Legislator Case Law & Legislation
729/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court decision for violation of substantive law regarding inheritance and forged will.

Case Number 729/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellants argued that the lower court erred in law by rejecting their claim based on a forged will and the invalidity of a subsequent transfer. The Court found that the appellate court violated substantive inheritance laws by failing to recognize the appellants' rights under the invalid will, thus overturning the lower judgment and ordering a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if a rule of substantive law, including interpretative rules of juridical acts, has been violated; when such a violation is established, the decision is annulled and the case remitted for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure substantive law violation inheritance rights forged will annulment of decision remittal for retrial invalid juridical act

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 729 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 729/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. θυγ. Δ. Τ. και 2. Β. Λ. Σ., κατοίκων αμφοτέρων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πώποτα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Λ. Σ. του Β., ατομικά και ως καθολικού διαδόχου της αρχικά πρώτης εναγομένης μητέρας του Γ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. Η. - Υ. Α. του Ν. συζ. Β. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 2004 αγωγή της ήδη πρώτης των αναιρεσειόντων η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 725/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7386/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 3 Φεβρουαρίου 2010 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 7386/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 8244/25.5.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Ε., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 24-1-2011, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Λ. Σ.. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου στο οποίο μεταφέρθηκε και εγγράφηκε μετά την προαναφερθείσα αναβολή. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου Λ. Σ.υ (άρθρα 576 παρ. 2, 575 εδαφ.1 και 2, 226 παρ.3 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ).

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 983, 1710, 1813 επ., 1846 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την κατ' άρθρο 1871 του ΑΚ αγωγή περί κλήρου, στην οποία εναγόμενος μπορεί να είναι μόνο εκείνος που κατακρατεί ως κληρονόμος (pro herede) αντικείμενο της κληρονομίας (νομέας της κληρονομίας), σε περίπτωση αδικαιολόγητης κατοχής κληρονομιαίου ακινήτου χωρίς αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος ή με βάση ειδικό τίτλο αμφισβητουμένου κύρους ή ακόμη και σε περίπτωση απλής αμφισβήτησης από κάποιον του κληρονομικού δικαιώματος του κληρονόμου σε κληρονομιαίο ακίνητο, μπορεί ν' ασκηθεί από τον κληρονόμο κατ' αυτού αναγνωριστική για το κληρονομικό δικαίωμα στο συγκεκριμένο ακίνητο αγωγή.

Για την ευδοκίμηση της αγωγής αυτής, αρκεί ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει το θάνατο του κληρονομουμένου, τη συγγενική του σχέση προς αυτόν, εφόσον το κληρονομικό του δικαίωμα το στηρίζει στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο ακίνητο, το οποίο μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε κυριότητα, αλλά και σε νομή του κληρονομουμένου στο ακίνητο κατά το χρόνο του θανάτου του, η οποία περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, καθώς και την εκ μέρους του εναγομένου αδικαιολόγητη κατοχή του ακινήτου ή και απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 355/2007).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 παρ. 1 εδ. α' και 180 ΑΚ συνάγεται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη, αλλά με το χέρι άλλου προσώπου, είναι άκυρη. Την ακυρότητα δε αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, ασκώντας (κατ' άρθρο 70, 72 ΚΠολΔ) αναγνωριστική αγωγή και όχι μόνο ο κληρονόμος, διότι η αγωγή δεν είναι προσωποπαγής όπως είναι η αγωγή του άρθρου 1787 ΑΚ για ακύρωση ακυρωσίμου διαθήκης για κάποιο από τους λόγους των άρθρων 1782 - 1786 δηλ.

απειλή, δόλος, πλάνη κλπ (ΑΠ 1591/1997). Έννομο δε συμφέρον για άσκηση αναγνωριστικής αγωγής ακύρωσης διαθήκης έχει και ο δανειστής του εξ αδιαθέτου κληρονόμου, όταν ο τελευταίος δεν ασκεί τα δικαιώματά του, οπότε ο δανειστής ασκεί πλαγιαστική αγωγή του άρθρου 72 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ναι μεν η δήλωση για την αποδοχή της κληρονομίας, η οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία, που δεν έχει ανάγκη ανακοίνωσης σε άλλον, τελειούται με τη δήλωση και δεν υπόκειται ανάκληση.

Η δήλωση όμως αυτή είναι άκυρη: 1) αν έγινε από ανίκανο για δικαιοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες γι' αυτό διατυπώσεις, 2) αν έγινε από πλάνη για το λόγο της επαγωγής, 3) αν έγινε πριν από την επαγωγή και 4) αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία ή μερικώς, ενώ ακόμη μπορεί να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή βάσει των διατάξεων που ισχύουν γενικώς για τις δικαιοπραξίες (άρθρα 1526, 1527, 1625, 1851, 1857, 140 επ., 150 επ.

ΑΚ), ενώ η σχετική δήλωση για την αποδοχή της κληρονομίας μπορεί επίσης να προσβληθεί και για εικονικότητα αυτής. Όμως, η ακυρότητα διαθήκης ιδιόγραφης που είναι πλαστή γιατί δεν έχει γραφεί με το χέρι του διαθέτη ως αιτία επαγωγής κληρονομίας, καίτοι δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 180 του ΑΚ και την ακυρότητα της αποδοχής κληρονομίας που επήχθη με την ίδια διαθήκη, εν τούτοις, εφόσον η ίδια πλαστή διαθήκη θεωρείται ως μηδέποτε συνταχθείσα κατ' άρθρ. 180 του ΑΚ, η αποδοχή της κληρονομίας δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, και η εκ διαθήκης διαδοχή και επαγωγή ανατρέπονται αναδρομικά, επέρχεται δε η εκ του νόμου εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (άρθρ. 1710 ΑΚ), και στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος διαθέτη επάγεται αναδρομικά η κληρονομία από το χρόνο του θανάτου του διαθέτη.

Περαιτέρω, ναι μεν από τις διατάξεις των άρθρων 293, 513 επ., 1033 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης (ΑΠ 1199/1989). Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται (άρθρο 1033 ΑΚ) αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος και συνεπώς εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάσθηκε από μη κύριο.

Εν όψει αυτών, η αποδοχή της κληρονομίας εκ μέρους κληρονόμου, δυνάμει άκυρης ιδιόγραφης διαθήκης δεν προσπορίζει στο δηλούντα την αποδοχή το ανύπαρκτο κληρονομικό δικαίωμα και η τυχόν περαιτέρω συμβατική μεταβίβαση του ίδιου κληρονομιαίου ακινήτου σε τρίτο δε μετάγει στον αντισυμβαλλόμενο το ανύπαρκτο κληρονομικό δικαίωμα, το οποίο δεν είχε αποκτήσει ο μεταβιβάζων.

Στην περίπτωση αυτή, ο θιγόμενος από τις πράξεις αυτές στο κληρονομικό του δικαίωμα εξ αδιαθέτου κληρονόμος νομιμοποιείται κατά τα εκτιθέμενα στην πρώτη σκέψη των νομικών παραδοχών της παρούσας, να ασκήσει την περί κλήρου αγωγή και να ζητήσει δικαστικά την αναγνώριση του ότι η αποδοχή της κληρονομίας εκ της άκυρης διαθήκης και η περαιτέρω μεταβίβαση του κληρονομιαίου ακινήτου είναι ανίσχυρες ως προς αυτόν κατά το μέρος που συμπεριλαμβάνουν το δικό του εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο, ακόμη και αν ο ίδιος δεν έχει αποκτήσει την κυριότητα του κληρονομιαίου λόγω της παράλειψης αυτού να αποδεχθεί και τυπικά την κληρονομία και να μεταγράψει αρμοδίως τη σχετική πράξη, πράγμα το οποίο θα ήταν απαραίτητο μόνο εάν ασκούσε εμπράγματη αγωγή με βάση το κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου.

Έννομο δε συμφέρον για την άσκηση της αναγνωριστικής περί κλήρου αγωγής συνδυαζόμενης με επικαλούμενη ακυρότητα ιδιόγραφης διαθήκης, έχει και ο δανειστής του εξ αδιαθέτου κληρονόμου, όταν ο τελευταίος δεν ασκεί το κληρονομικό του εξ αδιαθέτου δικαίωμα, οπότε ο δανειστής ασκεί πλαγιαστική αγωγή του άρθρ. 72 του ΚΠολΔ (ΑΠ 562/1986).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, το δικόγραφο της οποίας επισκοπείται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου για την έρευνα του προτεινόμενου αναιρετικού λόγου, η αρχική ενάγουσα ατομικά αλλά και ο υιός της Βασίλειος Σιότροπος, ο οποίος μετά την ενηλικίωσή του, στις 15-7-2005, συνεχίζει ο ίδιος τη δίκη και για λογαριασμό της θανούσας μητέρας του, εκθέτουν ότι ο αποβιώσας στις 19-12-2002 Β.

Σ. του Λ., σύζυγος της πρώτης εναγομένης και πατέρας του δευτέρου εναγομένου, εν διαστάσει συζύγου (του τελευταίου) της πρώτης ενάγουσας και πατέρας του δευτέρου ενάγοντος, κατά το χρόνο του θανάτου του δεν άφησε διαθήκη. Ότι η πρώτη εναγομένη δημοσίευσε με τα υπ' αριθμ. 1787/2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-3-2000 φερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος συζύγου της σύμφωνα με την οποία η πρώτη εναγομένη, μεταξύ άλλων, εγκαθίστατο κληρονόμος επί του αναφερομένου στην αγωγή διαμερίσματος μετά της αποθήκης αυτού, με τον όρο ότι μετά το θάνατό της, εάν δεν είχε παραστεί ανάγκη να πωληθεί, το διαμέρισμα να περιέλθει στον δεύτερο εναγόμενο γιο της.

Ότι η ανωτέρω διαθήκη είναι πλαστή, για το λόγο δε αυτό η πρώτη ενάγουσα άσκησε την από 10-2-2004 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της πρώτης εναγομένης με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω διαθήκης. Ότι η πρώτη εναγομένη με βάση την ανωτέρω πλαστή διαθήκη, αποδέχθηκε την κληρονομία με το υπ' αριθμ. .../2003 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Σταματίνας Κουτίβα και στη συνέχεια αυτή και ο δεύτερος εναγόμενος, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος (με την ιδιότητα του καταπιστευματοδόχου από την άκυρη διαθήκη) μεταβίβασαν το κληρονομιαίο με την ανωτέρω διαθήκη ακίνητο στην τρίτη εναγομένη.

Ότι τόσο η ενάγουσα, όσο και ο δεύτερος ενάγων, γιος της, έχουν τις αναφερόμενες στην αγωγή χρηματικές απαιτήσεις κατά των δύο πρώτων εναγομένων. Ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, οι οποίοι δεν διαθέτουν άλλα περιουσιακά στοιχεία, από κοινού ενεργούντες με την τρίτη εναγομένη, και γνωρίζοντας και οι τρεις την προαναφερθείσα πλαστότητα, προέβησαν στην ανωτέρω μεταβίβαση προκειμένου να ματαιώσουν την ικανοποίηση των ανωτέρω απαιτήσεων.

Ότι εάν δεν υπήρχε η πλαστή διαθήκη ο δεύτερος εναγόμενος θα είχε κληρονομήσει τον ανωτέρω αποβιώσαντα πατέρα του κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου ως εκ αδιαθέτου κληρονόμος του και θα καθίστατο δυνατή η ικανοποίηση των απαιτήσεων των αρχικά εναγόντων. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά οι ενάγοντες ζητούν, λόγω της πλαστότητας της διαθήκης, την οποία προσβάλλουν πλαγιαστικά, ασκούντες παράλληλα πλαγιαστικά αναγνωριστικά και την περί κλήρου αγωγή για το κληρονομικό δικαίωμα των εναγομένων εξ αδιαθέτου, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί το ανίσχυρο της υπ' αριθμ. .../2003 πράξεως αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Σταματίνας Κουτίβα, καθώς και του υπ' αριθμ. .../2003 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου σε σχέση με το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα των δύο πρώτων εναγομένων, λόγω της προαναφερθείσας ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, και να αναγνωρισθεί ότι η τρίτη εναγομένη αγοράστρια οφείλει να αποδώσει στην πρώτη και δεύτερο των εναγομένων το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, με βάση το κληρονομικό τους εξ αδιαθέτου δικαίωμα, λόγω της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, που χωρεί ενόψει της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης.

Με το περιεχόμενό της αυτό η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως, το Εφετείο που δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει νόμιμη την ίδια αγωγή και την απέρριψε στη συνέχεια ως μη νόμιμη, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που βάσιμα προβάλλεται με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 7386/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ