Legislator Case Law & Legislation
729/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite specific evidence ignored by lower court.

Case Number 729/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision in a lease dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a specific request regarding construction permissions, but the court found the grounds vague and lacking specific references to the evidence presented. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to specify the exact evidence ignored by the court of first instance, or if it contradicts itself by claiming both non-consideration and misreading of the same document.

Keywords

AI generated
vague appeal grounds specific evidence citation misreading of documents contradictory arguments legal costs award lease dispute appeal procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 729 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 729/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π., του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Άγγελο Στεργιόπουλο βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Η. Γ. του Α. και 2. Δ. Λ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θάνο Αμπατζή βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 17-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 381/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 29-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σε περίπτωση άσκησης αμοιβαίων εφέσεων από τους δύο διαδίκους, από τις οποίες η μία είναι εκπρόθεσμη, η τελευταία, μπορεί να ισχύσει ως αντέφεση, εφ' όσον συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις άσκησης της αντέφεσης. Δηλαδή, θα πρέπει να αναφέρεται στα κεφάλαια της απόφασης που έχουν εκκληθεί με την έφεση του αντιδίκου ή σε αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια, δηλαδή η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια. Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες, έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτήν ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των "συνεχομένων" αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης, να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων.

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ. αρ.381/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, Ι) απορρίφθηκε ως αόριστη η από 17-11-2008 αγωγή με την οποία ο ενάγων εκμισθωτής του επίμαχου μισθίου ζητούσε την καταψήφιση των εναγομένων μισθωτών προς καταβολή του ποσού των 99.199,72 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας της μισθώσεως, λόγω πρόωρης από τους εναγομένους μισθωτές καταγγελίας της συνομολογηθείσης μίσθωσης για το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως 30-6-2014 ενός οικοπέδου προκειμένου οι τελευταίοι να το χρησιμοποιήσουν ως φυτώριο και ΙΙ) έγινε, κατά μέρος δεκτή η από 12-11-2008 αγωγή των μισθωτών του επίμαχου μισθίου με την οποία ζητούσαν την καταψήφιση του εκμισθωτή στην πληρωμή των αναφερόμενων στην αγωγή αυτή για κάθε αιτία ποσών ως αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, λόγω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου.

Ο εκμισθωτής με την ασκηθείσα εμπρόθεσμα από 10-10-2009 έφεσή του προσέλαβε την απορριπτική της αγωγής του ως αόριστης διάταξη της Πρωτοβάθμιας απόφασης καθώς και την περί ύπαρξης πραγματικού του μισθίου ελαττώματος παραδοχή της, οι δε μισθωτές με την από 29-10-2009, εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση, που ίσχυσε ως αντέφεση κατ' άρθρο 523 ΚΠολΔ, τα αγωγικά κονδύλια που απορρίφθηκαν με την πρωτοβάθμια απόφαση και αντιπροσωπεύουν οφειλόμενη σ' αυτούς αποζημίωση εξ αιτίας πραγματικού του μισθίου ελαττώματος, ήτοι κεφάλαιο, που συνέχεται, όπως κρίθηκε με την πληττόμενη απόφαση, με το προβαλλόμενο με την από 10-10-2009 έφεση.

Συνεπώς, το Εφετείο που αποφάνθηκε ως άνω και έκρινε παραδεκτή την αντέφεση κατά το ως άνω κεφάλαιο της οφειλόμενης για την προεκτεθείσα αιτία αποζημίωσης στους μισθωτές, σωστά εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 522 και 523 §1 ΚΠολΔ. και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 τον άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και πρέπει, ο από τον αριθμό 1 και αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 576 και 577 ΑΚ, οι οποίες κατά το άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995 εφαρμόζονται και στην επαγγελματική μίσθωση, στη σύμβαση μισθώσεως ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σ' όλη τη διάρκειας της μισθώσεως.

Αν κατά τη συνομολόγηση της μισθώσεως λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ή αν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της συμβάσεως, ο μισθωτής δικαιούται να ζητήσει τη μείωση ή τη μη καταβολή του μισθώματος ή αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως, έστω και αν δεν υπάρχει υλική αποβολή αυτού από το μίσθιο, εφόσον, εξ αιτίας του ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει χρήση ελεύθερη ή ανενόχλητη, κατά τους όρους της συμβάσεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται χωρίς περιεχόμενο το δικαίωμά του για χρήση του μισθίου.

Πραγματικό ελάττωμα συνιστά κάθε απόκλιση από την, κατά τη σύμβαση, προσδοκώμενη κατάσταση του μισθίου, που εμποδίζει ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη (ή τη συνηθισμένη) χρήση του. Πραγματικό συνεπώς ελάττωμα κατά την έννοια που προαναφέρεται συνιστά και η περίπτωση που παρεμποδίζεται η συμφωνημένη χρήση του μισθίου, από μέτρα που επιβάλλονται από διοικητική αρχή ή από περιορισμούς δημοσίου δικαίου.

Τα προαναφερόμενα δικαιώματα μη καταβολής του τιμήματος ή μειώσεως αυτού ή αποζημιώσεως μπορούν να ασκηθούν είτε εξώδικα είτε δικαστικά και τελούν μεταξύ τους σε σχέση διαζευκτικής συρροής και επομένως ο μισθωτής, έχει το εκλεκτικό δικαίωμα ν' ασκήσει οποιοδήποτε απ' αυτά κατ' επιλογή του, η οποία ασκείται με μονομερή, άτυπη, απευθυντέα και αμετάκλητη δήλωση που αναλώνει το δικαίωμα επιλογής.

Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ 1 εδ. α ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά υπάγονται: Τέλος κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής η αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων εφ' όσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέκτως και τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 15.5.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης ο Π. Π. εκμίσθωσε στους Η. Γ. και Δ. Λ., ένα οικόπεδο, έκτασης 900τμ. περίπου που βρίσκεται στο ..., επί της οδού ... με αριθμό 238, προκειμένου οι τελευταίοι να εγκαταστήσουν σε αυτό κοινή επιχείρηση εμπορίας φυτών (φυτώριο).

Στο στάδιο των διαπραγματεύσεων οι ανωτέρω ενάγοντες είχαν ενημερώσει τον εναγόμενο Π. Π., ότι θεωρούσαν αναγκαίο και σκόπευαν προς εξυπηρέτηση της επιχείρησής τους να περιφράξουν το μίσθιο και περαιτέρω να κατασκευάσουν και να εγκαταστήσουν σε αυτό λυόμενη εγκατάσταση θερμοκηπίου, αλλά και οποιαδήποτε άλλη λυόμενη εγκατάσταση θα έκριναν αναγκαία για τη λειτουργία της επιχείρησής τους.

Μάλιστα η δυνατότητα κατασκευής και τοποθέτησης λυομένου ήταν τόσο κεντρικό σημείο για την κατάρτιση της συμβάσεως, ώστε σε διαφορετική περίπτωση οι ενάγοντες δεν θα είχαν προχωρήσει στη σύναψη της επίδικης μίσθωσης, γεγονός που γνώριζε ήδη εξ αρχής ο ανωτέρω εκμισθωτής. Η συμφωνία των συμβαλλομένων ως προς τη δυνατότητα κατασκευής και εγκατάστασης των λυομένων κατασκευών, ως συνομολογημένης ιδιότητας του μισθίου, αποτυπώθηκε στο προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνονται και τα ακόλουθα: "Για τη διευκόλυνση των μισθωτών στη χρήση που συμφωνήθηκε παρέχεται σε αυτούς το δικαίωμα, να περιφράξουν το μίσθιο στα όρια του, να διαμορφώσουν την επιφάνειά του και να την επιστρώσουν με ψηφίδα και να τοποθετήσουν λυόμενη κατασκευή θερμοκηπίου, καθώς επίσης κάθε άλλη λυόμενη κατασκευή που κριθεί απαραίτητη για τη χρήση του μισθίου, με δικές τους αποκλειστικά δαπάνες, τηρώντας γι' αυτό την πολεοδομική νομοθεσία, να συνδέσουν ακόμη το μίσθιο με παροχές της ΔΕΗ, ΔΕΥΑΠ, ΟΤΕ, υποχρεουμένου του εκμισθωτή να παράσχει για την υλοποίηση των παραπάνω τη συνδρομή του σε οποιαδήποτε υπηρεσία απαιτηθεί αυτό, άλλως θα βαρύνεται με κάθε θετική και αποθετική ζημία των μισθωτών προερχόμενη από την άρνηση αυτή, διατηρώντας και το δικαίωμα της καταγγελίας της μίσθωσης οι μισθωτές με ευθύνη του εκμισθωτή".

Και σε άλλο σημείο ότι "Κατά την αποχώρηση των μισθωτών από το μίσθιο, δικαιούνται αυτοί να αφαιρέσουν και να παραλάβουν κάθε λυόμενη κατασκευή που θα έχουν κατασκευάσει στο μίσθιο". Μετά την κατάρτιση της μίσθωσης και την παράδοση του μισθίου οι μισθωτές ανέθεσαν στο Γ. Χ., πολιτικό μηχανικό που τους συνέστησε ο εκμισθωτής, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση των αδειών για τις εργασίες που ήθελαν να εκτελέσουν και περιλάμβαναν λυόμενη κατασκευή, εντός της οποίας σκόπευαν να στεγάσουν χώρο γραφείου και τουαλέτας, καταβάλλοντάς του για το σκοπό αυτό το ποσόν των 1.800 ευρώ.

Ακολούθως, κατόπιν υποδείξεως των ορίων του μισθίου από τον εκμισθωτή ξεκίνησαν τις εργασίες περίφραξης του ακινήτου. Ενώ είχαν ολοκληρώσει τις εργασίες περιφράξεως και είχαν προχωρήσει σε ικανό βαθμό οι εργασίες κατασκευής του λυόμενου, οι ανωτέρω μισθωτές δέχθηκαν επίσκεψη από τον αδελφό του εκμισθωτή τους.

Ο τελευταίος ισχυριζόμενος ότι αυτοί είχαν καταπατήσει μέρος του δικού του γειτονικού ακινήτου απαίτησε τη διακοπή των εργασιών, πράγμα που έγινε. Μετά από λίγες ημέρες ο εκμισθωτής εξήγησε στους μισθωτές , ότι έσφαλε κατά την υπόδειξη των ορίων και τους ζήτησε να ελευθερώσουν ένα τμήμα του ακινήτου.

Στο τμήμα όμως αυτό είχε ήδη κατασκευασθεί περίφραξη και τμήμα του λυόμενου, το οποίο, μετά ταύτα έπρεπε να καθαιρεθεί και ανακατασκευασθεί σε άλλο σημείο. Μετά από την εξέλιξη αυτή καταρτίσθηκαν στις 10-7-2008 δύο νέα συμφωνητικά μεταξύ των διαδίκων. Με το πρώτο οι διάδικοι τροποποίησαν την αρχική σύμβαση μισθώσεως ως προς την περιγραφή και το εμβαδόν του μισθίου, μετατοπίζοντας τα όρια του κατά 74 τ.μ., όση δηλ.

και η αμφισβητούμενη έκταση, μειώνοντας ταυτόχρονα το μηνιαίο μίσθωμα σε 1.300 ευρώ και διατηρώντας κατά τα λοιπά το αρχικό συμφωνητικό. Με το άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό ο εκμισθωτής αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, ότι οι μισθωτές συνεπεία της μείωσης υποχρεωθήκαν να αφαιρέσουν τη λυόμενη κατασκευή τους και να την επανακατασκευάσουν σε άλλο σημείο του μισθίου οικοπέδου, δαπανώντας για το σκοπό αυτό το συνολικό ποσόν των 6.700 ευρώ, το οποίο ανέλαβε ο ίδιος , ως υπεύθυνος της παραπάνω κατάστασης να τους καταβάλει.

Μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του λυόμενου οι μισθωτές ανέμεναν πλέον να τους παραδοθούν από τον παραπάνω μηχανικό τα σχέδια του κτίσματος και ο φάκελος της πολεοδομικής άδειας, προκειμένου να μπορέσουν να προβούν σε ηλεκτροδότηση και υδροδότηση των εγκαταστάσεών τους. Κατά το Σεπτέμβριο όμως του ιδίου έτους και ενώ είχε εξαντληθεί η υπομονή τους απευθυνθήκαν σε άλλον πολιτικό μηχανικό, τον Α.

Ρ., ο οποίος τους πληροφόρησε ότι το μίσθιο οικόπεδο ήταν τμήμα μείζονος εκτάσεως και ότι στην έκταση αυτή είχε ήδη ανεγερθεί από το έτος 1973 κτίσμα 666 τ.μ., εξαντλώντας το συντελεστή κάλυψης του οικοπέδου. Επομένως το λυόμενο που είχαν κατασκευάσει συνιστούσε αυθαίρετη κατασκευή που δεν θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί ούτε εκ των υστέρων (βλ.

από 26-9-2008 τεχνική έκθεση του ως άνω μηχανικού). Το τελευταίο, δηλαδή η αδυναμία οικοδόμησης του μισθίου αποτελούσε γεγονός που γνώριζε ο εκμισθωτής. Παρόλα αυτά, ο τελευταίος, με συμπεριφορά δόλια και αντίθετη στα χρηστά ήθη, παρέστησε στους ενάγοντες - μισθωτές, στα πλαίσια των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων, αλλά και κατά την κατάρτιση της σύμβασης, εν γνώσει του ψευδώς, ότι το μίσθιο ήταν οικοδομήσιμο, το γεγονός δε αυτό συνομολόγησε και ως ιδιότητα του μισθίου, δημιουργώντας αντίστοιχη πεπλανημένη εντύπωση στους αντισυμβαλλόμενους του, προκειμένου να πετύχει (όπως και πέτυχε) την εκμίσθωση του ακινήτου του με υψηλό μίσθωμα.

Για το λόγο αυτό υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες - μισθωτές από τη μη εκτέλεση της σύμβασης, εξ αιτίας της έλλειψης της συμφωνημένης αυτής ιδιότητας του μισθίου, η οποία συνιστά συγχρόνως και πραγματικό ελάττωμα αυτού, καθ' όσον παρεμποδίζει τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, στο οποίο, δεν μπορούν να τοποθετηθούν ούτε τα πλέον χρειώδη (κλειστός χώρος γραφείου - τουαλέτα).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο λόγω αδυναμίας εκδόσεως άδειας λυόμενης κατασκευής, παρά τα όσα συμφωνήθηκαν με το από 16.5.2008 μισθωτήριο συμφωνητικό σε σχέση με τη δυνατότητα των αναιρεσίβλητων να τοποθετήσουν στο μίσθιο οικόπεδο λυόμενη κατασκευή θερμοκηπίου, καθ' όσον αποτελούσε τμήμα μείζονος εκτάσεως στην οποία ήδη από το έτος 1973 είχε ανεγερθεί κτίσμα 666 τ.μ, εξαντλώντας το συντελεστή κάλυψης του οικοπέδου καθώς και αναφορικά με τη δόλια απόκρυψη του πραγματικού αυτού ελαττώματος στα πλαίσια των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων αλλά και κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως.

Ο λόγος επομένως, της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή πλημμέλεια της παραβιάσεως ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων αυτών, διότι η οικοπεδική ως άνω έκταση μισθώθηκε στους αναιρεσίβλητους προκειμένου να εγκαταστήσουν σ' αυτή κοινή επιχείρηση εμπορίας φυτών (φυτώριο), πλην αυτοί κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, προέβησαν στην κατασκευή κτιριακών εγκαταστάσεων ανθοπωλείου, και δεν στερείται κατά συνέπεια συνομολογηθείσης ιδιότητας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά τα λοιπά δε και κατά το μέρος που υπό την επίκληση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απαράδεκτος (αρθρ.561§1 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στου οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΚ 173, 200). Ο κανόνας παραβιάζεται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. Εξ άλλου, η παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προϋποθέτει δικαιοπραξία ή σύμβαση, της οποίας παραλείφθηκε η ερμηνεία, καίτοι διαπιστώθηκε ανελέγκτως, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων είτε ερμηνεύτηκε κακώς. Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν παραλείπει ν' αναφέρει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση με το σχετικό της αιτήσεως αναιρέσεως λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της ύπαρξης πραγματικού στο μίσθιο ελαττώματος λόγω αδυναμίας εκδόσεως οικοδομικής άδειας για λυόμενη κατασκευή, καίτοι έμμεσα διέγνωσε την ύπαρξη κενού στη δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων στην ένδικη μίσθωση ως προς το ζήτημα περί του αν μισθώθηκε το επίδικο οικόπεδο για τη λειτουργία ή μή φυτωρίου, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών τους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθ' όσον, από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης που δέχθηκε ότι "με το από 16.5.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης ο Π. Π., εκμίσθωσε στους Η. Γ. και Δ. Λ. ένα οικόπεδο έκτασης 900 τμ ... προκειμένου οι τελευταίοι να εγκαταστήσουν σε αυτό κοινή επιχείρηση εμπορίας φυτών (φυτώριο)" ότι "στο στάδιο των διαπραγματεύσεων οι ανωτέρω ενάγοντες είχαν ενημερώσει τον εναγόμενο Π.

Π., ότι θεωρούσαν αναγκαίο και σκόπευαν προς ενημέρωση της επιχείρησής τους να περιφράξουν το μίσθιο και περαιτέρω, να εγκαταστήσουν σε αυτό λυόμενη εγκατάσταση θερμοκηπίου, αλλά και οιαδήποτε άλλη εγκατάσταση θα έκριναν αναγκαία για τη λειτουργία της επιχείρησής τους", καθώς και ότι στο προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό διαλαμβάνεται περαιτέρω και ότι "για τη διευκόλυνση των μισθωτών στη χρήση που συμφωνήθηκε παρέχεται σ' αυτούς το δικαίωμα ...

να τοποθετήσουν λυόμενη κατασκευή θερμοκηπίου, καθώς και άλλη λυόμενη κατασκευή που κριθεί απαραίτητη για τη χρήση του μισθίου τηρώντας την πολεοδομική νομοθεσία", δεν προκύπτει η διαπίστωση από το Εφετείο ασάφειας ή κενού ως προς το επίμαχο ως άνω ζήτημα και ορθώς δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη διαπίστωση της αληθούς βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων.-

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο και ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Με το σχετικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την από 2.7.2008 αίτηση των αναιρεσίβλητων προς τη Δ/νση Χ.Ο.Π. του Νομού Αχαΐας με βάση την οποία χορηγήθηκε στους τελευταίους έγκριση διενέργειας εργασιών μικρής κλίμακας στο μίσθιο, και συγκεκριμένα κατασκευής μόνο ξύλινης πέργκολας. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το έγγραφο αυτό μετ' επικλήσεως προσκομίστηκε από τον αναιρεσείοντα ή και τους αναιρεσιβλήτους κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επειδή, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει, σε αποδεικτικό κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Με σχετικό της αιτήσεως αναιρέσεως λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πιο πάνω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της ύπαρξης πραγματικού στο μίσθιο ελαττώματος λόγω της αδυναμίας εκδόσεως οικοδομικής άδειας για ανέγερση λυόμενης σ' αυτό κατασκευής, εσφαλμένα ανέγνωσε το περιεχόμενο της από 2.7.2008 αίτησης των αναιρεσιβλήτων προς τη Δ/νση Χ.Ο.Π του Νομού Αχαΐας με βάση την οποία χορηγήθηκε στους τελευταίους έγκριση διενέργειας εργασιών μικρής κλίμακας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως αντιφατικού περιεχομένου με τον από τον αριθμό 11 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 559 ΚΠολΔ της μη λήψεως δηλαδή υπόψη της αίτησης αυτής από το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού ως άνω πορίσματος.

Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 28.4.2011 αίτηση αναιρέσεως, της 142/2011 απόφασης του Εφετείου Πατρών και να καταδικασθεί ο αναιρεσίων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.4.2011 αίτηση αναιρέσεως της 142/2011 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ