδων επεξεργασίας λυμάτων και αποβλήτων της περιοχής αρμοδιότητάς τους.

παρ. 4. Η σύσταση εκάστης επιχειρήσεως ενεργείται δι' αποφάσεως των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, δι' ης θα ορίζεται η επωνυμία, η έδρα, οι δικαιολογούντες τη σύσταση αυτής λόγοι, τα παραχωρούμενα σ' αυτήν περιουσιακά στοιχεία, ο τρόπος εκμεταλλεύσεως των έργων ή υπηρεσιών και τα εξ αυτών έσοδα ως και η περιοχή της επιχειρήσεως". (Άρθρο 3) "παρ. 1.

Η υπό ενός μόνο Δήμου συνισταμένη επιχείρηση διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τις περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις. Ένα από τα μέλη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που ορίζονται ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως προέρχεται από τη μειοψηφία.

παρ. 2. Προκειμένου περί επιχειρήσεως συνισταμένης από πλείονες Δήμους ή Κοινότητες [...], αυτή διοικείται από συμβούλιο, ο αριθμός των μελών του οποίου ορίζεται δια των περί συστάσεως της επιχειρήσεως ή μετατροπής του συνδέσμου αποφάσεων των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων. Οι εκπρόσωποι εκάστου Δήμου ή Κοινότητας και οι αναπληρωτές αυτών ορίζονται δι' αποφάσεως του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου". [...] Άρθρο 5) "παρ. 1.

Το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί την επιχείρηση και διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους ταύτης, αποφασίζει δε επί παντός αφορώντος την επιχείρηση θέματος. παρ. 2. Το Διοικητικό Συμβούλιο ιδία [...] ζ) Εγκρίνει τις ετήσιες εκθέσεις οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως οι οποίες περιλαμβάνουν απολογισμό εσόδων - εξόδων, ισολογισμό και κατάσταση ρευστότητας και υποβάλλει αυτές το βραδύτερο εντός τεσσάρων μηνών από της λήξεως του οικονομικού έτους στο Νομάρχη (πλέον Περιφερειακό Διευθυντή)". [...] (Άρθρο 7) "παρ. 1.

Δι' Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμη των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τις ανάγκες της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων του προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδας εκπαιδεύσεως, οι αποδοχές και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιο προς τούτο όργανο". (Άρθρο 8) " [...] παρ. 3.

Οι διατάξεις περί προστασίας των δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της επιχειρήσεως". (Άρθρο 9) " [...] παρ. 4. Από της συστάσεως της επιχειρήσεως οι συμμετέχοντες στην επιχείρηση Δήμοι και Κοινότητες, ως και Σύνδεσμοι στερούνται του δικαιώματος επιβολής τελών και δικαιωμάτων υδρεύσεως και αποχετεύσεως". (Άρθρο 10) "παρ. 1.

Πόροι της επιχειρήσεως είναι: α. Το ειδικό τέλος για τη μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως, β. Το ειδικό τέλος επί του εισοδήματος εξ οικοδομών, γ. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου αποχετεύσεως, δ. [...] ε. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου υδρεύσεως, στ. Το τέλος χρήσεως υπονόμου, ζ.

Η αξία καταναλισκομένου ύδατος, [...] ιβ. Επιχορήγηση εκ του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για την μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως [...]. παρ. 2. Οι πόροι της επιχειρήσεως της παραγράφου 1 εδάφιο (α) χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για τη μελέτη, κατασκευή, ανακατασκευή ή επέκτασιν υδρεύσεως και αποχετεύσεως ή την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων εκ δανείων [...]". (Άρθρο 13) "παρ. 1.

Οι μελέτες και οι κατασκευές των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) μπορούν να επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) εντός των ορίων των εγκρινόμενων για το σκοπό αυτόν ετήσιων πιστώσεων". (Άρθρο 18) "παρ. 1. Ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές λογιστές, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ορκωτών Λογιστών της παρ. 1 του άρθρου 13 του π.δ. 226/1992, (παρ. 2) επιλέγονται από το διοικητικό συμβούλιο και (παρ. 3) διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους". [...] (Άρθρο 20) "παρ. 1.

Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις εξής αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου: α) Για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης του τεχνικού προγράμματος έργων καθώς και για κάθε τροποποίησή τους, β) Για την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων, γ) Για την επιβάρυνση των ακινήτων της επιχείρησης με εμπράγματα δικαιώματα, δ) Για τη σύναψη δανείων, ε) Για τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες.

παρ. 2. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση των πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές". (Άρθρο 21) "παρ. 1. Με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχειρήσεως και ελέγχονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο του δήμου ή της κοινότητας στον οποίο ανήκει η επιχείρηση, ρυθμίζονται κάθε φορά τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές. [...] (παρ. 3) Μέχρι τη σύνταξη των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένων κανονισμών λειτουργίας και διαχειρίσεως της επιχειρήσεως εφαρμόζονται οι υπάρχοντες αντίστοιχοι κανονισμοί του Δήμου ή Συνδέσμου και σε περίπτωση μη υπάρξεως τοιούτων οι σχετικές περί Δήμων και Κοινοτήτων διατάξεις". (Άρθρο 22) "[...] παρ. 3.

Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος περί εκσκαφών προς ανεύρεση ύδατος και εγκαταστάσεως δικτύου υδρεύσεως εφαρμόζονται και προκειμένου περί των επιχειρήσεων του παρόντος". (Άρθρο 24) "παρ. 1. Τα υπό της επιχειρήσεως εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε τοιαύτα, ως και για τις συναφείς εγκαταστάσεις αναγκαία ακίνητα, απαλλοτριώνονται αναγκαστικώς υπέρ και με δαπάνες αυτής, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των Δήμων και Κοινοτήτων εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων.

Καθ' όμοιο τρόπο συνιστώνται αναγκαστικώς και δουλείες οιασδήποτε μορφής". (Άρθρο 25) "παρ. 1. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης [...]". (Άρθρο 26) "Δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης από το Νομάρχη δύναται να καθορίζεται ειδικό τιμολόγιο υδρεύσεως ή αποχετεύσεως για τους κατοίκους των μετεχόντων της επιχειρήσεως Δήμων ή Κοινοτήτων ή συνοικισμών αυτών, οι οποίοι εξυπηρετούνται εξ ιδίου δικτύου ανεξαρτήτου του ενιαίου τοιούτου της επιχειρήσεως".

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006): "παρ. 1. Οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.

Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι Δ.Ε.Υ.Α., ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν ωστόσο αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς:

α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους, στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.

Περαιτέρω στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης κατά ποσοστό 35% από τις πιστώσεις της επιχείρησης που εγκρίνονται κατ' έτος για τον σκοπό αυτό.

Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ' αυτών, με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης. Εν κατακλείδι από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των Δ.Ε.Υ.Α.

ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδίωξης οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων για την επίτευξη των βασικών σκοπών της.

Επιπλέον, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, επομένως, εφόσον σκοπός των Δ.Ε.Υ.Α. είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους με επαρκή για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για τη δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, δικαιολογείται η λήψη μέτρων που εντάσσονται σε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως η περικοπή των μισθολογικών παροχών, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη του δημόσιου σκοπού τους.

Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα ως προς τη συνέχεια της παροχής προϊόντων και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας δεν συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, που ορίζει ότι το κράτος μέριμνα για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των Δ.Ε.Υ.Α.

με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Την ένταξη δε των Δ.Ε.Υ.Α. στα δημοσιονομικά μέτρα που λαμβάνονται για τη μείωση των κρατικών ελλειμάτων δικαιολογεί και η προαναφερθείσα επιχορήγησή τους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο όρος "ανήκει" εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου. Επιχείρημα δε υπέρ της ευρύτητας του όρου "ανήκει" προκύπτει και από την εξειδίκευση του όρου σε επόμενα νομοθετήματα.

Ειδικότερα στο νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", με τον οποίο προβλέφθηκε πλαφόν για το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στο άρθρο 31 του νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζονται τα ακόλουθα: "1.

α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους...

εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους [...]". Καθίσταται σαφές ότι η ανωτέρω διάταξη, η οποία θεσπίστηκε για τον ίδιο λόγο όπως και οι επίμαχες, δηλαδή τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων με μείωση των δημόσιων δαπανών, ώστε η Χώρα να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) και να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, δεν προσδίδει επιπλέον κανονιστικό περιεχόμενο αλλά έχει διευκρινιστική διατύπωση και καθιστά σαφέστερο το νόημα του όρου "ανήκουν", συνδέοντάς τον με την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, ώστε πλέον να μην καταλείπονται αμφιβολίες για τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, ότι δηλαδή οι δημοτικές επιχειρήσεις περιλαμβάνονται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν.

Επομένως, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1 παρ. 5, 2 παρ. 2 ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 και 6 ν. 3845/2010, όπως και σε αυτό των άρθρων 31 παρ. 1α, 3 και 4 ν. 4024/2011 (αλλά και στην περίπτωση 12 της υποπαρ. Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, που ακολούθησε) και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση-αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους μνημονιακούς νόμους, δηλαδή ανήκουν σε συγκεκριμένο ΟΤΑ (εν προκειμένω Δήμο Αγίου Νικολάου Λασιθίου), υπό την έννοια ότι δημιουργούνται από τους ΟΤΑ χάριν της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, τελούν υπό την εποπτεία τους, ενώ ο έλεγχος και ο διορισμός της πλειοψηφίας της διοίκησής τους γίνεται από τους ΟΤΑ (ΟλΑΠ 5/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 187/2021 απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τα εξής: "Το εκκαλούν νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Αγίου Νικολάου" (Δ.Ε.Υ.Α.Α.Ν.) συστάθηκε με τις 296/1992 και 410/1992 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Αγίου Νικολάου του Νομού Λασιθίου, οι οποίες εγκρίθηκαν με το 176/12-4-1993 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ Α' 65/28-4-1993), όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε, εν συνεχεία, διαδοχικά με τις 1220/29-07-1999 (ΦΕΚ Β' 1637/20-08-1999), 9021/31-12-1999 (ΦΕΚ Β' 97/03-02-2000), 2415/10-04-2001 (ΦΕΚ Β' 489/27-04-2001), 6006 + 5948/21-09-2009 (ΦΕΚ Β' 2147/02-10-2009) και 4218/06-5-2011 (ΦΕΚ 1322 Β'/2/16-06-2011) αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 2 της ως άνω συστατικής πράξης, αποτελεί δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης με κοινωφελή χαρακτήρα και διέπεται ως προς την διοίκηση και οργάνωσή της και ως προς την εκτέλεση, λειτουργία και συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς της, καθώς και τις πηγές χρηματοδότησής της από τις διατάξεις του ν. 1069/1980, ενώ για τα λοιπά θέματα εφαρμόζονται οι διατάξεις του Π.Δ. 323/1989 και οι διατάξεις της ιδιωτικής οικονομίας.

Διοικείται από εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο, εκ των οποίων εννέα μελών του Δ.Σ. τα τέσσερα είναι εκπρόσωποι του Δήμου Αγίου Νικολάου, τα τέσσερα είναι δημότες του Αγίου Νικολάου και το ένα είναι εκπρόσωπος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Λασιθίου [αρ. 3 παρ. 1 ΠΔ 176/1993, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της 46/1999 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Αγίου Νικολάου, που εγκρίθηκε με την 1220/29-7-1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης (ΦΕΚ Β' 1637/20-8-1999 και διόρθωση με ΦΕΚ Β' 97/3-2-2000)].

Έσοδα της επιχείρησης αποτελούν τέλη που επιβάλλονται στους καταναλωτές (ειδικό τέλος για μελέτη, κατασκευή και επέκταση των έργων ύδρευσης και αποχέτευσης, τέλος σύνδεσης με το δίκτυο της αποχέτευσης, δαπάνη διακλάδωσης και σύνδεσης με αγωγό της ύδρευσης και της αποχέτευσης, τέλος σύνδεσης με το δίκτυο της ύδρευσης, τέλος χρήσης υπονόμων, αρ. 4 περ.

α', γ', δ', ε', στ' ΠΔ 176/1993), η δωρεάν επιχορήγηση από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων σε ποσοστό μέχρι 35% επί των δαπανών μελετών και κατασκευών των κάθε φύσεως έργων ύδρευσης και αποχέτευσης (αρ. 4 περ. β' ΠΔ 176/1993), η αξία του ύδατος που καταναλώνεται (αρ. 4 περ. ζ' ΠΔ 176/1993), η εγγύηση χρήσης του υδρομετρητή (αρ. 4 περ.

η' ΠΔ 176/1993), η δαπάνη μετατόπισης αγωγών, διακλαδώσεων και συνδέσεων ύδρευσης ή αποχέτευσης, υδρομετρητών ή άλλων συναφών εργασιών (αρ. 4 περ. θ' ΠΔ 176/1993), οι συνεισφορές τρίτων (αρ. 4 περ. ι' ΠΔ 176/1993), οι πρόσοδοι από την περιουσία ή το τίμημα από την εκποίηση αυτής (αρ. 4 περ. ια' ΠΔ 176/1993), δάνεια, κληρονομιές, δωρεές και λοιπές επιχορηγήσεις (αρ. 4 περ.

ιβ' ΠΔ 176/1993), έσοδα που εισπράττονται από την εφαρμογή των διατάξεων των αρ. 27 και 28 ν. 1069/1980 και κάθε άλλη νόμιμη πρόσοδος (αρ. 4 περ. ιγ' ΠΔ 176/1993). Η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών της, καθώς και τα θέματα του προσωπικού (πρόσληψη, μισθοδοσία, καθορισμός θέσεων, κατανομή θέσεων κ.λπ.) καθορίζονται στον Οργανισμό Εσωτερικής Επιχείρησης της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Αγίου Νικολάου, ο οποίος καταρτίστηκε με την 144/2000 απόφασης ΔΣ της Δ.Ε.Υ.Α.Α.Ν.

και τη σύμφωνη γνώμη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αγίου Νικολάου, δυνάμει της 230/2001 απόφασής του και εγκρίθηκε με την 4647/2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης (ΦΕΚ Β' 1278/4-10-2001). Εκ της συστατικής πράξης του εκκαλούντος και εκ του διέποντος αυτό νομοθετικού πλαισίου, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη (υπό II) της παρούσας, αποδεικνύεται ότι το εκκαλούν είναι δημοτική επιχείρηση, που αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, δεν έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρείας ούτως ώστε να συνιστά δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμειακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείρισή του, ίδια περιουσία και δικούς του πόρους, ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς που συντάσσονται από τα όργανα διοίκησής του, δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρείται, ούτε ελέγχεται από την Κεντρική Διοίκηση, κατά την έννοια των σχετικών ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών της Κοινότητας, στους οποίους παραπέμπουν και οι διατάξεις του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει κανένα από τα δύο σωρευτικά τιθέμενα στις οικείες διατάξεις κριτήρια για την κατάταξή του από την ΕΛΣΤΑΤ στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης και την ένταξή του στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης.

Προσέτι, το εκκαλούν δεν επιχορηγείται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού του ούτε βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης με τον οικείο Δήμο Αγίου Νικολάου, η εποπτεία του οποίου (Δήμου) επί των ζητημάτων διοίκησης και λειτουργίας του δεν υπερβαίνει τη συνήθη εποπτεία επί των Ν.Π.Ι.Δ.

Συνεπώς, το εκκαλούν - εναγόμενο δεν έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρείας ούτως ώστε να συνιστά δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρείται και, συνακόλουθα, οι αποδοχές των εργαζομένων σ' αυτό δεν υπόκεινται στις μειώσεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010, αλλά μόνο σ' εκείνες του ν. 4024/2011, που ισχύουν από την 1-11-2011 και εφεξής, προβλέπουν δε άμεση περικοπή έως και του 25% των αποδοχών τους και κατανομή της τυχόν επιπλέον μείωσης σε ισόποσες μεταξύ τους δόσεις την 1-11-2012 και την 1-11-2013.

Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με τις ένδικες αγωγές τους, ζητούσαν τη διαφορά των αποδοχών τους, η οποία επήλθε λόγω των περικοπών των γενομένων δυνάμει του Ν. 3833/2010 και του Ν. 3845/2010 και όχι τις περικοπές δυνάμει των νόμων 4024/2011 και 4093/2012. Σημειώνεται δε ότι, κατά την άποψη που το παρόν Δικαστήριο προκρίνει ως ορθή, δεν δύναται ο χρησιμοποιούμενος στις διατάξεις του ν. 3833/2010 και του ν. 3845/2010 όρος "προσωπικό νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος, σε ν.π.δ.δ.

ή σε ΟΤΑ" να ερμηνευτεί υπό το πρίσμα των μεταγενέστερων νομοθετικών διατάξεων του ν. 4024/2011 και 4093/2012, στις οποίες έχει προστεθεί από τον νομοθέτη ο ειδικότερος προσδιορισμός "κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημοσίου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής του", διότι τα κριτήρια αυτά δεν είχαν τεθεί στους ν. 3833/2010 και 3845/2010 και μια τέτοια διασταλτική ερμηνεία προσδίδει ανεπίτρεπτα αναδρομική ισχύ σε διατάξεις που συνιστούν επέμβαση στον πυρήνα της εργασιακής σχέσης, επιφέροντας μονομερώς ουσιώδη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, δίχως αντίστοιχη μείωση της παροχής εργασίας, χωρίς να υφίσταται ρητή νομοθετική διάταξη που να εκφράζει τη σχετική βούληση του νομοθέτη.

Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της υπό κρισιολόγηση εφέσεως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του με όμοια αιτιολογία έκρινε ως νόμιμες και ουσιαστικά βάσιμες τις ως άνω συνεκδικαζόμενες αγωγές και επιδίκασε στους ενάγοντες τα αιτούμενα ποσά, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς του εναγομένου, που προβλήθηκαν και πρωτοδίκως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε, ως αβασίμως αιτιάται το εκκαλούν." Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, η μείωση που επέβαλε το αναιρεσείον στις αποδοχές των αναιρεσιβλήτων, εφαρμόζοντας τις επίμαχες διατάξεις, είναι νόμιμη.

Η δε προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 187/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία έκρινε το αντίθετο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές, ως νόμω και ουσία βάσιμες, αμφότερες οι ένδικες αγωγές ως προς την κύρια βάση τους, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010), 2 παρ. 2 ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4, 5 και 6 ν. 3845/2010, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε.

Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην ως άνω απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων και, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. Με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 353/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση της ως άνω απόφασης, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν έφεσης του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το σκέλος με το οποίο έγιναν δεκτές από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αμφότερες οι αγωγές ως προς την κύρια βάση τους, το δε εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψη αυτών.

Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν, κατά την έρευνα του μόνου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι αμφότερες οι αγωγές είναι μη νόμιμες ως προς την κύρια βάση τους. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικαστεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 8-2-2019 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 115/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου α) κατά το μέρος που δέχθηκε αμφότερες τις από 8-12-2017 αγωγές των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως νόμιμες και κατ' ουσίαν βάσιμες και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, που αντιστοιχούν στις περικοπές των ακαθάριστων τακτικών αποδοχών τους, των δώρων και των επιδομάτων αδείας για τα έτη 2011 και 2012, στις οποίες προέβη το εναγόμενο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, και β) ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με το ως άνω κεφάλαιο διάταξη περί δικαστικών εξόδων, γενομένων δεκτών των πρώτου και δευτέρου λόγων έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων όσον αφορά την κύρια βάση των αγωγών, ακολούθως δε να απορριφθούν αμφότερες οι αγωγές των εναγόντων κατά την κύρια βάση τους ως μη νόμιμες.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, χωρίς τη μείωση του αρθ. 22 ν.3693/1957, αφού οι ΔΕΥΑ δεν αποτελούν ΟΤΑ αλλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού τα οποία λειτουργούν με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διαθέτουν ίδια έσοδα και δική τους αυτόνομη ταμειακή υπηρεσία και το δικό τους ταμειακό συμφέρον δεν ταυτίζεται με αυτό του Δημοσίου ή των ΟΤΑ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, δεν έχει όμως δικαίωμα να αξιώσει ο αναιρεσείων με την αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, καθώς και της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, διότι, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, επιτρέπεται η απόδοση μόνο εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε με την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση, συνεπώς όχι και των εξόδων της αναγκαστικής ή της εκούσιας εκτέλεσης, που οφείλονται με βάση το νόμο (ΑΠ 177/2019, ΑΠ 666/2017, ΑΠ 1838/2011, ΑΠ 1298/2010, ΑΠ 8/2008).

Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (ΟλΑΠ 22/2006, ΑΠ 1406/2009, ΑΠ 143/2008, ΑΠ 648/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 19-9-2022, δηλαδή την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που τους κατέβαλε και τα οποία αντιστοιχούν στο κεφάλαιο και τους επ' αυτού τόκους που επιδικάστηκαν με την πρωτόδικη απόφαση, καθώς και στα τέλη απογράφου.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, η αίτηση επαναφοράς έχει ασκηθεί παραδεκτά και είναι νόμιμη, πλην του αιτήματος απόδοσης των ποσών που αντιστοιχούν στα τέλη απογράφου, το οποίο είναι μη νόμιμο. Περαιτέρω, η αίτηση προαποδεικνύεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από το αιτούν - αναιρεσείον έγγραφα, ήτοι:

α) τα υπ' αριθ. … και ... δύο χρηματικά εντάλματα πληρωμής του αιτούντος, β) την από ... επιταγή προς πληρωμή, γ) το από ... κατασχετήριο των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος στα χέρια της Τράπεζας EUROBANK ως τρίτης, δ) την υπ' αριθ. ... θετική δήλωση της Τράπεζας EUROBANK στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ε) την από ...

επιστολή της Τράπεζας EUROBANK προς το αναιρεσείον περί απόδοσης στους επισπεύδοντες την κατάσχεση - αναιρεσίβλητους του συνολικού ποσού των 384.738,14 ευρώ και στ) το extrait του τηρούμενου στην Τράπεζα EUROBANK λογαριασμού του αναιρεσείοντος, από το οποίο προκύπτει η εκταμίευση του ποσού των 384.738,14 ευρώ δυνάμει της ανωτέρω υπ' αριθ. ...

θετικής δήλωση της Τράπεζας στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, από τα οποία (υπό στοιχ. α' έως στ' έγγραφα) προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν εισπράξει το επιδικασθέν κατ' έφεση για έκαστο εξ αυτών ποσό.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης κατάσταση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στο αναιρεσείον το εισπραχθέν από έκαστο εξ αυτών ποσό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τη δήλωση για συνέχιση της δίκης, που διακόπηκε βιαίως με τη γνωστοποίηση του θανάτου του δεκάτου πέμπτου αναιρεσιβλήτου Ε. Μ. του Φ. και του εικοστού δευτέρου αναιρεσιβλήτου Γ. Π. του Μ., από τους αναφερόμενους στο σκεπτικό καθολικούς διαδόχους τους.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 187/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται κατ' ουσίαν την από 8-2-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 20/2019) έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Αγίου Νικολάου" (Δ.Ε.Υ.Α.Α.Ν.) κατά της υπ' αριθ. 115/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 115/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου α) κατά το μέρος που δέχθηκε αμφότερες τις από 8-12-2017 αγωγές ως προς την κύρια βάση τους και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, που αντιστοιχούν στις περικοπές των ακαθάριστων τακτικών αποδοχών τους, των δώρων και των επιδομάτων αδείας για τα έτη 2011 και 2012, και β) ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.

Απορρίπτει αμφότερες τις από 8-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 87/2017 και 88/2017, αντίστοιχα, αγωγές κατά την κύρια βάση τους.

Δέχεται την από 19-9-2022 αίτηση επαναφοράς.

Υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στο αναιρεσείον το εισπραχθέν από έκαστο τούτων ποσό βάσει της υπ' αριθ. 115/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου. Επιβάλλει σε βάρος των εναγόντων - εφεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εκκαλούντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, και σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ