Supreme Court dismisses appeal against compensation order, upholding lower court's decision on debt recovery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a first-instance judgment ordering compensation payment. The lower court correctly applied substantive law to reject the fund's claim that the lawsuit should target the heirs instead of the sole heir. The court ruled that the right to compensation had already been definitively recognized in a prior settlement, making the current procedural objection baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 § 1, Article 19, Article 26 of Law 2882/2001; The Deposit and Loan Fund cannot avoid payment obligations by arguing that the claim should be directed against heirs when the right to compensation has already been definitively recognized in a prior settlement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 729 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 729/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Θ., 2) Σ. Σ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2014 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 272/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/3/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 25/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 272/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 28-3-2014 αίτησης των αναιρεσιβλήτων.
Κατά το άρθρο 8 § 1 εδ. α’ Ν. 2882/2001, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 § 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.&Δ.) την αποζημίωση υπέρ δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, ενώ κατά την παράγραφο 2 εδ.
α’ , το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδει στο δικαιούχο το ποσό που κατατέθηκε, αφού προσκομισθεί σε αυτό τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση "και στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το ποσό της δικαστικής δαπάνης και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων". Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, κάθε διαφορά σχετική με την απόδοση από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο δικαιούχο του ποσού που κατατέθηκε, λύεται οριστικά από το αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος νόμου (ήτοι το Μονομελές Εφετείο) με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 και επόμενων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς του άρθρου 26 του Ν. 2882/2001, α) η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση κατά την οριζόμενη από το εν λόγω άρθρο διαδικασία (παρ. 1), β) αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε (παρ. 2), γ) το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημιώσεως με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως (παρ. 6), δ) η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.
Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημιώσεως ή αναζητήσεως αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής (παρ.12).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως με βάση τα υπάρχοντα στην διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο, έναντι πάντων, για το ποιος είναι δικαιούχος εισπράξεως της αποζημιώσεως και επιπροσθέτως για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ’ αυτού κτισμάτων, τα οποία το δικαστήριο ερευνά ελεύθερα, χωρίς να περιορίζεται στο εμβαδόν και το όγκο που αναγράφονται στα στοιχεία της κτηματογραφήσεως (κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα), κατέστη δε το Μονομελές Πρωτοδικείο αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητα.
Με βάση το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση και εκείνη περί προσδιορισμού της αποζημιώσεως, υποχρεούται το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων να αποδώσει στον αναγνωρισθέντα το προκύπτον από αυτές ποσό αποζημιώσεως. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το δικαίωμα κυριότητας του αληθινού κυρίου επί του απαλλοτριωθέντος, μετά την έκδοση της απόφασης της αναγνώρισης δικαιούχων, δεν προστατεύεται πλέον με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά η σχετική αξίωσή του τρέπεται σε ενοχική επί της αποζημίωσης που παρακατατέθηκε ή εισπράχθηκε κατ’ εκείνου υπέρ του οποίου κατατέθηκε στο ΤΠΔ το ποσό αυτής ή κατ’ εκείνου που την εισέπραξε.
Εξάλλου, το άρθρο 214Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 19 του νόμου 3994/2011 όριζε ότι: "Αγωγές που έχουν ως αντικείμενο τους διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, για τις οποίες επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, δεν μπορεί να συζητηθούν αν δεν προηγηθεί απόπειρα εξώδικης επίλυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1)... "Κατά τη συνάντηση οι διάδικοι με τους δικηγόρους τους ή εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, επικουρούμενοι, εφόσον το επιθυμούν, και από τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής, εξετάζουν ολόκληρη τη διαφορά καθώς και την τυχόν ανταγωγή του εναγομένου, χωρίς να δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Χρησιμοποιούν όλα τα πρόσφορα μέσα για να εξακριβωθούν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, καθώς και τις συνέπειες που δέχονται ή αμφισβητούν, ώστε να επιτύχουν αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει..." (παρ. 4).... "Αν οι διάδικοι καταλήξουν σε ολική ή μερική λύση της διαφοράς, συντάσσεται ατελώς πρακτικό στο οποίο αναγράφεται το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το ποσό της οφειλόμενης παροχής και οι τυχόν όροι υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί.
Η συμφωνία περιορίζεται στα όρια της ένδικης διαφοράς. Καθορίζονται επίσης και επιβάλλονται τα έξοδα κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. Το πρακτικό χρονολογείται και υπογράφεται από τους διαδίκους ή από τους δικηγόρους τους, αν έχουν την κατά το άρθρο 98 ειδική πληρεξουσιότητα, σε τόσα αντίτυπα όσοι οι αντιδικούντες διάδικοι ή ομάδες διαδίκων" (παρ. 5)... "Κάθε διάδικος μπορεί, προσκομίζοντας το πρακτικό σε πρωτότυπο, να ζητήσει από τον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή, την επικύρωσή του.
Ο πρόεδρος αφού διαπιστώσει: α) ότι η διαφορά είναι δεκτική συμβιβαστικής επίλυσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, β) ότι το πρακτικό έχει υπογραφεί σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου και γ) ότι από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το τυχόν ποσόν της οφειλόμενης παροχής, επικυρώνει το πρακτικό.
Αν η διαφορά περιλαμβάνει και καταψήφιση, το πρακτικό από την επικύρωση του αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ο πρόεδρος το περιάπτει ταυτόχρονα με τον εκτελεστήριο τύπο. Αν η διαφορά έχει χαρακτήρα απλώς αναγνωριστικό, το πρακτικό αποδεικνύει το δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση με την επικύρωση του πρακτικού επέρχεται κατάργηση της δίκης.
Αν η επικυρούμενη συμφωνία καλύπτει μέρος της διαφοράς, η κατάργηση της δίκης επέρχεται μόνο κατά τούτο" (παρ. 6).... "Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας ή για ακύρωση της δήλωσης βούλησης που περιέχεται στο κατά την παράγραφο 5 πρακτικό ασκείται ενώπιον του Εφετείου στην περιφέρεια του οποίου συντάχθηκε το πρακτικό, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της κατά την παράγραφο 6 επικυρωτικής πράξης του προέδρου.
Αν η συμφωνία ακυρωθεί, η εκκρεμοδικία λογίζεται ότι δεν καταργήθηκε ποτέ. Σε περίπτωση μερικής ακύρωσης, η εκκρεμοδικία αναβιώνει μόνο κατά τούτο. Νέα απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς δεν απαιτείται. Η διάταξη του άρθρου 184 ΑΚ εφαρμόζεται αναλόγως" (παρ. 11).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ’ ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα προς τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ’ ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου (Ολομ ΑΠ 30/1995).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Μέσω του λόγου αυτού, εξάλλου, ελέγχεται η παράβαση των διατάξεων που αναφέρονται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντος του διαδίκου (Ολομ ΑΠ 25/2008) και όχι μέσω του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγου.
Στην ένδικη αίτηση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της (ΚΠολΔ 561 § 2), οι αναιρεσίβλητες ιστορούσαν, ότι με την υπ’ αριθμ. 776/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (διαδικασία απαλλοτριώσεων) αναγνωρίστηκε η Α. χήρα Α. Φ. ως δικαιούχος της αποζημίωσης που είχε καθοριστεί οριστικά με την 7352/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κατατέθηκε η αποζημίωση αυτή, από το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για ακίνητο που είχε κηρυχθεί αναγκαστικά απαλλοτριωτέο, του οποίου όμως αληθείς κυρίες ήταν οι ίδιες, ότι κατά της Ε.
θυγ. Δ. και Α. Φ., μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ανωτέρω αναγνωρισθείσας δικαιούχου άσκησαν την από 14.6.2011 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την τακτική διαδικασία, και αίτημα να αναγνωριστεί ότι οι ίδιες, οι οποίες είχαν καταστεί συγκυρίες του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, με τους αναφερόμενους τρόπους, δικαιούνται να εισπράξουν την αποζημίωση για την οποία είχε αναγνωριστεί ως δικαιούχος η αποβιώσασα μητέρα της, ότι επί της αγωγής αυτής και πριν τη συζήτησή της, καταρτίστηκε το από 23.6.2011 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 56/2011 πράξη του Προέδρου του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με το οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν ως προς τη βασιμότητα των ανωτέρω θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών και του αιτήματος αυτής, ότι, στη συνέχεια, οι αιτούσες, με την από 19-9-2011 αίτησή τους προς το αναιρεσείον, ζήτησαν να αποδοθεί σε αυτές η αποζημίωση που είχε παρακατατεθεί από το υπόχρεο στην καταβολή της Ελληνικό Δημόσιο με τη σύσταση του υπ’ αριθμ. ...29.01.2008 γραμματίου παρακαταθήκης στο όνομα της εσφαλμένως αναγνωρισθείσας ως δικαιούχου, ύψους 49.181,58 € για την καθεμία και ότι αυτό αρνείται να το πράξει.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να τους αποδώσει το ανωτέρω ποσό της παρακαταθήκης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 11.1.2012, επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. .../10.1.2012 έγγραφο του γραφείου του νομικού συμβούλου του καθού περί ανάκλησης του Γραμματίου Σύστασης Παρακαταθήκης (ΓΣΠ) και έκδοσης νέου υπέρ των ιδίων, άλλως από την επίδοση της αίτησης μέχρι την εξόφληση.
Ενόψει αυτών, το Μονομελές Εφετείο, ορθά εφαρμόζοντας τις προαναφερθείσες διατάξεις, δέχθηκε αφ’ ενός μεν ότι είχε αρμοδιότητα να εκδικάσει την αίτηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΚΠολΔ 686 επ.), αφ’ ετέρου δε ότι οι αναιρεσίβλητες ενομιμοποιούντο στην άσκησή της. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 1 και 5 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ): "Λόγω ρυμοτομίας και ειδικότερα για την εφαρμογή των από 7.8.1969 και 27.9.1978 διαταγμάτων ρυμοτομίας, με τα οποία εγκρίθηκε και τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής "..." του Δήμου ...
Αττικής και εκδόθηκε η Δ12/0/32442/6.4.2001 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 283/Δ’ /14.04.2001, με την οποία η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε κατεπείγουσα, κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα, μεταξύ άλλων, και η ιδιοκτησία με αριθμό ...2001 κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που συντάχθηκαν από τον Μηχανικό Χ.
Λ. και θεωρήθηκαν αρμοδίως, επιφάνειας 1.633,70 τ.μ. με τα επικείμενά της (φυστικιές). Με την από 21.12.2001 αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η Σ. χήρα Θ. Σ. (μητέρα των αιτουσών) και η αδελφή της Α. χήρα Δ. Φ. ζήτησαν να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης που είχε καθοριστεί προσωρινά με την 2181/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 776/2002 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση έγινε δεκτή και αναγνωρίστηκαν οι ανωτέρω ως δικαιούχοι της αποζημίωσης που είχε καθοριστεί με την ως άνω προαναφερόμενη απόφαση ή εκείνης που θα καθοριζόταν οριστικά, κατά το ήμισυ η καθεμιά, λόγω της ιδιότητός τους ως συγκυριών, μεριδίου 1/2 εξ’ αδιαιρέτου εκάστη, του απαλλοτριούμενου ακινήτου, λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής από τον πατέρα τους Σ.
Α. του Δ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1952, δυνάμει της ...1951 δημόσιας διαθήκης που συντάχθηκε από τον Συμβολαιογράφο Σ. Ε., την κληρονομιά του οποίου αποδέχτηκαν με την ...1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου ... Δ. Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ....
Με βάση την απόφαση αυτή εισέπραξαν, με τα ...10.5.2002 και ...21.6.2002 αντίστοιχα χρηματικά εντάλματα, το συνολικό ποσό των 790.576,80 €, δηλαδή 395.288,40 ευρώ η καθεμιά. Στη συνέχεια, στις 11.4.2002, απεβίωσε η Α. χήρα Δ. Φ., δεύτερη ως άνω αναγνωρισθείσα δικαιούχος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, όπως προκύπτει από το ...16.2.2011 πιστοποιητικό του τμήματος διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών και κατέλειπε μοναδική εγγύτερη συγγενή της το τέκνο της Ε.
Φ., σύζυγο Δ. Ρ., σύμφωνα με το από .../23.12.2011 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου .... Η τελευταία δεν αποποιήθηκε την κληρονομιά, όπως προκύπτει από το ...2014 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ... και το αντίστοιχο ...2014 της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ για το κληρονομικό δικαίωμα της δεν έχει εγερθεί καμία αμφισβήτηση, σύμφωνα με το .../2014 πιστοποιητικό της γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ακολούθως, σύμφωνα με την 7352/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (η οποία δεν προσκομίζεται πλην όμως ομολογείται κατά περιεχόμενο από αμφότερους τους διαδίκους), με την οποία κατόπιν αίτησης των αιτουσών και της μητέρας τους, καθορίστηκε οριστικά η οφειλόμενη αποζημίωση στο ποσό των 1,633,70 €/τμ., εκδόθηκε το ...2008 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, το οποίο αφορούσε στο σύνολο της παρακατατεθείσας αποζημίωσης υπέρ των δικαιούχων (ΦΕΚ 112/27.3.2008 τεύχος Αναγκ.
Απαλ/ων και Πολ/κών θεμάτων), κατ’ άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΑΑΑ. Η μητέρα των αιτουσών εισέπραξε το ποσό που αντιστοιχούσε στο μερίδιο της, δηλαδή 98.364,15 €, δυνάμει του .../11.2.2009 χρηματικού εντάλματος, όχι όμως και η έτερη αναγνωρισθείσα ως δικαιούχος, Α. χήρα Δ. Φ., η οποία είχε αποβιώσει το έτος 2002, οπότε εκδόθηκε υπέρ αυτής το .../11.2.2009 ατομικό γραμμάτιο παρακαταθήκης, ποσού 98.364,16 ευρώ, ενώ δύο περίπου μήνες μετά, στις 29.04.2009, απεβίωσε και η μητέρα των αιτουσών.
Οι αιτούσες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14.6.2011 αγωγή τους (αριθ. εκθ. κατ. .../6189/17.6.2011), στρεφόμενες κατά της Ε. Φ., μοναδικής κατά τα ανωτέρω κληρονόμου της αποβιώσασας ετέρας αναγνωρισθείσας δικαιούχου, και ισχυρίστηκαν ότι οι ίδιες είναι πραγματικές συγκυρίες, κατά ποσοστό 1/2 εξ’ αδιαιρέτου, του κληρονομικού μεριδίου της στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, δηλαδή του ημίσεως εξ’ αδιαιρέτου αυτού, λόγω άτυπης αγοράς του το έτος 1978 από την μητέρα της Α.
χήρα Δ. Φ. και άσκηση των αναφερόμενων πράξεων φυσικής εξουσίασης επ’ αυτού για μια 20ετία και ότι, επομένως, η αποβιώσασα μητέρα της εσφαλμένα αναγνωρίστηκε ως δικαιούχος της οφειλόμενης και ως προς αυτό αποζημίωσης. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι οι ίδιες, ως πραγματικές συγκυρίες του ημίσεως εξ’ αδιαιρέτου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δικαιούνται να εισπράξουν την αποζημίωση που προσδιορίστηκε οριστικά και αντιστοιχεί στο μερίδιο τους, η οποία είχε παρακατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Στο πλαίσιο της, υποχρεωτικής κατά τον ανωτέρω χρόνο, απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, αμφότερες οι διάδικοι μετέβησαν αυτοπροσώπως στις 26.3.2011 στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, μαζί με τους Πληρεξούσιους Δικηγόρου τους, Γ. Γ. οι ενάγουσες-ήδη αιτούσες και Γ. Λ. οι τότε εναγόμενες, όπου υπεγράφη από άπαντες το από 23.6.2011 πρακτικό, με το οποίο συμφωνήθηκε από τους διαδίκους η βασιμότητα των ανωτέρω θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών περιστατικών και του αναγνωριστικού αιτήματος της και λύθηκε συμβιβαστικά η διαφορά.
Το εν λόγω πρακτικό κατατέθηκε στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου με αριθμό .../2011, επικυρώθηκε από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών του ίδιου Δικαστηρίου με την ...7.2011 πράξη του και επιδόθηκε στην εναγομένη (βλ. ...22.7.2011 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Μ.). Κατά του κύρους του δεν ασκήθηκε αγωγή, όπως προκύπτει από το ...13.9.2011 πιστοποιητικό της γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου.
Επομένως αυτό επέφερε τα έννομα αποτελέσματά του, δηλαδή κατάργηση της δίκης και απόδειξη του δικαιώματος που αναγνωρίστηκε από την εναγομένη, ότι δηλαδή ότι οι ενάγουσες-αιτούσες, ως πραγματικές συγκυρίες εξ’ αδιαιρέτου, κατά το 1/2 εξ’ αδιαιρέτου η καθεμιά, του ημίσεως εξ’ αδιαιρέτου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δικαιούνται να εισπράξουν το ποσό που αντιστοιχεί στο εν λόγω μερίδιο τους.
Αμέσως μετά αυτές υπέβαλαν προς το καθού την από 19.11.2011 αίτηση τους, με την οποία, ανακαλώντας την προηγούμενη όμοια (...29.03.2011), με την οποία είχαν ζητήσει τα ίδια ως κληρονόμοι της μητέρας τους, ζήτησαν την απόδοση στις ίδιες του ποσού της αποζημίωσης που αφορά στο ήμισυ εξ’ αδιαιρέτου της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, επικαλούμενες αυτή τη φορά το ανωτέρω πρακτικό, το οποίο έχει, κατά τα αναφερόμενα στην τρίτη νομική σκέψη, ισχύ τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης του διαλαμβανόμενου σε αυτό δικαιώματος τους.
Το καθού όμως αρνείται την απόδοσή του, παρά την σχετική αντίθετη γνώμη του νομικού συμβούλου του Ν.Σ.Κ., προς τον οποίο απηύθυνε σχετικό ερώτημα με το ...23.12.2011 έγγραφο του. Ειδικότερα αυτός αναφέρει στο .../10.1.2012 απαντητικό έγγραφο του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Σε συνέχεια του υπ’ αρ. πρωτ. ...23.12.2011 εγγράφου σας, με το οποίο μας θέτετε το ερώτημα με ποια δικαιολογητικά είναι δυνατό να εξοφληθεί το υπ’ αριθ. ...
ατομικό ΓΠΣ υπέρ Φ. Α. χ. Δ., ποσού 98.363,16 €, παρακαλούμε να λάβετε υπόψη ότι το εν λόγω ΓΣΠ δέον όπως ανακληθεί από την Υπηρεσία σας και εκδοθεί εκ νέου υπέρ των (εν τέλει) δικαιούχων της σχετικής αποζημίωσης, αφού προηγουμένως, για πλήρη εξασφάλιση του ΤΠΔ, ζητηθεί όπως προσκομιστούν τα νομιμοποιητικά έγγραφα για την ως άνω δικαιούχο/κληρονομουμένη (ανάλογα με το αν πρόκειται για εξ’ αδιαθέτου διαδοχή ή από διαθήκη) χωρίς να απαιτείται εν προκειμένω η έκδοση κληρονομητηρίου, παρόλο το ύψος του σχετικού ποσού, καθώς και υπεύθυνη δήλωση της/των κληρονόμων της ως άνω για παραίτησή τους από το σχετικό ΓΣΠ".
Ο ισχυρισμός του καθού στο ακροατήριο, με προφορική δήλωση της Πληρεξούσιας Δικηγόρου του που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να στρέφεται κατά των κληρονόμων της αναγνωρισθείσας δικαιούχου, με την τακτική διαδικασία, για την αναγνώριση της ενοχικής αξίωσης των αιτουσών επί της παρακατατεθείσας αποζημίωσης, παραβλέπει το γεγονός ότι τέτοια αγωγή, για το εν λόγω ενοχικό δικαίωμα των αιτουσών, κατά της μοναδικής εξ’ αδιαθέτου κληρονόμου της αναγνωρισθείσας δικαιούχου της αποζημίωσης, έχει ήδη ασκηθεί, όπως προαναφέρεται, και η επ’ αυτής δίκη έχει καταργηθεί με το προαναφερόμενο πρακτικό συμβιβασμού, με το οποίο το σχετικό δικαίωμα τους αναγνωρίστηκε τελεσίδικα".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο έκανε δεκτή την ένδικη αίτηση ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη. Με την κρίση του δε αυτή ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176 και 183), που θα επιβληθούν όμως μειωμένα (άρθρα 63 § 1 εδ. α’ Ν. 2214/1994, 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987), κατά οριζόμενα στα διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" προς αναίρεση της 272/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ