Legislator Case Law & Legislation
729/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract termination due to abuse of right and evidence distortion.

Case Number 729/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's decision terminating an indefinite-term labor contract. The appellant argued the termination was abusive and based on distorted financial data and irrelevant witness testimony. The court found the lower court misinterpreted profit figures as losses and failed to properly evaluate evidence regarding the employer's motive, thus ruling the appeal admissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669(2) of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code; Articles 174 and 180 of the Civil Code; Article 559(19), (11γ), and (20) of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure: Termination of an indefinite-term labor contract is a unilateral, motiveless act, but it is prohibited if exercised abusively, such as out of revenge, and the lower court must not distort evidence or misinterpret financial data when assessing the validity of such termination.

Keywords

AI generated
abuse of right labor contract termination distorted evidence misinterpreted financial data revenge motive indefinite term contract abusive termination

Cited Legislation

AI generated
Article 669(2) of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Articles 174 and 180 of the Civil Code
Article 559(19), (11γ), and (20) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 729 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 729/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μήλλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλη Αλαβάνου- Τσαπαλίρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .../2011. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 641/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5490/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.

Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την οικονομική δυσπραγία της επιχείρησης, την οποία, ως περιστατικό αρνητικό τού περί καταχρήσεως ισχυρισμού του εργαζόμενου, μπορεί να προβάλει ο εργοδότης. Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική.

Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).

2. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε την 1-9-2005 μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, η τελευταία προσέλαβε τον ενάγοντα ως εσωτερικό ελεγκτή και βοηθό λογιστή.

Ότι ο ενάγων άσκησε τα καθήκοντα αυτά από 16-12-2005 έως 22-3-2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση και κατέβαλε στον ενάγοντα την προσήκουσα αποζημίωση απολύσεως, ύψους 4.416,37 ευρώ. Ότι την προηγούμενη ημέρα (21-3-2011) είχε προηγηθεί κάποια παρεξήγηση μεταξύ του ενάγοντος και του Α. Π., υιού και ανεψιού, αντίστοιχα, των μεγαλομετόχων της εναγόμενης, Α.

Κ. - Π., αντιπροέδρου του ΔΣ και Γ. Κ., προέδρου του ΔΣ και διευθύνοντος συμβούλου της εναγόμενης. Ότι, συγκεκριμένα, περί ώρα 17:25 της ημέρας εκείνης, ήτοι πέντε λεπτά πριν από τη λήξη του ωραρίου του ενάγοντος, ο Α. Π. έδωσε εντολή σ’ αυτόν να απαντήσει σε μια επιστολή του ΣΔΟΕ. Ότι ο ενάγων ετοίμασε την επιστολή και την άφησε πάνω στο γραφείο του Γ.

Κ., διότι χρειαζόταν την υπογραφή του. Ότι ο Α. Π. ενοχλήθηκε από το ότι ο ενάγων δεν παρέδωσε την επιστολή στον ίδιο, που του είχε δώσει την εντολή να τη συντάξει, διαμαρτυρήθηκε και σε έντονο ύφος είπε στον ενάγοντα "εξαφανίσου, μην πατήσεις το πόδι σου αύριο στην εταιρία, απολύεσαι". Ότι το περιστατικό αυτό έγινε μπροστά στους υπαλλήλους Ε.

Θ. και Κ. Θ. και επιβεβαιώνεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Β. Τ., στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, που έγινε την αμέσως επόμενη μέρα (22-3-2011) του ως άνω συμβάντος, αποφασίσθηκε από τον πρόεδρο του ΔΣ και νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης, Γ.

Κ., προς ικανοποίηση της εμπάθειας, εχθρότητας και προσωπικής αντιπάθειας του ανεψιού του, Α. Π..

3. Περαιτέρω, για να απαντήσει το Μονομελές Εφετείο στον αρνητικό ισχυρισμό της εναγομένης, σύμφωνα με τον οποίο η εκ μέρους αυτής καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα στο ότι η εταιρία κατά τη χρήση 2010 παρουσίασε σημαντικές ζημίες, στο ότι η κακή οικονομική πορεία δεν βελτιώθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο 2011 και ότι γι’ αυτό το λόγο αποφάσισε την περικοπή του προσωπικού της, στην οποία μεταξύ άλλων υπαλλήλων συμπεριλήφθη και ο ενάγων, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη:

Ότι η εναγόμενη παρουσίασε (όσα ακολουθούν παρατίθενται κατ’ αντιγραφή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης) "στη χρήση 2010 λειτουργικές δραστηριότητες - ζημίες προ φόρων 732.714,76 ευρώ έναντι 1.153.007,52 ευρώ στη χρήση 2009 και σύνολο εισροών/εκροών από λειτουργικές δραστηριότητες (α) εκροές 419.157,31 ευρώ έναντι εισροών 679.763,93 ευρώ, μακροπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις 868.147,45 ευρώ έναντι 927.235,73 ευρώ στη χρήση 2009, βραχυπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις 59,088,26 και ίδιο ποσό στην χρήση 2009, λοιπές βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις 581.281,47 ευρώ έναντι 990.534,37 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο υποχρεώσεων (β) 1.581,814,70 ευρώ έναντι 2.060.421,41 ευρώ στη χρήση 2009, κύκλος εργασιών 982.336,3 ευρώ έναντι 1.668.331,13 ευρώ στη χρήση 2010, κέρδη προ φόρων 155.312,12 ευρώ έναντι 718.820,98 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο ιδίων κεφαλαίων λήξης χρήσεως 3.246,750,69 ευρώ έναντι 4.498.604,29 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο εισροών/εκροών από επενδυτικές δραστηριότητές (β) εισροές 1.963,27 ευρώ έναντι εκροών 1.780.096,39 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο εισροών/εκροών από χρηματοδοτικές δραστηριότητες (γ) εκροές 873.682,31 ευρώ έναντι εισροών 486.324 ευρώ στη χρήση 2009 και καθαρή αύξηση/μείωση στα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα χρήσης (α) + (β) + (γ), μείωση 873.682,31 ευρώ έναντι μείωσης 614.008,46 ευρώ στη χρήση 2009" (για όλα τα ως άνω, εντός εισαγωγικών στοιχεία, το Μονομελές Εφετείο παραπέμπει στον ισολογισμό της χρήσης 2010).

Μετά την παράθεση των εν λόγω οικονομικών στοιχείων, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι ο αρνητικός ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος οφειλόταν σε οικονομικοτεχνικούς λόγους είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι αφ’ ενός η επιβάρυνση της εταιρίας με τη μισθοδοσία του δεν ήταν τέτοια, που θα μπορούσε να επηρεάσει τα οικονομικά αποτελέσματά της και αφ’ ετέρου οι αποχωρήσεις κάποιων άλλων εργαζομένων κατά το έτος 2011 δεν συνδέονται αιτιωδώς με την ανάγκη μείωσης του προσωπικού της συνεπεία οικονομικών προβλημάτων.

4. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές (παραπάνω αρ.2 και 3), το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος υπήρξε άκυρη, ως γενομένη με κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης και ότι αυτή, που μετά την άκυρη καταγγελία έπαυσε να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες εκείνου, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίες εργοδότη και οφείλει στον ενάγοντα τις νόμιμες αποδοχές.

Γι’ αυτό και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της εναγομένης και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικείου, που με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία είχε καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την κατάφαση του ισχυρισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας.

Διότι, ενώ δέχεται ότι η ενέργειά της υπαγορεύτηκε από διάθεση εκδικήσεως του Α. Π. προς τον ενάγοντα, δεν διευκρινίζει πώς διαμορφώθηκε η διάθεση αυτή (εν όψει του ότι το αναφερόμενο περιστατικό θεωρείται επουσιώδες για να τη δημιουργήσει από μόνο του) και πώς επηρέασε τη βούληση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Γ.

Κ., ώστε να καταγγείλει αμέσως την ένδικη σύμβαση. Και τούτο, σε συνδυασμό προς το ότι το Μονομελές Εφετείο, για να αποκλείσει την αλήθεια του αρνητικού ισχυρισμού της εναγομένης περί του ότι η καταγγελία οφειλόταν αποκλειστικά σε οικονομικούς λόγους, παραθέτει στοιχεία από τον ισολογισμό της εναγομένης χωρίς να αναλύει τη σημασία των σχετικών μεγεθών.

Πέραν αυτών, όμως, ενώ το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει ότι η κρίση του στηρίζεται μεταξύ άλλων και στις καταθέσεις των μαρτύρων Β. Τ. και Ε. Θ., από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης (προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα του σχετικού αναιρετικού λόγου) προκύπτει ότι ο μεν μάρτυρας Β.

Τ., που ήταν συνάδελφος του ενάγοντος και εξετάσθηκε με επιμέλεια αυτού, είχε αποχωρήσει από την εταιρία το έτος 2009 (δηλ. μια διετία πριν το επίμαχο επεισόδιο, για το οποίο κατέθεσε ως μάρτυρας το έτος 2013) και το μόνο που βεβαιώνει επί του θέματος είναι ότι "Είχε γίνει κάποιο συμβάν και την άλλη μέρα απελύθη.

Ανεψιός του βασικού μετόχου ήταν αυτός, που μετείχε στο συμβάν". Ο δε μάρτυρας Ε. Θ., που φέρεται ως αυτόπτης και εξετάσθηκε με επιμέλεια της εναγομένης, αναφέρει αντιστοίχως ότι "Το Μάρτιο του 2011 απολύθηκε. Ο Π. ζήτησε από τον Τ. να ετοιμάσει κάποιο έγγραφο, το οποίο και ετοίμασε. Το Φεβρουάριο αποφασίστηκε μείωση προσωπικού".

Η περί εκδικητικότητας, δηλαδή, παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν βρίσκει επαρκές έρεισμα στις εν λόγω καταθέσεις και γι’ αυτό δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες κατά τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν αυτές (και όχι μόνο το ιστορικό της αγωγής) λήφθηκαν υπ’ όψη από το Μονομελές Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Και έτι περαιτέρω, ενώ το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει ότι η κρίση του στηρίζεται μεταξύ άλλων σε στοιχεία του ισολογισμού της εναγόμενης, σύμφωνα με τα οποία η οικονομική της δυσπραγία δεν επιβεβαιώνεται, διότι "στη χρήση του 2010 υπήρξαν ζημιές προ φόρων ύψους 732.714,76 ευρώ έναντι 1.153.007,52 ευρώ στη χρήση του 2009", από την επισκόπηση του εν λόγω ισολογισμού (προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα του σχετικού αναιρετικού λόγου) προκύπτει ότι το δεύτερο από τα ως άνω ποσά, το αναφερόμενο στη χρήση του έτους 2009, δεν αναφέρεται σε ζημίες, όπως η παράθεσή του αφήνει να εννοηθεί, αλλά σε κέρδη.

Πράγμα που σημαίνει ότι η διαφορά μεταξύ των δύο μεγεθών από έτος σε έτος είναι ιδιαίτερα δυσμενής (από κέρδη 1.153.007,52 σε ζημίες 732.714,76 ευρώ) και το δικαστήριο, με τον τρόπο που τα κατενόησε και τα παρέθεσε, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ισολογισμού, από τον οποίο τα πήρε. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται οι ελλείψεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντιστοίχως, οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19, αρ.11γ και αρ.20 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα του τρίτου λόγου της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5490/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2017.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ