Appeal dismissed for inadmissible grounds regarding ignored claims and document interpretation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Rodos Water Supply Company against the Dodecanese Court of Appeal's decision. The company argued the lower court ignored a claim regarding lack of negotiations and misinterpreted a document admitting ownership. The court rejected these grounds as inadmissible because they constituted legal arguments rather than ignored factual claims and involved the unreviewable assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it alleges an ignored claim which is merely an argument, or if it challenges a court's evaluation of a document's content rather than its literal interpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 729 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 729/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελ-λόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ρόδου (ΔΕΥΑΡ) του Δήμου Ρόδου, που εδρεύει στην Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα από τον πρόεδρο του Δ.Σ. Δήμαρχο Ροδίων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Παπαγεωργίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Τσέλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 17-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132 της 1.9.1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 2 παρ 1 του ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας, (μούλκ), επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία, από την εγγραφή που έγινε.
Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.
Εξάλλου, κατ' άρθρο 61 παρ 1 του αυτού Κανονισμού, η κτηματική εγγραφή και κάθε επόμενη καταχώρηση που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο, αποτελούν αντιστοίχως την νόμιμη απόδειξη, του κτηματικού δικαιώματος και των διαδοχικών αυτού μεταβολών, κατά δε το άρθρο 41 αυτού, αγωγές δεν μπορούν να βλάψουν τους τρίτους, οι οποίοι απέκτησαν το ακίνητο ή δικαιώματα επ' αυτού από επαχθή αιτία και με καλή πίστη, επί τη βάσει των δεδομένων της κτηματολογικής εγγραφής, η οποία προϋπήρχε, της εγέρσεως και καταχωρήσεως της αγωγής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται, ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας, η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή), η οποία ως προς τα λοιπά, πέραν, της δεκαπενταετούς νομής, στοιχεία, ήτοι ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 2 παρ 1 ν. 510/1947 της Ελληνικής Νομοθεσίας, ήτοι από 30.12.1947, διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, (αρθρ. 974, 976-979 και 1045), κατά τις οποίες αυτός που αποκτά τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) με διάνοια κυρίου και ασκεί αυτή για ορισμένο χρόνο χρησιδεσπόζει σε αυτό (ΑΠ 1965/1988), δεδομένου ότι η γενομένη με το ως άνω άρθρο 63 παραπομπή στις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας είναι γνήσια, δηλαδή ή συμπλήρωσή του γίνεται όχι με τις διατάξεις που κατά τη θέσπιση του Κτηματολογικού Κανονισμού ίσχυαν, αλλά με αυτές που κάθε φορά ισχύουν και αποτελούν έτσι συμπληρωματικά κείμενο της παραπέμπουσας διατάξεως.
Από το κείμενο της διατάξεως είναι φανερό ότι η δεκαπενταετής νομή πρέπει να είναι μεταγενέστερη της εγγραφής στο Κτηματολογικό βιβλίο στο όνομα του δικαιούχου (κατά του οποίου χωρεί η χρησικτησία), ενώ εξ άλλου το στοιχείο τούτο πρέπει να περιέχεται στην αγωγή (ΑΠ 125/1979). Εκ παραλλήλου όμως ισχύει η αρχή της δημοσίας πίστεως του κτηματολογικού βιβλίου, η εγγραφή στο οποίο, τόσο η αρχική (θεμελιώδης), όσο και οι μεταγενέστερες δημιουργούν τεκμήριο έναντι όλων ότι ο τρίτος που έχει συναλλαγεί καλοπίστως και με επαχθή αιτία, απέκτησε πράγματι το βάσει των δεδομένων της προϋπάρχουσας εγγραφής φερόμενο στο κτηματολογικό βιβλίο ως αποκτηθέν δικαίωμα.
Κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Η διάνοια κυρίου, το πνευματικό δηλ. στοιχείο της νομής, που είναι η θέληση του προσώπου να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος, δηλούται ρητώς ή σιωπηρώς δια πράξεων του εξουσιάζοντας το πράγμα, από τις οποίες συνάγει το στοιχείο αυτό το δικαστήριο και δεν απαιτείται ειδική μνεία στην απόφαση του στοιχείου αυτού, αφού αυτό περιέχεται στην ως άνω από το νόμο ορισμένη έννοια της νομής.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα δημοτική επιχείρηση υπό την αρχική της μορφή και για κάλυψη των αναγκών της το έτος 1962, όπως και η ίδια συνομολογεί, κατέλαβε τμήμα εκτάσεως 930 τ.μ της κτηματομερίδας 112 γαιών Ρόδου συνολικής εκτάσεως του όλου ακινήτου 32.300 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Αccavac" Ρόδου η οποία είναι γραμμένη στο φάκελο 482/775, νομικής φύσης μούλκ, λόγω της θέσης του, ήτοι σε ψηλό σημείο της περιοχής της πόλης της Ρόδου και κατασκεύασε σε αυτό δεξαμενή ύδρευσης-νερού με σκυρόδεμα επιφάνειας 700 κ.μ.
και χωρητικότητας σε όγκο 1000 κ.μ. την οποία εξόπλισε με όλες τις αναγκαίες μηχανολογικές, υδραυλικές και χημικές εγκαταστάσεις και περιέφραξε το χώρο με συρμάτινο πλέγμα και πασσάλους. Δυνάμει του με αριθμό ...πωλητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Ρόδου Γεωργίου Παπανικήτα νόμιμα εγγραφέντος στα κτηματολογικά βιβλία Ρόδου περιήλθαν στην κυριότητα του πρώτου και δευτέρου των εναγομένων τα 630/1620 εξ αδιαιρέτου στον καθένα του ακινήτου της με αριθμό 112 κτηματομερίδας στην οποία περιλαμβάνεται η παραπάνω καταληφθείσα έκταση από την ενάγουσα.
Στον τρίτο εναγόμενο περιήλθαν τα 208/1620 εξ αδιαιρέτου ποσοστά στο προαναφερόμενο ακίνητο δυνάμει του ... συμβολαίου του συμ/φου Ρόδου Χρήστου Γιώρτσου νόμιμα εγγραφέντος στα οικεία κτηματολογικά βιβλία Ρόδου. Στον τέταρτο περιήλθαν τα 80/1620 εξ αδιαιρέτου ποσοστά στο παραπάνω ακίνητο δυνάμει του ... συμβολαίου του προηγούμενου συμ/φου νόμιμα εγγραφέντος στα οικεία βιβλία Κτηματολογίου Ρόδου.
Στον πέμπτο περιήλθαν τα 72/1620 ποσοστά εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου ακινήτου δυνάμει του ... συμβολαίου του προηγούμενου συμ/φου νόμιμα εγγραφέντος στα οικεία βιβλία κτηματολογίου. Κατά το χρόνο αγοράς του ακινήτου οι εναγόμενοι γνώριζαν την ύπαρξη της δεξαμενής, αλλά το αγόρασαν έχοντας την πεποίθηση ότι η δημοτική επιχείρηση θα τους αποζημίωνε για την έκταση αυτή.
Λόγω της κατοικίας των δύο πρώτων εναγομένων στο εξωτερικό και της ύπαρξης και άλλων συγκυρίων ήλθαν σε επαφή με την ενάγουσα το έτος 1989, η οποία τους υπέδειξε να υποβάλλουν αίτηση σε αυτήν μαζί με σχεδιάγραμμα στο οποίο περιλαμβανόταν το επίδικο ακίνητο αλλά και συνεχόμενη έκταση για την οποία ενδιαφερόταν η ενάγουσα να επεκτείνει τις δραστηριότητες της και στην πώληση της οποίας συναινούσαν οι εναγόμενοι.
Πράγματι στα πλαίσια των συζητήσεων. οι εναγόμενοι υπέβαλαν στην ενάγουσα την από ... με αριθμό πρωτοκόλλου ... αίτηση μαζί με τοπογραφικό σχεδιάγραμμα στο οποίο απεικονίζετο η επίδικη έκταση και η συνεχόμενη αυτής συνολικής έκτασης 2.435 τ.μ. Στην αίτηση αυτή οι εναγόμενοι εξέθεταν ότι στα πλαίσια "των προηγηθεισών προφορικών επαφών αποδέχονται την πρόταση για αγορά της καταληφθείσας εκτάσεως και της επιπλέον εκτάσεως αντί του ποσού των 8.000 δραχμών ανά τ.μ.".
Σε απάντηση της αιτήσεως αυτής η ενάγουσα με το 784/29-8-1989 έγγραφο της απάντησε ότι "προωθείται η διαδικασία εξέτασης του αιτήματος σας προκειμένου να πάρει απόφαση για αυτό το ΔΣ της ΔΕΥΑΡ. Όσον αφορά την ολοκληρωμένη πρόταση που αναφέρετε στην αίτησή σας ότι σας έγινε από τη ΔΕΥΑΡ, τέτοιο θέμα δεν προκύπτει, απλά σας συστήθηκε να υποβάλλετε τα αιτήματα σας εγγράφως προς το ΔΣ της ΔΕΥΑΡ το οποίο είναι αρμόδιο να αποφασίσει γι αυτά".
Στη συνέχεια η ενάγουσα με το με αριθμό πρ. 1196/20-12-1989 έγγραφο της προς το νομικό της Σύμβουλο με θέμα την αίτηση των εναγομένων του εκθέτει ότι "Σας γνωρίζουμε ότι το ΔΣ της ΔΕΥΑΡ με τη 1391/1989 απόφαση του σας εξουσιοδοτεί να διαπραγματευθείτε με τους ... κ.α (αιτούντες) την τιμή του ακινήτου προκειμένου η ΔΕΥΑΡ να προβεί στην αγορά του με κάποια τιμή σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα αποδεκτή και από τα δυο μέρη".
Όσον αφορά τον αναφερόμενο στην αγωγή διαδραμόντα χρόνο νομής από την ενάγουσα από το έτος 1962 μέχρι το 1973 όσον αφορά τους δυο πρώτους εναγόμενους και μέχρι το έτος 1982 όσον αφορά του λοιπούς εναγόμενους δεν αντιτάσσεται κατ' αυτών σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σκέψεις, αφού αυτοί δεν ήσαν τιτλούχοι το διάστημα αυτό.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα από το έτος 1973 κατείχε και συνεχίζει να κατέχει το επίδικο τμήμα και να το χρησιμοποιεί για τις ανάγκες υδρεύσεως της πόλης της ..., γνώριζε όμως ότι αυτό ήταν ιδιοκτησίας των εναγομένων και συνέχιζε να το νέμεται χωρίς όμως τη διάνοια κυρίου.
Το στοιχείο αυτό της διάνοιας δεν αποδείχθηκε από κανένα προσκομισθέν από την ενάγουσα στοιχείο. Αντίθετα από τα προαναφερόμενα έγγραφα προκύπτει ότι η ενάγουσα αποδέχεται τη κυριότητα των εναγομένων και για το λόγο αυτό αναθέτει στο νομικό της σύμβουλο τη διαπραγμάτευση της αγοράς του ακινήτου με ορισμένη τιμή.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η διαπραγμάτευση αφορούσε την υπόλοιπη εκτός του επιδίκου έκταση ελέγχεται ως αβάσιμος και αντίθετος, προς τη λογική. Αφού η πρόταση των εναγομένων προς αυτή για εξαγορά αφορούσε και τα δυο τμήματα και δεν έγινε χωρισμός αλλά ούτε και η ενάγουσα αντέδρασε και διαφοροποίησε την πρότασή της η διαπραγμάτευση ήταν φυσικό ότι θα αφορούσε όλη την έκταση.
Αν πράγματι διεκδικούσε η ενάγουσα δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο λογικό θα ήταν να αντιδρούσε στην πρόταση των εναγομένων για εξαγορά του από αυτήν, αφού κατά το χρόνο εκείνο (1989) είχε παρέλθει για όλους τους εναγομένους από την κατάληψη του χρόνος πλέον της δεκαπενταετίας και θα μπορούσε να προβάλει δικαιώματα κτητικής παραγραφής.
Αντίθετα ουδέν προέβαλε αν και είχε νομικό παραστάτη που γνώριζε τα τυχόν δικαιώματα της. Μάλιστα τον ίδιο χρόνο (1989) οι εναγόμενοι κατέθεσαν εναντίον τρίτων φερομένων ως διεκδικητών μέρους της ιδιοκτησίας τους τις με αριθμούς ... διεκδικητικές αγωγές. Ενώ σε βάρος της ενάγουσας δεν προέβησαν σε καμμία διεκδίκηση ενόψει των συζητήσεων για εξαγορά του επιδίκου από την τελευταία.
Ο άλλος ισχυρισμός της ενάγουσας ότι προέβη στην κατασκευή των προαναφερόμενων εγκαταστάσεων στο επίδικο γεγονός που ενισχύει τα επιχειρήματα της ότι ασκούσε τις πράξεις νομής με διάνοια κυρίου δεν ενισχύουν αυτόν, αφού αυτές έγιναν για να καταστεί το επίδικο περισσότερο λειτουργικό για τις ανάγκες της επιχείρησης της.
Αντίθετα μετά από 12 ολόκληρα χρόνια με την 105/2001 απόφαση του το ΔΣ της ενάγουσας αποφασίζει κατά πλειοψηφία τη διεκδίκηση του επιδίκου με χρησικτησία και την περαιτέρω αγορά άλλου τμήματος για τις ανάγκες της. Ο μάρτυρας των εναγομένων μηχανικός και τεχνικός τους σύμβουλος κατέθεσε μεταξύ των άλλων "ότι οι εναγόμενοι από τότε που αγόρασαν το ακίνητο ενοχλούσαν την ενάγουσα και από το 1989 που με προσέλαβαν έγιναν συζητήσεις και από τον ίδιο με τους αρμόδιους της ενάγουσας για αγορά ολόκληρου του τμήματος των 2435 τ.μ".
Αντίθετα ο μάρτυρας της ενάγουσας μεταξύ άλλων κατέθεσε "Δεν γνωρίζω για πώληση, γνωρίζω για χρησικτησία και απαλλοτρίωση και διαπραγμάτευση του υπολοίπου, δεν γνωρίζω για κανένα έγγραφο του 1989 προς το νομικό σύμβουλο". Η κατάθεση όμως του πρώτου μάρτυρα κρίνεται πλέον πειστική από του δεύτερου, αφού ο τελευταίος αρνείται ακόμη και την ύπαρξη του εγγράφου της επιχείρησης του 1989 προς το νομικό της σύμβουλο, ενώ ο ίδιος είναι διευθυντής της από το έτος 1993 και έχει στη διάθεση του όλο το αρχείο της επιχείρησης.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δια των οργάνων της ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου και κατά συνέπεια η βάση της αγωγής για κτητική παραγραφή είναι αβάσιμη στην ουσία της. Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου ακινήτου στηριζόμενη στην κτητική παραγραφή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης από την αναιρεσείουσα με τον πρωτότυπο τρόπο της χρησικτησίας, της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα τις πράξεις φυσική εξουσίασης δεν ασκούσε με διάνοια κυρίου διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των άρθρων 63, 41 του κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και του άρθρου 974 ΑΚ, τις οποίες και δεν παρεβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Επομένως οι πρώτο μέρος 2, δεύτερος, τρίτος, μέρη 2 και 4, λόγοι της αίτησης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι. Η περιεχόμενη δε στους ίδιους λόγους αιτίαση ότι το Εφετείο δεν ερευνά αν οι εναγόμενοι κατά το χρόνο της αγοράς από αυτούς του επιδίκου ήσαν καλής ή κακής πίστεως νομείς είναι αλυσιτελής, αφού το Εφετείο δέχτηκε ότι η ενάγουσα δεν κατείχε το επίδικο με διάνοια κυρίου.
Ο πρώτος λόγος μέρος 1 της αίτησης με τον οποίος η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι αγόρασαν έχοντας την πεποίθηση ότι η δημοτική επιχείρηση θα τους αποζημίωνε για την έκταση αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω εξενεχθείσα κρίση, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα, που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι διάδικοι).
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ.
ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και ισχυρισμό που πρόβαλε η αναιρεσείουσα ότι καμία διαπραγμάτευση δεν έλαβε χώρα μεταξύ των αντιδίκων και του νομικού συμβούλου της από τότε που υποβλήθηκε η 702/1989 αίτηση των αναιρεσιβλήτων προς αυτήν μέχρι σήμερα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα, αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 1196/20.12.1989 εγγράφου της Δημοτικής μας Επιχείρησης προς τον Νομικό της Σύμβουλο, δεχόμενο ότι από το ανωτέρω έγγραφο προκύπτει ότι: "η ενάγουσα αποδέχεται την κυριότητα των εναγομένων", ενώ τέτοια αποδοχή ή διάθεση αποδοχής δεν προκύπτει από το αναφερόμενο έγγραφο, αλλά ούτε και από οποιοδήποτε άλλο ή συνδυασμό άλλων εγγράφων.
Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, το οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2008 αίτηση της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και αποχέτευσης Ρόδου, για αναίρεση της 119/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ