Legislator Case Law & Legislation
729/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and unlitigated request for expert opinion.

Case Number 729/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Lamia's decision rejecting the lower court's ruling on a property dispute. The appellants argued for inadmissibility based on vague procedural errors and an unlitigated request for an expert opinion, while the respondent contended the grounds were insufficient. The court rejected the appeal because the cited legal errors were too indefinite to review and the expert opinion request had not been formally litigated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9)(c) and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify violated substantive laws or missing facts, and if the alleged error concerns a request for an expert opinion that was not formally litigated.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds expert opinion request substantive law violation procedural error review

Cited Legislation

AI generated
Articles 335 and 338 to 341 of the Code of Civil Procedure
Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 729 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 729/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. χας Η. Μ., 2)Χ. Μ. του Η., 3)Μ. Μ. του Η., 4)Ε. Μ. του Η., 5)Μ. Μ. του Η., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Σάββα Παραστατίδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ν. συζ. Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίκας Καζιτώρη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2014 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6-7-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 169/2014 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσειόντων, κατά της 61/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτή η αγωγή διατάραξης της συννομής της ήδη αναιρεσιβλήτων από τον αναιρεσείοντα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔικ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται, δηλαδή, ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος "πλειάδα εγγράφων", κατά την ακριβή στο αναιρετήριο διατύπωση, τα οποία επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους στο δικαστήριο της ουσίας, και τα οποία συναρτώνται με την απόδειξη ισχυρισμών τους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα έγγραφα, τα οποία παρά την νόμιμη επίκλησή τους κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης, που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατική ή ανεπαρκή αιτιολογία, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή αναγκαίο στοιχείο για την επάρκειά τους λείπει.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, καθ' όσον δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή των οποίων υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, επίσης δεν αναφέρεται (στο αναιρετήριο) σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών δηλαδή ποια είναι τα επιπλέον περιστατικά, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, αλλά ούτε και ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής.

Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔικ 561 παρ.1).

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 περ.γ' ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αιτίαση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιανδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά κάθε απόφανσης σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔικ, αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Τέτοια αίτηση δεν αποτελεί το αίτημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση των αναιρεσειόντων για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στο επίδικο ακίνητο, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες τη δικαστική της αναιρεσίβλητης, μετά από νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-7-2025 αίτηση για αναίρεση της 169/2014 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλίων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ