Supreme Court allows bank's appeal against hospital, finding assignment of claims invalid due to missing tax authority notification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court joined the bank's 2019 appeal with a 2023 intervention by another entity and annulled the First Instance Court's decision. The court held that the assignment of claims from the first defendant to the appellant was invalid because it lacked the mandatory notification to the tax authorities required by law. Consequently, the First Instance Court erred in law by accepting the assignment without this procedural step.
Legislator headnote
AI generatedArticles 53 of Law 496/1974 and 95 of Law 2362/1995; An assignment of claims against a public entity is invalid if it fails to notify the competent tax authorities, as such notification is a mandatory condition for the transfer's validity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 728 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 728/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φωκίωνα Τσίντο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣOΚΟΜΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ" (πρώην "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣOΚΟΜΕΙΟ ΠΥΡΓΟΥ "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ"") που εδρεύει στον Πύργο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δημητρίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής ανώνυμης Εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2012 αγωγή και την από 8/10/2012 προσεπίκληση σε παρέμβαση της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 26/11/2012 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4527/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8775/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/1/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-1-2019 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από την "Τράπεζα ... ... Ανώνυμη Εταιρεία" και η από 24-2-2023 πρόσθετη παρέμβαση, την οποία άσκησε η εταιρεία "... Ανώνυμη Εταιρεία ..." πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, επειδή είναι πρόδηλα συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).
Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 § 1α ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης με αυτή του άρθρου 215 § 1 α ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται.
Η κατάθεση αυτή είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, που ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση σε όλους τους διαδίκους, χωρίς την οποία (κοινοποίηση) δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της με συνέπεια την απόρριψή της ως απαράδεκτης (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 545/2009). Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 § 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.
Στην προκειμένη περίπτωση η εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία ..." άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 24-2-2023 (αυτοτελή) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθολικής διαδόχου της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και κατά των αναιρεσιβλήτων :1) εταιρείας με την επωνυμία "..." και 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΥΡΓΟΥ "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ" και ήδη "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ", με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, ορίστηκε δε δικάσιμος για τη συζήτησή της από τον Πρόεδρο του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου αρχικά στις 22-5-2023, οπότε και είχε προσδιοριστεί η συζήτηση της συναφούς αίτησης αναίρεσης και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης εξήντα (60) ημέρες πριν τη δικάσιμο.
Κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο η υπόθεση δεν συζητήθηκε λόγω των βουλευτικών εκλογών της 21ης Μαΐου 2023 και ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με πράξη της Προεδρεύουσας του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και εγγράφηκε η υπόθεση στο οικείο πινάκιο από το γραμματέα, ενώ επιπλέον η ημερομηνία της δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων.
Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση κοινοποιήθηκε στην υπέρ ης αυτή - αναιρεσείουσα (βλ. την υπ' αρ. 6791Ζ'/20-3-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Θ. Π.) και στην πρώτη καθ' ης - αναιρεσίβλητη (βλ. την υπ' αρ. 11496Ζ'/15-3-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Π. Ρ.), ενώ δεν προκύπτει ότι κοινοποιήθηκε στο δεύτερο καθ' ου - αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ" (πρώην "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΥΡΓΟΥ "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ"), αφού η προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν επικαλείται κατά τρόπο συγκεκριμένο ούτε όμως και προσκομίζει έκθεση επίδοσης αντιγράφου της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης σε αυτό, ενώ και το δεύτερο αναιρεσίβλητο, που παρέστη στη δίκη ως κυρίως διάδικος, δεν προσκομίζει το τυχόν επιδοθέν σε αυτό αντίγραφο της κρινόμενης παρέμβασης.
Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της (αυτοτελούς) πρόσθετης παρέμβασης σ' όλους τους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της, γι' αυτό και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, πρέπει ν' απορριφθεί αυτή, ως απαράδεκτη. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθ. 8775/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 30-11-2023 έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αρ. 4527/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, είχε απορρίψει την ασκηθείσα από αυτήν κύρια παρέμβαση στη δίκη που ανοίχθηκε στο άνω δικαστήριο με την από 8-10-2012 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, με την οποία, η τελευταία μεταξύ άλλων, ζητούσε να υποχρεωθεί το δεύτερο αναιρεσίβλητο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.146,75 ευρώ, πλέον τόκων, από τις καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις πωλήσεως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 95 του Ν. 2362/1995, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, "1. Η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προϋποθέσεων οι οποίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικώς:
α) στον υπουργό, ο οποίος είναι καθ` ύλην αρμόδιος εν σχέσει προς την αιτία της οφειλής του Δημοσίου, β) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, γ) στην αρμόδια για τη συγκεκριμένη οφειλή του Δημοσίου Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, δ) στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ` ου η κατάσχεση (δανειστή του Δημοσίου), όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες....." 3.
Η κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου ολοκληρώνεται μόνο από της χρονολογίας της έγκυρης κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου στον κατά την παράγραφο 1 του παρόντος αρμόδιο υπουργό, η οποία όμως, για να είναι έγκυρη πρέπει αναγκαία αφ` ενός να γίνει χρονικά τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παράγραφο λοιπές κοινοποιήσεις και αφ` ετέρου να συνοδεύεται από νόμιμα υπό αρμοδίου Δικαστικού Επιμελητή επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αναγκαίων προηγουμένων εγκύρων επιδόσεων του κατασχετηρίου αυτού στις λοιπές υπηρεσίες ή χρηματικές διαχειρίσεις... 4.
Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και επί αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως κατά του Δημοσίου..... 5. Η μη τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου επάγεται την ακυρότητα της εις χείρας του Δημοσίου κατασχέσεως ή της προς αυτό αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως, λαμβανομένων υπόψη υπό των δικαστηρίων και αυτεπάγγελτα...........".
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν.2972/2001, οι διατάξεις του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις της κατάσχεσης εις χείρας του Ι.Κ.Α. ως τρίτου και της αναγγελίας της εκχώρησης απαιτήσεων τρίτων κατά του Ι.Κ.Α. Περαιτέρω, από τα άρθρα 1, 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που, κατ' άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, συνάγονται τα εξής:
Κατ' ειδική ρύθμιση του ως άνω ν.δ., για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης Α.Ε.) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης, όμως, βάσει του χρόνου γέννησής της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.
Κατ` ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ν.δ., αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, από την επίδοση δε αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτον, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η εν λόγω δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 422/2018).
Η εκχώρηση εξάλλου, συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) προς τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ 1028/2018).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 53 παρ.1 και 2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", ειδικά για την αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζεται ότι "1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π. (νομικού προσώπου) ως τρίτου, το κατασχετήριον ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π.
κοινοποιούνται εις την (1) αρμοδίαν διά την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το (2) αρμόδιον διά την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις (3) το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγονται φορολογικώς ο καθ` ού η κατάσχεσις και εις την (4) αρμοδίαν διά την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης.
Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν διά την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2. Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, διά την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατάξεις, είναι άκυρος". Το ίδιο ν.δ. ορίζει στο άρθρο 12 παρ.1 ότι "το διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικόν όργανον, ως κύριος διατάκτης αυτού, διαθέτει τας αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ πιστώσεις, ας δύναται να μεταβιβάζει δι` επιτροπικών ενταλμάτων εις έτερα όργανα εγκρίσεως δαπανών (δευτερεύοντας διατάκτας)" και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.
α' ότι "τα έξοδα των νομικών προσώπων αναγνωρίζονται και εκκαθαρίζονται υπό των αρμοδίων οργάνων, βάσει των υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένων δι' έκαστον Ν.Π. ή είδος δαπάνης δικαιολογητικών, των αποδεικνυόντων την κατ` αυτήν απαίτησιν, δυναμένων να συμπληρωθούν και δι` ετέρων στοιχείων, καθοριζόμενων δι' αποφάσεως του διοικούντος ταύτα οργάνου".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ Τράπεζας, που συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμειακή/οικονομική υπηρεσία) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου καθώς και (σωρευτικώς) στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο αυτού.
Στην περίπτωση που δεν γίνουν αυτές οι κοινοποιήσεις (σωρευτικώς), δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι ρητά προβλέπεται με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν.δ 496/1974 ότι η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γενόμενη αναγγελία είναι άκυρη.
Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη ως προς το τελευταίο (ΑΠ 422/2018, ΑΠ 1028/2018). Περαιτέρω, με το ν. 2881/2001, ιδρύθηκαν ως Ν.Π.Δ.Δ. τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας (ΠΕΣΥ), στα οποία υπήχθησαν τα Νοσοκομεία του ΕΣΥ ως αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες αυτών, στο δε διοικητικό συμβούλιο εκάστου ΠΕΣΥ περιήλθαν όλες οι αρμοδιότητες των διοικητικών συμβουλίων και των προέδρων των υπαχθέντων Νοσοκομείων (άρθρο 1 παρ. 7).
Στη συνέχεια, με το άρθρο 7 του ν. 3329/2005 καταργήθηκαν τα ΠΕΣΥ και τα Νοσοκομεία μετατράπηκαν εκ νέου σε Ν.Π.Δ.Δ. Κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 7, όπως ήδη ισχύει, όργανα διοίκησης των νοσοκομείων είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο διοικητής ο οποίος προεδρεύει του ΔΣ, προΐσταται όλων των υπηρεσιών του νοσοκομείου, έχει την ευθύνη της οργάνωσης, του συντονισμού και του ελέγχου αυτών, παρακολουθεί και ελέγχει σε μηνιαία βάση την ορθή εκτέλεση του προϋπολογισμού και την εν γένει οικονομική λειτουργία του φορέα του, εκπροσωπεί το Νοσοκομείο δικαστικώς και εξωδίκως και έναντι τρίτων καθώς, επίσης, είναι ο κύριος διατάκτης για κάθε είδους πληρωμή δαπανών, που ενεργείται στο πλαίσιο της τακτικής διαχείρισης και λειτουργίας του Νοσοκομείου.
Επίσης κατά το άρθρο 42 παρ. 5 του νόμου αυτού, η κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού τους καθώς και η αναγνώριση, εκκαθάριση και εντολή πληρωμής των δαπανών τους διέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω ΝΔ/τος περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ. Τέλος, όλα τα Νοσοκομεία οργανώνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον οργανισμό τους και απαρτίζονται μεταξύ άλλων και από τη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία (άρθρο 6 ν. 2889/2001), η οποία, κατά το άρθρο 8 του ΠΔ/τος 87/1986 αποτελεί Διεύθυνση.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης ονομαστικής χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νοσοκομείου του ΕΣΥ υπέρ Τράπεζας, συνεπαγόμενης εκ του νόμου την εκχώρησή της, απαιτείται για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία, σωρευτικά: α) στο Διοικητή και Πρόεδρο του Δ.Σ του Νοσοκομείου, ο οποίος είναι το κατά νόμο αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση της δαπάνης και β) στη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία του Νοσοκομείου, στην οποία ανήκει η εκτέλεση της δαπάνης.
Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν σωρευτικά οι ανωτέρω κοινοποιήσεις, δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αναγγελία της θεωρείται έναντι αυτού άκυρη (ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 1491/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1056/2019, ΑΠ 1028/2018, ΑΠ 1616/2018, ΑΠ 422/2018).
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω η διάταξη του άρθρου 95 Ν.2362/1995, που απαιτεί για το έγκυρο της εκχώρησης χρηματικής απαίτησης κοινοποίηση της σχετικής αναγγελίας και στις φορολογικά αρμόδιες ΔΟΥ, εφαρμόζεται μόνον στην εκχώρηση απαιτήσεων τρίτων κατά του Δημοσίου και στις περιπτώσεις που γίνεται ρητή παραπομπή στη διάταξη αυτή, όπως στην εκχώρηση απαιτήσεων κατά του ΙΚΑ και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση εκχώρησης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νοσοκομείου του ΕΣΥ, για το έγκυρο της οποίας απαιτούνται και αρκούν οι οριζόμενες στο άρθρο 53 ν.δ 496/1974 κοινοποιήσεις της σχετικής αναγγελίας.
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, που είναι αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, AΠ 1867/2023, ΑΠ 247/2022, ΑΠ 705/2022).
Με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 53 ΝΔ 496/1974 και 95 Ν. 2362/1995 με το να τις εφαρμόσει συνδυαστικά, αν και μόνο η πρώτη από αυτές ήταν εφαρμοστέα στη προκειμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να καταλήξει στην εσφαλμένη κρίση ότι η ασκηθείσα από αυτή κύρια παρέμβαση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και να απορρίψει το σχετικό λόγο της έφεσής της, δεχόμενο ότι δεν συντελέστηκε νόμιμα η εκχώρηση στην αναιρεσείουσα της επίδικης απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και ότι συνεπώς, ουδεμία αξίωση έχει αυτή (αναιρεσείουσα) κατά του τελευταίου.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα : "..... Η πιστούχος πώλησε στο εναγόμενο νοσοκομείο φαρμακευτικά εμπορεύματα αντί ολικού τιμήματος 5.146,75 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.
Εν συνεχεία η ενάγουσα προέβη στην εκχώρηση προς την τράπεζα τις απαιτήσεις της από τα επίδικα τιμολόγια. Ειδικότερα, δυνάμει της υπ' αριθ. 14198/29.5.2008 συμβάσεως ενεχυράσεως απαιτήσεων, η οποία αναγγέλθηκε προς το εναγόμενο νοσοκομείο και τους κατά νόμο υπευθύνους αυτού, ήτοι την αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία, προς το αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο του νοσοκομείου και τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Πλην όμως, από το άρθρο 95 του Ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με το άρθρο 53 ΝΔ 496/1974, προκύπτει ότι για την αναγγελία εκχωρήσεως χρηματικής απαίτησης κατά ΝΠΔΔ, ορίζονται ρητά απαιτούμενες κοινοποιήσεις α) στον Υπουργό, ο οποίος είναι καθ' ύλην αρμόδιος εν σχέσει προς την αιτία της οφειλής του Δημοσίου, β) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου Δ.Ο.Υ.
ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, γ) στην αρμόδια για τη συγκεκριμένη οφειλή του Δημοσίου Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, δ) στις αρμόδιες για την φορολογία τόσο του καθ' ου η κατάσχεση (δανειστή του Δημοσίου) όσο και του κατασχόντος, ΔΟΥ. Η επίδικη εκχώρηση δεν αναγγέλθηκε νόμιμα στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ' ου η κατάσχεση (δανειστή του Δημοσίου) όσο και του κατασχόντος, ΔΟΥ, με συνέπεια η παρεμβαίνουσα τράπεζα να μην έχει αξίωση κατά του εναγομένου νοσοκομείου, η δε σχετική αξίωση να εξακολουθεί να παραμένει στην πιστούχο ενάγουσα, που παραμένει αποκλειστικός και νόμιμος δικαιούχος των ως άνω απαιτήσεων.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει απορριπτομένης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της κύριας παρέμβασης, να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο νοσοκομείο να καταβάλει το ανωτέρω ποσό στην ενάγουσα.....". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την από 30-11-2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 4527/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ασκηθείσα από αυτή, από 26-11-2012, κύρια παρέμβαση, με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί η επίδικη απαίτηση από το δεύτερο αναιρεσίβλητο, λόγω εκχώρησής της από την πρώτη αναιρεσίβλητη. `Ετσι, όμως, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Τούτο ειδικότερα διότι, δέχθηκε ότι η, γενόμενη με τη σύμβαση ενεχύρασης, εκχώρηση των επίδικων απαιτήσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα δεν συντελέστηκε νόμιμα, καίτοι η εκχώρηση αυτή, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγγέλθηκε με κοινοποίησή της στην αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία και στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο του δευτέρου αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου, σύμφωνα με όλα όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 53 ΝΔ 496/1974, η οποία και μόνον, κατά τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη λεχθέντα, τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, αξιώνοντας επιπλέον για το έγκυρο της εκχώρησης αυτής σωρευτικά με τα ανωτέρω και κοινοποίηση της αναγγελίας της "στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ' ου η κατάσχεση (δανειστή του Δημοσίου) όσο και του κατασχόντος, ΔΟΥ", σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 95 Ν. 2362/1995, η οποία, όμως, δεν είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ και, πρέπει, αφού αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 21-1-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 8775/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την από 24-2-2023 (αυτοτελή) πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει την (αυτοτελή) πρόσθετη παρέμβαση.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8775/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτή παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ